Η γυναίκα
στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη
Ομιλία Παναγιώτας Π. Λάμπρη, πεζογράφου – ποιήτριας,
Φιλολογικά Βραδινά (9-3-2026)
Φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας!
Το πορτραίτο του Γιάννη Μακρυγιάννη είναι ένα από κείνα που κοσμούσαν τις
αίθουσες διδασκαλίας του σχολείου, όπου έμαθα τα πρώτα γράμματα, και εικόνιζαν
μορφές αγωνιστών της Επανάστασης του ’21, τα οποία, προς λύπη μου, από
μεταγενέστερους των δικών μου δασκάλων, καθαιρέθηκαν. Γι’ αυτόν, όπως και γι’
άλλους, είχα ακούσει από τον πατέρα μου και απ’ όσους στα σχολεία της
πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με δίδαξαν, γυναίκες και άνδρες,
ενώ μεγαλώνοντας κέντριζε με κάθε αφορμή το ενδιαφέρον μου, ώσπου στα
φοιτητικά χρόνια μελέτησα για πρώτη φορά τα «Απομνημονεύματά» του και
συνέταξα σχετική εργασία. Από τότε, με πολλές αφορμές επέστρεφα σ’ αυτά και στην
προσωπικότητα του δημιουργού τους, ενώ το περασμένο καλοκαίρι τα πήρα πάλι στα
χέρια μου και τα μελέτησα διεξοδικά σε μια προσπάθεια να διερευνήσω με προσοχή
πώς περνούν οι γυναίκες μέσα σ’ ένα κατ’ εξοχήν, όπως αυτό, πολεμικό και πολιτικό
έργο. Και τούτο, διότι η προεπαναστατική και η επαναστατική περίοδος
σφυρηλάτησαν τις γενιές εκείνων των εποχών, στις οποίες το ιδανικό της ελευθερίας
ιεραρχείτο πολύ ψηλά, όπως και κάθε αγώνας για την απόκτησή της. Βέβαια, αν και
αυτές οι περίοδοι έχουν εν πολλοίς ταυτιστεί με τη δύναμη και την αντρειοσύνη των
ανδρών, οι γυναίκες, ως μητέρες, ως κόρες, ως σύντροφοι, ανατράφηκαν με τα ίδια
ιδανικά και δοκιμάστηκαν σκληρά, μένοντας ωστόσο οι περισσότερες στην αφάνεια.
Έτσι, ειδικά στη διάρκεια της Επανάστασης του ’21, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις
επώνυμων γυναικών, όπως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η Μαντώ Μαυρογένους,
κ.ά., και κάποιες συλλογικές, ηρωικές γυναικείες παρουσίες, όπως οι Σουλιώτισσες,
οι γυναίκες της Νάουσας, κ.ά., οι περισσότερες υπήρξαν αυτό που το φύλο και η
εποχή τους είχαν ορίσει, δηλαδή θύματα, όπως άλλωστε τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι,
χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στην ύπαρξή τους.
Από τη μια, λοιπόν, υπάρχουν οι γυναίκες, οι οποίες, ντυμένες ακόμα και με
ανδρικά ενδύματα και κρατώντας όπλα, αγωνίστηκαν ισότιμα δίπλα στους άνδρες,
όπως εξάλλου διασώζεται αυτό μέσα από το δημοτικό τραγούδι, και όχι μόνο, κι από
την άλλη, οι γυναίκες των μετόπισθεν που προτίμησαν να θέσουν τέλος στη ζωή τους,
παρά να ατιμαστούν ή να πιαστούν αιχμάλωτες, και υπέστησαν βομβαρδισμούς,
σφαγές και βιασμούς, φυγή, προσφυγιά και σκλαβιά, έγιναν λεία πολέμου και
εμπόρευμα στα σκλαβοπάζαρα και υπέφεραν τα μύρια όσα, με ορισμένους πίνακες
ζωγραφικής, Ελλήνων και ξένων, να έχουν αποτυπώσει κάποια από τα δράματά τους.
Ενδεικτικά, παραθέτω δύο αποσπάσματα από τα πολλά και θλιβερά που είναι
καταγεγραμμένα· ένα του Φραγκίσκου Πουκεβίλ (Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του
21. Προσφορές, ηρωισμοί και θυσίες. Δωδώνη. Αθήνα / Ιωάννινα 1995, σ. 231) που
λέει: «Η λεία εξετέθη ενώπιον των Τούρκων. Οι γυναίκες, οι κόρες και τα παιδιά, ως
και τα αργυρά των ναών σκεύη διηρέθησαν σε λαχνούς και μοιράστηκαν, ενώ οι
αρχηγοί εν ονόματι του σουλτάνου άρπαξαν ό,τι βρήκαν σε χρήμα» κι ένα άλλο που
δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Courrier Francais στις 10 Ιουλίου 1822 μετά τις
σφαγές της Χίου (Κυριάκος Σιμόπουλος. Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. 2.
χ.ε., Αθήνα 1987, σ. 135· Ξηραδάκη, Γυναίκες του 21, σ. 230): «Χιλιάδες γυναίκες,
κορίτσια κι αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά απ’ αυτά τα δυστυχισμένα
πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’
όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα.»
Όσο για τη φωνή τους, αυτή καταγράφηκε αποσπασματικά σε κάποια δημόσια
έγγραφα, στα οποία ως χήρες πολεμιστών και γενικά αναξιοπαθούσες, αιτούνται
ηθική δικαίωση και υλική αρωγή, καθώς και σε απομνημονεύματα αγωνιστών, σε
κείμενα φιλελλήνων, αλλά και σε έργα ξένων διπλωματών, στρατιωτικών και
περιηγητών.
Ας σημειωθεί εδώ πως, στη Διακήρυξη της Γ' Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας η
απελευθέρωση είναι υπόθεση όλων: «Συμπολῖται! Τό κοινόν πάντων ὄφελος εἶναι, νά
ἀνακτήσωμεν τήν πατρίδα μας, καί διά νά τήν ἀνακτήσωμεν πρέπει νά πολεμήσωμεν
ὅλοι, καί ἄνδρες καί γυναῖκες, καί νέοι, καί γέροντες, ὅλοι πρέπει νά δράξωμεν τά
ὅπλα, διά νά συντελέσωμεν εἰς τόν κοινόν ἀγῶνα· καί αὐταί αἱ γυναῖκες μας πρέπει νά
δράμουν μεθ’ ἡμῶν εἰς τόν πόλεμον, νά συμπολεμήσουν ὑπό τόν προμαχῶνα τῶν
στηθῶν μας, καί τότε βέβαια θά νικήσωμεν.» (Η Γ' ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ
ΤΡΟΙΖΗΝΑΣ)
Η νίκη, ως γνωστόν, κάποια στιγμή επήλθε με την πολύπλευρη συμμετοχή και των
γυναικών, επώνυμων και ανώνυμων. Μόνο που η ιστορική μνεία, πλην εξαιρέσεων,
όπως ήδη ανέφερα, ήταν μικρή. Χρόνια μετά την Επανάσταση, κάποιες γυναίκες
εργάστηκαν προκειμένου να αναδείξουν τη γυναικεία συμμετοχή στον Αγώνα για την
Ελευθερία! Πρωτοπόρος ανάμεσα σ’ αυτές ήταν η Καλλιρόη Παρρέν, η οποία, πέραν
άλλων, σε άρθρο της στην «Εφημερίδα των Κυριών» (10 Ιανουαρίου 1893) έγραφε:
«ἐάν ἡ ἱστορία τῶν ἀνδρῶν μόνον τά ὀνόματα ἀνέγραψεν εἰς τάς δέλτους της, γιά τήν
περίοδο ταύτην, τό φύλον μας, ὡς μή ὑστερήσαν ἀλλά πρωταγωνιστήσαν ἐν πᾶσι, δέν
εἶναι δίκαιον νά λησμονηθῇ». Και πράγματι, ο σπόρος που έριξε η Παρρέν κάρπισε
και έκτοτε πολλές δημοσιεύσεις έριξαν και ρίχνουν φως σ’ αυτή την πτυχή της
Ιστορίας.
