Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ: Επέτειος Διακοσίων χρόνων από την αυτοθυσία του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου στην Ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου

 Επέτειος Διακοσίων χρόνων από την


αυτοθυσία του Ιωάννη


Παπαδιαμαντόπουλου στην Ηρωική


Έξοδο του Μεσολογγίου

Του Γεωργίου Λ. Μαργαρίτη








(Oμιλία στον κύκλο των Φιλολογικών Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών

τη Δευτέρα 27η Αριλίου 2026 στη Στέγη Γραμμάτων ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ")


Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων

Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν

Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.


Έτσι απαθανάτισε γλαφυρά ο εθνικός μας

ποιητής Διονύσιος Σολωμός στα σχεδιάσματα του

ποιήματος Ελεύθεροι Πολιορκημένοι την Ηρωική

Έξοδο των επαναστατημένων Ελλήνων του

Μεσολογγίου.


200 χρόνια πέρασαν από το ηρωικό εκείνο

γεγονός ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων της 11 ης

Απριλίου 1826. Σήμερα, στον ιστορικό απόηχο


2


εκείνων των γεγονότων, είναι επιβεβλημένη η

παρουσίαση του βίου του διοικητή των Ελεύθερων

Πολιορκημένων Ελλήνων Μεσολογγιτών Ιωάννη

Παπαδιαμαντόπουλου που πρόσφερε την ζωή του για

την ελευθερία, τα ιδανικά και τις αξίες των

επαναστατημένων Ελλήνων. Ένα πρόσωπο που

διαδραμάτισε έναν από τους σπουδαιότερους ρόλους

στην Ελληνική Επανάσταση και που δυστυχώς δεν

έχει τύχει της ανάλογης τιμής και δόξας από τους

σύγχρονους Έλληνες.


Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος γεννήθηκε

στην Κόρινθο, τον Μάρτιο του 1766. Η καταγωγή του

όμως δεν ήταν από την Πελοπόννησο αλλά από την

Ήπειρο και πιο συγκεκριμένα από το χωριό Πλαίσια

των Κατσαναχωρίων. Παππούς του υπήρξε ο

Διαμαντής Μαργαρίτης. Ο αδερφός του Διαμαντή,

Γεώργιος Μαργαρίτης ήταν προύχοντας ιερέας του

χωριού Πλαίσια και κρεμάστηκε από τους Τούρκους

το 1742.


3


Για το ιστορικό αυτό περιστατικό γράφει ο

Ιωάννης Λαμπρίδης στα Ηπειρώτικα Μελετήματα

σχετικά με την ιστορία των Κατσαναχωρίων: «Κατά

διαταγή του διοικητού Ιωαννίνων Αχμέτ Πασά ο εκ

του χωριού Πλαίσια ιερεύς και Αγιάν   των

Κατσαναχωρίων βιλαέτης Γεώργιος Μαργαρίτης

απηγχονίσθη μετά την τέλεσιν της θείας λειτουργίας

και εν τω νάρθηκι της εκκλησίας του χωριού τούτου,

ένεκα ψευδεστάτων καταθέσεων αμείλικτων εχθρών

του» ( Να σημειωθεί εδώ ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο όρος

Ayan αναφερόταν σε τοπικούς προκρίτους ή προεστούς που

λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και

του λαού.)


Μετά από αυτό το φρικτό γεγονός, ο αδερφός

του Διαμαντής Μαργαρίτης ιερέας κι αυτός

αναγκάστηκε να φύγει με την οικογένεια του και να

εγκατασταθεί στο Αιτωλικό κυνηγημένος από τους

Τούρκους. Μάλιστα λέγεται ότι ο παπά-Διαμαντής

Μαργαρίτης αφού πλήρωσε πολλά φλουριά έφυγε


4


νύχτα με άλογα πεταλωμένα ανάποδα για να μην

ανακαλύψουν τα ίχνη του οι Τούρκοι.


Ο Ηπειρώτης ιερέας, πρόσφυγας πλέον στο

Αιτωλικό, έχτισε την εκκλησία των Ταξιαρχών κι έγινε

εφημέριος της μέχρι τον θάνατό του . Ο παπά-

Διαμαντής άφησε δύο γιούς τον Αναστάσιο και τον

Γεώργιο ο οποίος ήταν και ο πατέρας του Ιωάννη

Παπαδιαμαντόπουλου. Οι δυο γιοί αποφάσισαν να

φύγουν απ’ το Αιτωλικό και να κινήσουν για την

Πελοπόννησο. Ο Αναστάσιος εγκαταστάθηκε στη

Πάτρα και ο Γεώργιος στην Κόρινθο. Και οι δύο έγιναν

έμποροι κι όταν κάποια στιγμή έσμιξαν στην Πάτρα,

αποφάσισαν να αλλάξουν το επώνυμο τους πιθανόν

φοβούμενοι τους Τούρκους κι από Μαργαρίτης να

γίνουν Παπαδιαμαντόπουλοι δηλαδή παιδιά του

Παπαδιαμαντή.


Ο Γιώργος στην Κόρινθο παντρεύτηκε την κόρη

ενός ιερέα κι απόκτησε δύο παιδιά τον Ιωάννη και

την Ανθή . Τα δύο αδέλφια έχασαν τους γονείς τους


5


σε μικρή ηλικία και η Ανθή ανέλαβε να μεγαλώσει τον

αδελφό της. Ο Ιωάννης σπούδασε στα κοινά

γράμματα και στην αριθμητική κι όταν ενηλικιώθηκε

αποκατέστησε την αγαπημένη του αδελφή στην οποία

δώρισε ολόκληρη την πατρική περιουσία. 20 χρονών

πια κι αφού είχε παντρέψει την αδερφή του, το 1786

άφησε την Κόρινθο και ήρθε στην Πάτρα στο θείο του

Αναστάσιο.