Κατόπιν τούτων, ας δούμε πώς περνά η μορφή της γυναίκας μέσα στα
«Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, ένα έργο γιομάτο με ποικιλώνυμες
δυσκολίες, πλήθος μαχών, αιμάτων και ποικιλόμορφων πληγών, προσεγγίζοντας και
μια λιγότερο, ίσως, γνωστή πλευρά του συγγραφέα τους.
Η πρώτη γυναίκα, λοιπόν, η οποία αναφέρεται στην αρχή κιόλας της συγγραφής,
είναι η μητέρα του, χωρίς αναφορά στο όνομά της. Βασιλική τη λέγανε, αλλά ποιο
παιδί μιλάει για τη μάνα του αποκαλώντας την με τ’ όνομά της. Όσα πάντως γράφει
για κείνη αποτυπώνουν τη μοίρα όλων σχεδόν των γυναικών της γενιάς της, και όχι
μόνο, αντικατοπτρίζοντας παράλληλα μέρος τής τότε ατομικής και κοινωνικής ζωής
και κατ’ επέκταση τη φριχτή πραγματικότητα των απόκληρων, υπόδουλων Ελλήνων.
Και γράφει (1.1, σ. 93-94): «Ἡ πατρίς τῆς γεννήσεώς μου εἶναι ἀπό τό Λιδορίκι,
χωριό τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Ἀβορίτη· τρεῖς ὧρες εἶναι ἀπό τό Λιδορίκι μακρυά
τό ἄλλο χωριό, πέντε καλύβια. Οἱ γοναῖγοι μου πολύ φτωχοί καί ἡ φτώχεια αὐτείνη
ἦρθε ἀπό τήν ἁρπαγή τῶν ντόπιων Τούρκων καί τῶν Ἀρβανιτῶν τοῦ Ἀλήπασσα.
Πολυφαμελῖτες οἱ γοναῖγοι μου καί φτωχοί καί ὅταν ἤμουνε ἀκόμα εἰς τήν κοιλιά τῆς
μητρός μου, μίαν ἡμέρα πῆγε διά ξύλα εἰς τόν λόγκον. Φορτώνοντας τά ξύλα ’σ τό
νῶμο της, φορτωμένη εἰς τόν δρόμον, εἰς τήν ἐρημιά, τήν ἔπιασαν οἱ πόνοι καί γέννησε
ἐμένα· μόνη της ἡ καϊμένη καί ἀποσταμένη ἐκιντύνεψε καί αὐτείνη τότε καί ἐγώ.
Ξελεχώνεψε μόνη της καί συγυρίστη, φορτώθη ὀλίγα ξύλα καί ἔβαλε καί χόρτα ἀπάνου
εἰς τά ξύλα καί ἀπό πάνω ἐμένα καί πῆγε εἰς τό χωριόν. Σέ κάμποσον καιρόν ἔγιναν
τρία φονικά εἰς τό σπίτι μας καί χάθη καί ὁ πατέρας μου. Οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἀλήπασσα
θέλαν νά μᾶς σκλαβώσουνε. Τότε διά νυχτός ὅλη ἡ φαμελιά καί ὅλο μας τό σόι,
σηκώθηκαν καί ἔφυγαν καί ἤθα παγαίνουν εἰς τήν Λιβαδειά νά ζήσουνε ἐκεῖ. Θά
πέρναγαν ἀπὄνα γιοφύρι τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Στενό· δέν πέρναγε ἀπό ἄλλο
μέρος τό ποτάμι. Ἐκεῖ φύλαγαν οἱ Τοῦρκοι νά περάσουν νά τούς πιάσουνε καί δεκοχτώ
ἡμέρες γκιζεροῦσαν εἰς τά δάση ὅλοι κ’ ἔτρωγαν ἀγριοβέλανα καί ἐγώ βύζαινα κ’
ἔτρωγα αὐτό τό γάλα. Μήν ὑποφέρνοντας πλέον τήν πεῖνα, ἀποφάσισαν νά περάσουμε
ἀπό τό γιοφύρι καί ὡς βρέφος ἐγώ μικρό, νά μήν κλάψω καί χαθοῦνε ὅλοι, ἀποφάσισαν
καί μέ πέταξαν εἰς τό δάσος, εἰς τόν Κόκκινον ὀνομαζόμενον, καί προχώρεσαν διά τό
γιοφύρι. Τότε μετανογάει ἡ μητέρα μου καί τούς λέγει· «Ἡ ἁμαρτία τοῦ βρέφου θά μᾶς
χάσῃ, τούς εἶπε· περνᾶτε ἐσεῖς καί σῦρτε εἰς τό τάδε μέρος καί σταθῆτε… τό παίρνω κι’
ἄν ἔχω τύχη καί δέν κλάψῃ, διαβαίνομεν»… ἡ μητέρα μου κι ὁ Θεός μᾶς ἔσωσε. Αὐτά
ὅλα τἄλεγε ἡ μητέρα μου καί οἱ ἄλλοι συγγενεῖς.»
Στο ανωτέρω παράθεμα ο Μακρυγιάννης αφηγείται παραστατικά, συγκινητικά, θα
έλεγα, τη στιγμή της γέννησής του, η οποία μέσα από την αλήθεια της παρουσιάζει
σκηνές του βίου των γυναικών, άγνωστες ως εμπειρία στις σύγχρονες γενιές, αλλά
πολύ οικείες για τον ελλαδικό χώρο ως τα μεταπολεμικά χρόνια, με την εγκυμοσύνη
να μην εμποδίζει καμία δραστηριότητά τους ως τη στιγμή του τοκετού, ο οποίος
γινόταν όποτε και όπου λάχαινε ως μέρος της φυσικής τάξης. Εν προκειμένω, αν και
δεν εκφράζεται κάποια αξιολογική κρίση, το «…γέννησε ἐμένα· μόνη της ἡ καϊμένη
καί ἀποσταμένη ἐκιντύνεψε καί αὐτείνη τότε καί ἐγώ», δηλώνει, χωρίς άλλο, θαυμασμό
και συμπάθεια για τη μητέρα του, η οποία, αφού τον γέννησε μες στη φύση, όπως τα
ζωντανά, στη συνέχεια φορτώθηκε ξύλα, έβαλε χόρτα πάνω απ’ αυτά κι αποπάνω
έβαλε το νεογέννητο -τυλιγμένο σε καλαμποκιές (σ. 521)- και περπάτησε ως το
χωριό, τόση η δύναμή της, αλλά και τι άλλο να έκανε! Ας σκεφτούμε, φίλες και φίλοι,
λίγο το σκηνικό!
Ακόμα, διωγμένοι ουσιαστικά από τον τόπο τους, οι μεγάλοι τρέφονται με
αγριοβέλανα μες στα δάση κι εκείνος πίνει «τέτοιο γάλα» -για τέσσερα χρόνια-, όπως
σημειώνει (σ. 521). Ενώ, σαν να συνέβη σ’ άλλον, αφηγείται τη στιγμή που
αποφάσισαν να τον πετάξουν στο δάσος, μην κλάψει και προδοθεί η θέση τους στους
Τούρκους και η μάνα του, αν και στην αρχή συμφώνησε -ας αναλογιστούμε το
δίλημμα-, τελικά τον συμμάζεψε και τον έσωσε! Συνήθης τακτική ήταν, άλλωστε, η
θανάτωση των βρεφών σε διάφορες διώξεις ή αγώνες των Ελλήνων για την
ελευθερία, για να μην προδώσει το κλάμα τους τη θέση όπου κρυβόντουσαν και θέσει
σε κίνδυνο τη ζωή πλήθους ενηλίκων, και όχι μόνο, τόσο στα χρόνια της
επανάστασης του ’21 όσο και στη δίωξη των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία και τον
Πόντο, αλλά και κατά τη γερμανική Κατοχή -έχω υπάρξει μάρτυρας σχετικών
αφηγήσεων. Φυσικά, αυτή η πρακτική που αφορά σε πολλές ιστορικές περιόδους,
αναδεικνύει τη δύναμη και τον πόνο που προκαλούν τέτοια ακραία διλήμματα, αλλά
και άλλα.
Τη μητέρα του την αναφέρει κι, όταν ως παιδί μικρό, μόλις εφτά χρονών,
ξενοδουλεύει, για να βοηθά την οικογένειά του. Περήφανος από φύση του, ενώ τα
πρώτα χρόνια έκανε ό,τι δουλειές του ζητούσαν και αμειβόταν ανάλογα, μόλις τον
έβαλαν να κάνει «ταπεινές δουλειές τοῦ σπιτιοῦ» (1.1, σ. 94) έγινε ανυπόφορος ακόμη
και για την ίδια του μάνα, οπότε τον βαρέθηκαν, όπως γράφει, και τον λευτέρωσαν!
Ευρισκόμενος στην Άρτα λίγα χρόνια μετά, στο σπίτι του Θανάση Λιδορίκη, όταν
εκείνος θα έφευγε για τα Ιωάννινα, ο Μακρυγιάννης θα έμενε στο σπίτι του, όχι ως
δούλος, όπως σημειώνει, αλλά με την ελευθερία ν’ ασχοληθεί με το εμπόριο και με
την υποχρέωση να κάνει τα ψώνια του σπιτιού, αλλά «να βαστάῃ ἡ γυναίκα τά
χρήματα καί τόν λογαριασμόν, ξέρει γράμματα» (1.1, σ. 95), διότι δεν ήθελε να τον
πουν κλέφτη, αν άλλαζαν γι’ αυτόν οι υλικές συνθήκες ζωής, όπως και έγινε,
καταλείποντάς μας την πληροφορία πως κάποιες, λίγες γυναίκες, γνώριζαν εκείνη την
εποχή γράμματα.
Κάνει επίσης αναφορά σε μια γριά δούλα (1.1, σ. 123), η οποία πρόδωσε την
κρυψώνα, όπου είχανε κρυμμένο το βιός τους όχι μόνο ο αφέντης της, προεστός της
Άρτας, αλλά συγγενείς του και άλλοι, με αποτέλεσμα να χάσουν τα πάντα από τη
διαρπαγή των Τούρκων και να μείνουν γυμνοί και δυστυχείς, όπως αναφέρει,
αναδεικνύοντας το πού οδηγεί μερικές φορές το κοινωνικό χάσμα και η ηγεμονική
συμπεριφορά, αλλά και το πώς, ενώ ο ίδιος είχε αδικηθεί, όπως λέει, από τον
προεστό, τον βοήθησε κατά τη δύναμή του. Ο Μακρυγιάννης, άλλωστε,
αναδεικνύεται πολλές φορές αλληλέγγυος και βοηθά τους κατατρεγμένους, ασχέτως
της συμπεριφοράς τους. Ειδικά τα παιδιά, οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι, φαμελιές
ολόκληρες που πάσχουν, τον συγκινούν βαθιά και κάνει ό,τι περνά από το χέρι του,
για να τους βοηθήσει.
Χαρακτηριστική είναι η φυγάδευση και η σωτηρία της οικογένειας κάποιου
Θεοχαράκη στην Άρτα και ειδικά μιας γριάς σακάτισσας, μετά από επίθεση των
Τούρκων στην πόλη. Και γράφει: «’Εγώ πῆρα μιάν γριά ἀδελφή τοῦ Θιοχαράκη εἰς τό
νῶμο, ὅτ’ ἦταν ἀδύνατη καί σακάτισσα, καί τήν πῆγα εἰς Κομπότι, καθώς καί ὅλη τήν
φαμελιάν αὐτείνη, ὅτι μοῦ τήν παρέδωσε ὁ ἀνώτερός μου Γῶγος καί μοῦ εἶπε νά τούς
σώσω, ἄν ἀκολουθήσῃ τίποτας· καί τούς ἔβγαλα μ’ ὅ,τι φοροῦσαν.» (1.1, σ. 127)
Ευρισκόμενος στην Άρτα, μιλά επίσης για «βαφτισμένες Τούρκισσες» (1.1, σ. 125),
τις οποίες συνάντησε ο Ταΐρ Αμπάζης, απεσταλμένος του Αλή Πασά στο Μεσολόγγι
και στο Βραχώρι, το σημερινό Αγρίνιο.
Ο Μακρυγιάννης πολλές φορές μες στο έργο του αναφέρεται στη μοίρα των
γυναικών, οι οποίες υφίστανται άπειρες, κατάπτυστες εις βάρος τους συμπεριφορές
και αδικίες και δεν τον ενδιαφέρει από πού προέρχονται. Τις καταγγέλλει, τις
καταδικάζει, συμπάσχει και, κατά το δυνατόν, βοηθάει, ασχέτως αν αίτιοι είναι
Τούρκοι ή Έλληνες. Όταν μάλιστα είναι οι δεύτεροι, γίνεται πιο αυστηρός στις
κρίσεις του, και δικαίως, ενώ μέσα από το έργο του αναδεικνύεται το πώς
μεταβάλλεται η φύση των ανθρώπων εξ αιτίας του πολέμου, όπως και ο Θουκυδίδης
(1.1-23, 2.47-54, 3.82-83, 5.84-116), ως γνωστόν, έγραψε, μιλώντας για τις συνέπειες
του Πελοποννησιακού πολέμου, ο οποίος, πέραν άλλων, έφερε ηθική και κοινωνική
κατάπτωση, αλλοίωση της γλώσσας, των αξιών και της πολιτικής ζωής, με
καταστροφικά αποτελέσματα για την Αθηναϊκή δημοκρατία.
Έτσι ή αλλιώς, ο Μακρυγιάννης καταθέτει τις εμπειρίες και τη μαρτυρία του για
αφανή συχνά πρόσωπα, τα οποία πέρασαν στη μνήμη χάρη στη γραφίδα του και
φωτίζουν πτυχές της ζωής των αμάχων, των αδύναμων και των κατατρεγμένων σε
σκοτεινές στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας.
Και γράφει: «Ὁ Σουλτάνος διόρισε τόν Χουρσίτ πασσᾶ ἀρχιστράτηγον μέ πολλούς
πασιάδες νά πολιορκήσουνε τόν Ἀλήπασια καί γιόμωσαν τά Γιάννενα καί ἡ Ἄρτα
Τούρκους κι Ἀρβανῖτες καί ἅρπαγους καί παραλυμένους· πῆραν πολλές γυναῖκες
Ρωμαίγισσες στανικῶς, πῆραν καί μίαν δούλα τοῦ πατριώτη μου καί ἤθελαν νά τοῦ
πάρουν καί τήν γυναῖκα του. Ἦταν ὡραία καί θά τήν ἔπαιρνε ἕνας πασσᾶς ὁποῦ ἦταν
εἰς τήν Ἄρτα, τόν ἔλεγαν Χασάνπασια· κακός ἄνθρωπος, αὐτός καί ἕνας τόν ἔλεγαν
Μπαμπάπασια ἀφάνισαν τήν τιμή καί τά πλούτη τῶν ἀνθρώπων. […] καί θά τοῦ τήν
ἔπαιρνε αὐτός γυναῖκα. Καί ἦταν γγαστρωμένη, ἑτοιμόγεννη, καί τήν ἄφησε ὅσο νά
γεννήσῃ, νά τήν πάρῃ.» Και ψέγει τον πατριώτη του, τον Λιδορίκη, ο οποίος υπέστη
πολλά, επειδή άκουγε τις γυναίκες, και σημειώνει: «Δέν μ’ ἄκουσε· ἄκουγε τής
γυναῖκες καί ἔπαθε πολλά.» (1.1, σ. 98-99) Εδώ, χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω τον
Μακρυγιάννη, δεν θεωρώ πως το λέει αυτό, επειδή υποτιμά τις γυναίκες. Ως
άνθρωπος της αγοράς και δεδομένης της κοινωνικής εμπειρίας των γυναικών εκείνης
της εποχής, θεωρεί πως δεν γνωρίζουν επαρκώς τους κινδύνους που επιφυλάσσει
οποιαδήποτε αφελής συμπεριφορά τους έναντι των Τούρκων. Αλλού, βέβαια,
αναπαράγοντας κοινωνικά πρότυπα της εποχής του, χαρακτηρίζει άνδρες με άνανδρη
συμπεριφορά ως «γυναίκες με μουστάκια»! (1.4, σ. 141 / 1.5, σ. 167 / 2.3, σ.σ. 320,
337) Κάποιοι, ακόμα και σήμερα το λένε!
«Κ’ ἔτρεχα», γράφει αλλού, «νἄγβω ἀπό τό Μακρυνόρον· καί εἰς τήν ἄκρη εἶναι
κάμπος κ’ ἕνα γιβάρι, καί νά μαζώξω ξύλα μέ τούς ἀνθρώπους μου νά κάμωμεν φωτιές
καί νά στείλω καί ’σ ἕνα χωριόν ὁποὖταν πλησίον νά πάρωμεν νερό καί ψωμί ν’
ἀγοράσω διά τούς ἀνθρώπους. Τό χωριόν τό λένε Βλύχα. Ἀφοῦ τραβήσαμεν ὀμπρός κι’
ἀκολουθοῦσα αὐτά, μεῖναν κάμποσες φαμελιές ὀπίσου καί μία γυναῖκα ἀπό τής
Βραναίισσες, δυχατέρα τοῦ Κομπότη, τήν πιάσαν αὐτή μ’ ἄλλους οἱ καλοί πατριῶτες
καί τούς γύμνωσαν. Κι’ αὐτείνη ἡ Βράναινα εἶχε ἕνα δαχτυλίδι εἰς τό χέρι της καί δέν
ἔβγαινε· καί γύρευαν νά τῆς κόψουν τό δάχτυλο τοῦ χεριοῦ της νά τό πάρουν. Κ’ ἐκεῖ
ὁποῦ τήν παίδευαν, τῆς μπῆκε ἕνα ξύλο εἰς τό ποδάρι της καί δέν τὄνοιωσε κοτζάμ
παλοῦκι. Τούς περικάλεσε πολύ νά τζακίσουνε τήν βέργα τοῦ δαχτυλιδιοῦ νά πάρουν τό
δαχτυλίδι τζακισμένο καί τρόμαξαν νά συγκατανέψουν· καί τό τζάκισαν καί γλύτωσε τό
χέρι της. Ἦρθε ἐκεῖ ὁποῦ ἠμαστε κουτζαίνοντας καί διηγήθηκε αὐτά. Πήγαμεν ὀπίσου,
δέν μπορέσαμεν ναὔρωμεν κανέναν μέσα τόν λόγκο· τρύπωσαν. Τῆς ἔβγαλα τό παλοῦκι
ἀπό τό ποδάρι της καί τό ζεμάτισα μέ ξύγγι. Ὅμως γίνη τούμπανο, θύμωσε. Καί εἶχα
ἕνα ζῶον, ὁποὖχα τά σκουτιά μου, καί τήν ἔβαλα ἀπάνου νά μήν μείνῃ εἰς τό δρόμο. Κι’
ἀπό τότε βλέποντας αὐτείνη τήν ἀρετή, σιχάθηκα τό Ρωμαίικον, ὅτ’ εἴμαστε
ἀνθρωποφάγοι. Αὐτεῖνοι οἱ φίλοι ὁποῦ γυμνώσανε τήν γυναῖκα καί τούς ἄλλους, καθώς
μᾶς εἴπανε, ὁποῦ τούς γνώρισαν ἐκεῖ, ἦταν οἱ Γριβαῖοι.» (1.1, σ. 129)
Σ’ άλλο σημείο θίγει την εκμετάλλευση των ισχυρών, σημειώνοντας: «Ἦρθε κι’ ὁ
Χρῆστος Παλάσκας ἄνθρωπος γενναῖος, τίμιος, ἀπό καλό σπίτι. Αὐτεινοῦ τοῦ δυστυχῆ
τὄκανε τόν φίλο ὁ Κωλέτης περισσότερον διά τήν γυναῖκα του κι’ ὄχι διά ἐκεῖνον τόν
ἴδιον. Τώρα ὁ Κωλέτης, ἄνθρωπος ἀπό τό σκολεῖον τοῦ ἀφέντη του τοῦ Ἀλήπασσα,
μέτρησε· «Τόν Δυσσέα τόν ἔχω ἀντίζηλον, τόν Ἀλέξη Νοῦτζο τό ἴδιο, τόν Παλάσκα διά
τό κέφι μου καλό εἶναι νά χαθῇ, νά κάμω τήν γυναῖκα του μορόζα.», όπως και έγινε
(1.4, σ. 142 / 1.7, σ. 225), αναδεικνύοντας και καταδικάζοντας, κι εδώ, αυτή την
πλευρά της εκμετάλλευσης των γυναικών, που δυστυχώς και στις μέρες μας δεν
λείπει.
Εκείνο πάντως που κυριαρχεί στο έργο του Μακρυγιάννη είναι ο σεβασμός προς
τις γυναίκες, η συμπάθεια για τα παθήματά τους κατά την εμπόλεμη περίοδο και στο
μέτρο που μπορεί η προστασία και η υπεράσπισή τους. Σε κάποιο σημείο, μάλιστα,
εκφράζει τη συστολή του απέναντι στις γυναίκες: «Ἀφοῦ ἠμουνε στήν Ἀρκαδιά,
ἄκουγα τόν πρόβοδον τῶν Ἀράπηδων, ντρεπόμουν νά καθίσω μέ τής γυναῖκες, μέ
τρακόσιους ἄντρες διαλεχτούς ὁποὖχα.» (1.7, σ. 216)
Και στο διαχρονικό θέμα των ενδογαμιών, όπως ο γάμος μεταξύ αδερφών (3.4, σ.
390) ή μεταξύ ατόμων με πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας (3.4, σ. 392), αλλά και στους
γάμους από συμφέρον αναφέρεται ο Μακρυγιάννης, όπως αυτοί που γίνονται, για να
ενισχυθούν μέσω του συμπεθεριού οι οικογένειες, ώστε να είναι αποτελεσματικότερη
η πολεμική και η πολιτική τους δράση, όπως, για παράδειγμα, του Στάθη
Κατσικογιάννη με τη γυναικαδέλφη του Γκούρα (1.5, σ. 178) και της κόρης του
Σωτηρόπουλου με τον γιο του Νοταρά (1.10, 285). Ακούστε: «Συνκατοικοῦσα ἐγώ μέ
τόν Γενναῖον· ἀποφάγαμε ψωμί· μέ πιστεύτηκε καί μοῦ εἰπε· «Πᾶμε, Μακρυγιάννη, νά
πατήσουμε τά Τρίκκαλα· τώρα ἔμαθα ὅτι δέν εἶναι πολλή δύναμη ἐκεῖ· ἐσεῖς νά πάρετε
τό βιόν τοῦ Νοταρᾶ κ’ ἐγώ νά πάρω τό κορίτζι του· ὅτι αὐτός εἶναι ἀναντίος τῆς
πατρίδος» […] Ἐγώ ἀκούγοντας αὐτό, θέλησα ’λικρινῶς νά τόν συμβουλέψω· τοῦ εἶπα·
«Γυναῖκα θά τήν πάρῃς ἤ μορόζα; -Μοῦ λέγει, γυναῖκα. -Σά θά πάρῃς γυναῖκα, πᾶρε
καί μίαν καντιποτένια, φτάνει νά εἶναι ὄμορφη νά σέ εὐκαριστάγῃ· ὅτι σάν πάρωμε
ἐμεῖς τό βιόν κ’ ἐσύ ἐκείνη ξερή, τί τήν θέλεις καί τί ζωή θά ζήσῃς μ’ αὐτείνη καί μέ
τούς συγγενεῖς της καί μέ τούς χωργιανούς της; Κάλλιον ν’ ἀποχτᾶς φίλους καί νά
μετρᾷς, κι’ ὄχι τοιούτους. Πρόσεξε νά μήν φύγωμε ἀπό τούς Τούρκους καί γενούμε
ἄλλοι τοιοῦτοι χερότεροι.» (1.6, σ. 183)
Στη μακρά δουλεία, όπως ήταν φυσικό, υπήρξαν και κάποιες επιγαμίες μεταξύ
κατακτητών και κατακτημένων. Και γράφει ο Μακρυγιάννης: «…φεύγει ἕνα
Τουρκόπουλο ἀπό τό κάστρο και πάγει εἰς τόν Μπραΐμην· τοῦ λέγει τήν ἔλλειψη τοῦ
κάστρου ἀπό τό νερό καί ἄλλα κι’ ὅτ’ εἶναι δυό Τούρκισσες καλές εἰς τό κάστρο. Ἦταν
δυό Τζορτζοῦρες, ὡραῖες γυναῖκες· τής εἶχαν οἱ Οἰκονομίδηδες, ντόπιοι, ὡς γυναῖκες
τους. Ἐγώ δέν τής ἤξερα ἤ ἦταν ἤ ὄχι.» (1.7, σ. 229) Πάντως, ο Μπραΐμης τον κάλεσε
και τον ρωτούσε γι’ αυτές, και του απάντησε πως τίποτα σχετικό δεν γνωρίζει, για να
γράψει ευθαρσώς λίγο πιο κάτω πως «Ἦταν ὁ Μπραΐμης μεθυσμένος· πίνει ροῦμι καί
κρασί μποτίλλιες. Μπεκρῆς πολύ καί παραλυμένος εἰς γυναῖκες καί παιδιά.» (1.7, σ.σ.
230, 236) και ο νοών νοείτω!
Στα χρόνια του εμφύλιου, για τον οποίο πολλά έγραψε, δεν παύει ν’ αναφέρει
τραγικές ιστορίες γυναικών, με μία να συγκινεί και σήμερα με τη σκληρότητα και την
αλήθεια της. Σε κείνους τους καιρούς, λοιπόν, γράφει, «Ἀφοῦ μᾶς εἶδαν οἱ ἄνθρωποι
ἄφησαν τά σπίτια τους ’σ τήν διάκρισίν μας καί πῆραν τά χιόνια καί τά βουνά. Μία
γυναῖκα εἶχε τό παιδί μισογεννημένον καί τὄβγαλαν παράωρα καί ἡ λεχῶνα πῆρε τά
βουνά μέ τούς ἄλλους· καί τελείωσε εἰς τό χιόνι. Τήν ἄλλη μέρα πῆγα μόνος μου ’σ τό
βουνό καί τούς ὁρκίστηκα ὅτι δέν θέλω τούς πειράξῃ. Καί ἦρθαν εἰς τά σπίτια τους.
Καθίσαμε δεκαπέντε ἡμέρες ἐκεῖ. Καί δέν μᾶς ἄφιναν νά φύγωμε· ὅτι μάθαιναν τί
τράβαγαν τ’ ἄλλα τά χωριά ἀπό ’κείνους ὁποὖταν μέσα.» (1.6, σ. 207)
Επώνυμα αναφέρεται δύο φορές στη γνωστή, Κυρά Βασιλική, Ρωμιά σύζυγο του
Αλή Πασά, την οποία, μετά τον θάνατό του, την πήραν οι Τούρκοι μαζί με τον
Θανάση Βάγια, «ὁποὔτρωγε τους ἀνθρώπους καλύτερα ἀπό ψωμί», και τους πήγαν
μαζί με το κεφάλι του Αλή Πασά στην Κωνσταντινούπολη (1.3, σ. 128 / 2.2, σ. 315).
Φυσικά, και για γυναίκες μουσικούς κάνει λόγο αναφερόμενος στον Παπαφλέσσα,
τον φλογερό πατριώτη, τον οποίο αποκαλεί άγιο και γενναίο, αν και άλλοι, επειδή
αυτός, παρότι ιερωμένος αγαπούσε τις γυναίκες, όπως τον αγαπούσαν κι αυτές, έπινε,
μεθούσε και γλεντούσε, τον κατακρίνουν! Και καλά έκανε μπορούμε να πούμε με την
απόσταση του χρόνου, αφού ζούσε επικινδύνως και ο θάνατος παραμόνευε ανά πάσα
στιγμή και ο οποίος τον βρήκε μόλις στα 37 του χρόνια! Αλλά κι ο πόλεμος
χρειάζεται τη σχόλη του, την παρουσία της γυναίκας και φυσικά της μουσικής. (1.6,
σ.σ. 197, 198, 199, 200)
Βέβαια, η ανάγκη της ψυχαγωγίας για τους πολεμιστές ούτε πρωτόγνωρο ούτε
παράξενο είναι, αν θυμηθούμε πολλά από τα ιστορικά και κλέφτικα τραγούδια, αλλά
κι άλλες αναφορές του Μακρυγιάννη, και όχι μόνο. Επέλεξα να σας διαβάσω μία,
όπου και στις γυναίκες αναφέρεται το αδόμενο τραγούδι: «Τότε ἔκατζε ὁ Γκούρας καί
οἱ ἄλλοι καί φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμε κ’ ἐγλεντήσαμεν. Μέ περικάλεσε ὁ Γκούρας
κι’ ὁ Παπακώστας νά τραγουδήσω· ὅτ’ εἴχαμεν καιρόν ὁποῦ δέν εἴχαμεν τραγουδήσῃ -
τόσον καιρόν, ὁποῦ μᾶς ἔβαλαν οἱ ’διοτελεῖς καί γγιχτήκαμεν διά νά κάνουν τούς
κακούς τους σκοπούς. Τραγουδοῦσα καλά. Τότε λέγω ἕνα τραγοῦδι·
Ὁ Ἥλιος ἐβασίλεψε,
Ἕλληνά μου, βασίλεψε καί τό φεγγάρι ἐχάθη
κι’ ὁ καθαρός Αὐγερινός ποῦ πάει κοντά τήν Πούλια,
τά τέσσερα κουβέντιαζαν καί κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ὁ Ἥλιος καί τούς λέει, γυρίζει καί τούς κρένει·
«Ἐψές ὁποῦ βασίλεψα πίσου ἀπό μιά ραχούλα,
ἄκ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ ἀντρῶν τά μυργιολόγια’
γι’ αὐτά τά ’ρωϊκά κορμιά ’σ τόν κάμπο ξαπλωμένα,
καί μέσ’ τό αἷμα τό πολύ εἶν’ ὅλα βουτημένα.
Γιά τήν πατρίδα πήγανε ’σ τόν Ἅδη τά καϊμένα.
Ὁ μαῦρος ὁ Γκούρας ἀναστέναξε καί μοῦ λέγει· «Ἀδελφέ Μακρυγιάννη, σέ καλό νά
τό κάμῃ ὁ Θεός· ἄλλη φορά δέν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αὐτό τό τραγοῦδι σέ
καλό νά μᾶς βγῇ. -Εἶχα κέφι, τοῦ εἶπα, ὁποῦ δέν τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν». Ὅτι εἰς
τἀρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν». (1.9, σ. 263)
Το θέμα που έρχεται και ξανάρχεται στη συγγραφή του είναι η μοίρα των
γυναικών που σκοτώθηκαν οι άνδρες τους για την πατρίδα κι έμειναν απροστάτευτες
με παιδιά ορφανά, αλλά και γενικότερα των γυναικών ως ευάλωτων όντων λόγω του
φύλου τους, ειδικά στην εποχή, στην οποία αναφέρεται. «Των σκοτωμένων τις
φαμελιές όποια είναι νέα την θέλει ο τάδε, σα να λέμε ο Βελήπασσας, ο
Μουχτάρπασσας, ότι δεν έχει η φτωχή να φάγη. Λευτερώθηκαν κάμποσες σκλάβες
Μισολογγίτισσες κι’ από άλλα μέρη (τις λευτέρωσαν οι φιλάνθρωποι) και διακονεύουν
εδώ εις τ’ Άργος και εις τ’ Αναπλιού τους δρόμους. Των αγωνιστών οι άνθρωποι
διακονεύουν και γυρεύουν να πάνε πίσου εις τους Τούρκους. Τους είχανε αυτείνοι
σκλάβους, τους ντύνανε, τους συγυρίζανε και τρώγαν. Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι
και γυμνοί διακονεύουν. […]
Μη στοχάζεστε ότ’ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι
και γράφω αυτά ότι ήτανε πέντε αδέλφια κ’ έμεινε ένας μόνον από το ντουφέκι, και οι
άνθρωποί τους ήτανε τόσον καιρόν σκλαβωμένοι και σώθη μία γυναίκα μόνον κι’
αυτείνη πείναγε, κ’ εκείνοι οπού τους ζήταγε ψωμί θέλαν να κάμουν το κέφι τους να της
δώσουνε να φάγη. […] Ότι τα τοιούτα δεν λευτερώνουν πατρίδα, την χάνουν, κ’ έχω
σκοπόν να ζήσω κ’ εγώ ’σ αυτείνη την πατρίδα. Ότι έχω τόση αδύνατη φαμελιά και δεν
’πιτηδεύομαι να κολακεύω τους δυνατούς. Και είμαι δυστυχής, και κλαίγω και την
δυστυχισμένη μου πατρίδα, οπού δι’ αυτείνη χύσαμε το αίμα μας αδίκως.» (1.4, σ. 147)
Αλλού μιλάει για κάτι αρχοντόπουλα που αγαπούσαν τις γυναίκες και «στανικῶς
πιάσαν ἕνα κορίτζι νά τό διατιμήσουν» (1.5, σ. 167) κι εκείνος παρεμβαίνει, φέρνοντάς
τους προ των ευθυνών τους, «Ἐσεῖς νοικοκυρόπουλα εἶστε, νά βοηθήσετε κ’ ἐσεῖς νά
λευτερωθῇ ἡ πατρίδα, ἤ παντίδοι; Νά σᾶς πιάσῃ στανικῶς τήν ἀδελφή σας τόσες ἡμέρες
νά κάνῃ ἕνας τό κέφι του καλά σᾶς ἔρχεται; Δέν τόν σκοτώνετε τόν αἴτιον; -Ναί,
ἔλεγαν. -Ἐγώ δέν σᾶς πειράζω, οὔτε θέλω νά μαθευτῆτε. Τό κορίτζι νά τό δικιώσετε.
Ὅπου βρῆτε γυναῖκα ὁποῦ σᾶς θέλῃ μοναχή της, νά πᾶτε ἐλεύτερα· στανικῶς -
σκοτωνόμαστε.» (1.5, σ. 167)
Ευρισκόμενος ο Μακρυγιάννης στο χωριό, Μέγα Σπήλαιο, ακούει για όσα
υποφέρουν οι κάτοικοι «ἀπό τήν τυραγνίαν τῶν καλογέρων» (1.10, σ. 309), καθώς
«ὅ,τι παίρνουν τό ἁρπάζουν αὐτεῖνοι» (1.10, σ. 309). Τους προτείνει τότε ν’ αφήσουν
το χωριό τους και να πάνε σ’ άλλο χωριό εθνικό και η απάντηση της παπαδιάς, στης
οποίας το σπίτι έκαναν κονάκι, ήταν καταλυτική και σκληρή στην αλήθεια της, τόσο
πολύ μάλιστα που και κείνος έκλαψε: «"Ὅταν ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι, ἐμεῖς ἤμαστε μέσα εἰς
τό βάλτο, ’σ τό νερό τόσες ψυχές, νά γλυτώσουμεν· καί ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι καί μᾶς
πιάσανε· καί ἦταν τό σῶμα μας καταματωμένο ἀπό τίς ἀβδέλλες – μᾶς φάγαν· καί τά
παιδιά πεταμένα μέσα – γιομᾶτο τό νερό, σάν μπακακάκια πλέγαν· κι’ ἄλλα ζωντανά
κι’ ἄλλα τελείωσαν. Καί μ’ ἔπιασαν οἱ Τοῦρκοι καί μέ κοιμήθηκαν τριάντα ὀχτώ· καί μ’
ἀφάνισαν κ’ ἐμένα καί τής ἄλλες. Διατί τά τραβήσαμεν αὐτά; Δι’ αὐτείνη τήν πατρίδα.
Καί τώρα δικαιοσύνη δέν βρίσκομεν ἀπό κανέναν· ὅλο δόλο καί ἀπάτη". Κ’ ἔκλαιγε μέ
πικρά δάκρυα. Τήν παρηγόρησα. Μέ πῆρε τό παράπονο κ’ ἔκλαψα κ’ ἐγώ.» (1.10, σ.
309)
Αν ο Μακρυγιάννης έμενε απλά στην αφήγηση τέτοιων περιστατικών, που δεν
είναι λίγα, το κείμενό του θα θύμιζε δημοσιογραφικές καταγραφές, στις οποίες ο
γράφων αφηγείται, σχολιάζει και, κατά περίπτωση, εμπλέκεται συναισθηματικά.
Όμως δεν συμβαίνει αυτό, διότι παρεμβαίνει άμεσα ή απευθύνεται στη διοίκηση του
νέου ελληνικού κράτους, ζητώντας προστασία, ηθική και υλική, των χηρών και των
ορφανών του Αγώνα, παρότι συχνά τέτοιες προσπάθειες αποβαίνουν εις βάρος του.
Άλλοτε οργίζεται με την κατάντια πολλών από κείνους που ανέλαβαν τα ινία της
πολιτικής ζωής του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οι οποίοι, παρά τη διακήρυξη
του Προσωρινού Πολιτεύματος της Α' Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου το 1822, για
την κοινωνική προστασία και φροντίδα όσων επλήγησαν από τον Αγώνα,
περιλαμβάνοντας ρητή μνεία ότι το κράτος έχει υποχρέωση να λάβει μέτρα για την
περίθαλψη των χηρών και των ορφανών των πεσόντων στον απελευθερωτικό Αγώνα,
ελάχιστα ή καθόλου πράγματα έκαναν προς αυτή την κατεύθυνση.
Ενδεικτικά αναφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τα χρόνια της
Αντιβασιλείας: «Εἰς τόν Ἀντιβασιλέα τόν Γκράφη (Graf = Κόμης, Γκράφης, ο κόμης
Άρμανσμπεργκ) πῆγε μιά ἡμέρα ἑνοῦ πρωταγωνιστῆ ἡ γυναῖκα κ’ ἔκλαιγε τήν γύμνια
της, τήν πεῖνα της, τήν δική της καί τῶν ἀρφανῶν της. Ὁ Ἀντιβασιλέας ὁ Γκράφης ὅταν
ἄκουγε δικαιώματα, «δέν εἶχε τό ταμεῖον». Πῆγε ἡ γυναῖκα χίλιες φορές καί τήν
περίπαιζε. Ὕστερα σέ πεθαμένον ἄνθρωπον ἔκαμε τήν ἐπιθυμίαν του καί τῆς ἔδωσε τήν
ἀνταμοιβήν - ἀπό τά αἵματα τοῦ ἀντρός της καί συγγενῶν της - κι’ ἀγόρασε παπούτζια·
καί πῆρε καί τόν ναῦλον της καί πῆρε τ’ ἀρφανά της καί πάει εἰς τήν δυστυχίαν της.
Δυστυχισμένη Ἑλλάς, δυστυχισμένοι Ἕλληνες! Ἀναθεματισμένοι κυβερνῆτες, ὁποῦ μᾶς
κυβέρνησαν ἀρχή ὡς τέλος!» (3.6, σ. 413)
Οικογενειάρχης και πολυφαμελίτης ο ίδιος ο Μακρυγιάννης, σε πολλά σημεία του
έργου του αναδεικνύει τη μοίρα των φαμελιών, κυρίως εκείνων που έχασαν την
προστασία του πατέρα λόγω του θανάτου του σε μάχες για την ελευθερία, αλλά και
κείνων που κινδύνευαν ποικιλότροπα λόγω των πολιτικών συγκρούσεων.
Με τον ίδιο να βρίσκεται σε συνεχή σχεδόν δράση, παρά τις πληγές του κορμιού
του, εκείνη που φαίνεται να τον στηρίζει αδιαλείπτως είναι η σύζυγός του, η
αρχοντοπούλα Κατίγκω (Αικατερίνη) Σκουζέ (1810-1877), κόρη του Χατζή
Γεωργαντά Σκουζέ, την οποία αρραβωνιάστηκε τον Ιούνιο του 1825 και τη
νυμφεύθηκε στις 21 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, με κουμπάρο τον οπλαρχηγό
Γιάννη Γκούρα από το χωριό Πανουργιάς (Ντρέμισσα) της Φωκίδας, ενώ εκείνη ήταν
δεκάξι χρονών. Με την Κατίγκω απέκτησε συνολικά δώδεκα παιδιά, δέκα αγόρια και
δύο κορίτσια, από τα οποία, τέσσερα αγόρια απεβίωσαν ενώ ο ίδιος ζούσε.
Περιδιαβαίνοντας τις σελίδες των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, η
σύζυγός του είναι θαρρείς αενάως παρούσα, όχι οπωσδήποτε με αναφορά στο όνομά
της, αλλά από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από το γνοιάξιμο του γράφοντος για τη
δική του και τις άλλες φαμελιές, αλλά και από τα τραπεζώματα στο σπίτι τους, όπου
φτάνουν διάφοροι, για να συζητήσουν τα τρέχοντα ή για να βρουν καταφύγιο, αλλά
και από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η φαμελιά του εξ αιτίας της δικής του
δράσης. Να, μερικές ενδεικτικές αναφορές: «Ἔβαλα τό κρασί τῶν συγγενῶν τῆς
γυναικός μου κι’ ὅλους τούς ζαϊρέδες, ἀγόρασα ρύζι ἑξακόσιες ὀκάδες, ὄσπρια κι’ ὅλα
τ’ ἀναγκαῖα· κι’ ἁλάτισα τόσα βόδια καί γουρούνια. Κ’ ἔτρωγαν ὅσους ἀνθρώπους εἶχα
μαζί μου, κι’ ἀχώρια οἱ λαβωμένοι καί οἱ ἄλλοι,…» (1.9, σ. 252) / «Μοῦ κόβουν τόν
μιστόν μου, ’σ ἕναν ξένον τόπον μέ τόση φαμελιά.» (2.2, σ. 315) / «Πῆγε καί εἶπε (ενν.
ο Μιχάλης Δράμαλης) τῆς γυναικός μου· «Νά στείλῃς ναὐρῇς τόν Μακρυγιάννη, οὖθεν
εἶναι νά μήν περάσῃ ἀπό ἐκεῖνο τό σοκάκι, θά τόν σκοτώσουνε. Ἦρθαν καί μ’ ηὗραν
καί πῆγα ἀπό ἄλλο μέρος.» (2.3, σ. 322) / «Ἐκεῖ ὁποῦ πολεμούσαμεν εἰς τό παζάρι,
ὁποῦ μᾶς βάρεσαν ἄξαφνα, ἦρθαν καί μοῦ εἶπαν βαροῦνε τό σπίτι μου.» (2.2, σ. 324) /
«Μοῦ λέγει (ενν. ο Ψύλλας, γραμματέας Εσωτερικού)· «Διατί εἰσαι περαμένος μέ τήν
Κυβέρνηση; -Ὅτ’ εἶμαι μέ τόση φαμελιά καί δέν ἔχω νά τή ζήσω. Κι’ ὅταν κλέβαν οἱ
ἄλλοι κ’ ἔχουν καί τρῶνε τώρα, ἐγώ, τό γνωρίζεις ὁ ἴδιος, ἀγωνιζόμουν καί
πληγωνόμουν καί πλέρωνα κι’ ἀπό τά ἐδικά μου.» (3.2, σ. 359) / «Σκαλίζω τόν κῆπο
μου νά γένουν τά λάχανα νά φάγω μέ τά παιδιά μου καί μέ τόσες φαμελιές τῶν
σκοτωμένων ὁποὖναι εἰς τό σπίτι μου. Οἱ ἀγωνισταί, ὁποῦ ἀγωνίστηκαν, δέν τούς
δώσετε οὔτε ἕνα ἀριστεῖον· ἐνταυτῷ ὅσοι ἦταν μακρυά ἀπό τούς κιντύνους ὅλους τούς
δικιώσατε - βαθμούς, μιστούς πλουσιοπάροχους! Κι’ αὐτεῖνοι ὁποῦ ἀγωνίστηκαν
περπατοῦνε εἰς τόν ἕναν καί εἰς τόν ἄλλον νά φάνε κομμάτι ψωμί. Ἔχω καμπόσους
τοιούτους εἰς τό σπίτι μου, κύριε Ὑπουργέ (ενν. τον Σμάλτζη, υπουργό πολέμου), ὁποῦ
τούς θρέφω νά μήν πᾶνε διά ψωμί σέ κακές στράτες καί τούς βάλετε εἰς τούς νόμους
καί τούς κόψῃ ἡ τζελατίνα - θά τούς χρειαστοῦμεν καμιάν βολά· δι’ αὐτό σκαλίζω καί
δέν βάνω νιφόρμα (uniform, στρατιωτική στολή), ὅτι κορνιαχτίζεται ἀπό τό σκαλιστῆρι.
Κι’ ὅταν βγαίνω μέ χωρίς νιφόρμα, κι’ ὁ Βασιλέας νά εἶναι δέν τόν χαιρετῶ - οὔτε τόν
καταφρονῶ.» (3.4, σ. 381) / «Τόν μιστόν μου ἀφίνω διά τούς φτωχούς ἀγωνιστάς, μ’
ὅλον ὁποῦ κ’ ἐγώ εἰμαι φτωχός, ὅμως αὐτεῖνοι πεθαίνουν τῆς πείνας. Καί δι’ αὐτό μέ
ὑποπτεύθηκαν.» (3.3, σ. 408)
Φίλες και φίλοι, όπως καταλαβαίνετε, στα πλαίσια μιας ομιλίας δεν είναι εύκολο
να ειπωθούν όλα όσα από το έργο του Μακρυγιάννη πηγάζουν για τις γυναίκες. Έτσι,
προσπάθησα μέσα απ’ όσο γινόταν λιγότερες δικές μου παρεμβολές να πραγματευτώ
το θέμα, αφήνοντας την παραστατική περιγραφή του, να μιλήσει γι’ αυτό, διότι, όπως
έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης (Δοκιμές, τ. 1 ος , σ. 255), αλλά κι εσείς θα διαπιστώσατε
μέσα από αρκετά από τα παραθέματα, «Τό περιεχόμενο τῆς γραφῆς τοῦ Μακρυγιάννη
εἶναι ὁ ἀτελείωτος και ὁ τραγικός ἀγώνας ἑνός ἀνθρώπου, πού μέ ὅλα τά ἔνστικτα τῆς
φυλῆς του ριζωμένα βαθιά μέσα στά σπλάχνα του, ἀναζητᾶ τήν ἐλευθερία, τό δίκιο, τήν
ἀνθρωπιά», τα οποία, θα πρόσθετα, υπηρετεί πολυδιάστατα.
Επίσης, από τον τρόπο που μιλάει για τις γυναίκες προκύπτουν χρήσιμες σκέψεις
και συμπεράσματα για την εποχή μας, η οποία παρά τη νομική ισοτιμία των
γυναικών, αυτές υφίστανται ποικίλες διακρίσεις, ενώ, από την άλλη, οι ίδιες οι
γυναίκες είχαν και έχουν να διαχειριστούν όχι μόνο το πώς τις βλέπουν και τις
αντιμετωπίζουν οι άλλοι, αλλά το πώς οι ίδιες προσδιορίζουν τον εαυτό τους και τη
θέση τους μέσα στην κοινωνία. Κι αυτό το δεύτερο, αν θέλετε, είναι το κρίσιμο, διότι
οι γυναίκες δεν αρκεί να κατακτούν ανδρικές, μέχρι πριν κάποια χρόνια, θέσεις στον
δημόσιο βίο, αλλά, αφού γίνουν μέρος τους, να τις διαχειρίζονται χωρίς να μιμούνται
αρνητικά ανδρικά πρότυπα και οφείλουν να έχουν κατά νουν πως δεν είναι εχθροί με
τους άνδρες, αλλά συνοδοιπόροι. Διότι αν κυριαρχεί ο αμοιβαίος σεβασμός, τότε οι
αποστάσεις και τα προβλήματα που από την συνύπαρξή τους υπάρχουν, λειαίνονται
και ο κοινωνικός βίος είναι πιο ειρηνικός.
Αυτά τα σημειώνω και με αφορμή τη χθεσινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας,
ημέρα μνήμης των αγώνων του κινήματος για τα δικαιώματα των γυναικών, των
οποίων τους καρπούς δρέπουμε οι γυναίκες των δυτικών κοινωνιών, αλλά πολλές
άλλες ανά τον κόσμο στερούνται και τα αυτονόητα, ακόμα και την εκπαίδευση, η
οποία θα μπορούσε κάπως ν’ αλλάξει τη ζωή τους.
Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω τη φιλόξενη Στέγη Γραμμάτων «Κωστής
Παλαμάς», την Εταιρεία Λογοτεχνών Ν/Δ Ελλάδος που περιέλαβε στο πρόγραμμα
των Φιλολογικών Βραδινών την ομιλία μου, με την οποία τιμά και την Παγκόσμια
Ημέρα της Γυναίκας, και φυσικά όλους εσάς που με τιμήσατε με την παρουσία και
την προσοχή σας.