Δουλεύοντας ως υπάλληλος κοντά στον θείο

του Αναστάσιο με την ευφυία του, την

επιδράστικότητα του, την επιμέλεια, την

εργατικότητα και το ζήλο του κατάφερε την μέτρια

εμπορική επιχείρηση του θείου του να την αναπτύξει

και να την διευρύνει έτσι ώστε 8 χρόνια μετά να

θελήσει να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, δηλαδή

στην δημιουργία μιας δικής του επιχείρησης.


Πράγματι το 1794 συνεταιρίζεται με τον

πλούσιο έμπορο και κτηματία Δημήτριο Ανάγνου με


6


την νέα επιχείρηση του να ξεπερνά ακόμη κι εκείνη

του θείου του.


Η εμπιστοσύνη που ενέπνεε η προσωπικότητα κι

ο χαρακτήρας του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου

έκανε πολλούς πλούσιους εμπόρους και κτηματίες της

εποχής, να του διαθέτουν κατά την κρίση του την

κτηματική παραγωγή των προϊόντων τους. Ονόματα

όπως ο Κιαμίλ Μπέης της Κορίνθου, Ο Βαλής της

Θεσσαλονίκης, έμποροι της Επτανήσου κι Έλληνες

έμποροι του εξωτερικού εμπιστεύονταν τον

Παπαδιαμαντόπουλο για την πώληση των προϊόντων

τους λαμβάνοντας ο ίδιος την αντίστοιχη προμήθεια.

Με τον καιρό καταφέρνει να πραγματοποιεί

απευθείας το ανταλλακτικό εμπόριο των Ελλήνων του

εξωτερικού, με όπλο το εμπόριο της σταφίδας, χωρίς

την μεσολάβηση των προξενείων Αγγλίας και

Ολλανδίας ή την εξάρτηση από τους ναυτικούς που

μετέφεραν τα ελληνικά προϊόντα στα ξένα λιμάνια.


7


Το εμπορικό του δαιμόνιο θριαμβεύει όταν

ευφυέστατα θεωρεί πώς με τα ιδιόκτητα πλοία, που θα

ταξιδεύουν ακόμα και στην Αμερική και με φθηνούς

ναύλους, θα κατάφερνε να βγάλει μεγαλύτερο κέρδος

και να μειώσει την προμήθεια των μεσαζόντων για

τους Έλληνες εμπόρους. Έτσι θα ήταν κερδισμένοι

όλοι. Πράγματι κινούμενος με απίστευτη ευφυία και με

μειωμένο κόστος κατασκευάζει στο Γαλαξίδι μεγάλα

πλοία χρησιμοποιώντας τους τεχνίτες από τους

ταρσανάδες, τα ναυπηγεία δηλαδή, του Μεσολογγίου

που εκείνη την εποχή το έργο τους άκμαζε

μεταφέροντας την τεχνογνωσία τους στο Γαλαξίδι.

Έτσι δημιουργεί έναν μεγάλο δικό του Γαλαξιδιώτικο

στόλο και κάνει το Γαλαξίδι ναυτική εμπορική δύναμη.

Μάλιστα είναι αυτός που ιδρύει τον πρώτο

Γαλαξιδιώτικο εμπορικό Σύνδεσμο κι ανοίγει μια νέα

εποχή για την πόλη.


Δεν του έφτανε όμως μόνο αυτό. Ιδρύει στην

Πάτρα Ιδιωτική τράπεζα έχοντας ανταποκριτές στα


8


εμπορικά κέντρα της ανατολής και της δύσης όπως

στην Κωνσταντινούπολη, στο Λονδίνο, στη

Μασσαλία, στη Τεργέστη, στην Ανκόνα, στο Λιβόρνο,

στη Σμύρνη στην Αλεξάνδρεια, στη Μάλτα στην

Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο. Δίκαιος και τίμιος σε όλες

του τις συναλλαγές ενέπνεε εμπιστοσύνη και αυτό του

απέφερε τεράστια οικονομικά κέρδη.


Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ο

Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος έχει πλέον εδραιωθεί

ως ένας από τους πιο πλούσιους εμπόρους της

Πελοποννήσου. Τον Ιούνιο του 1800 παντρεύεται

στην Πάτρα την Ελένη Καλαμογδάρτη την κόρη του

σημαντικότερου προκρίτου της Αχαΐας Ιωάννη

Καλαμογδάρτη αποκτώντας μαζί της πολλά παιδιά από

τα οποία επέζησαν έξι.


Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες ο Ιωάννης

για τους πατρινούς υπήρξε εκείνος που με την

πατρική του φιγούρα προστάτευε τους Έλληνες

υπηκόους, αφού πάντα μεσολαβούσε πείθοντας την


9


οθωμανική διοίκηση, να μειώσει τους φόρους για

αυτούς, διπλασιάζοντάς τη δική του φορολογική

επιβάρυνση. Με το κύρος και τον ήπιο χαρακτήρα του

υπήρξε ο κυματοθραύστης των βίαιων αποφάσεων

των Τούρκων, καθώς ακόμα και αυτοί τον σέβονταν

και τον εκτιμούσαν. Και οι δύο πλευρές άκουγαν τη

γνώμη του, γνωρίζοντας τον δίκαιο και ηθικό

χαρακτήρα του. Κάθε αδικημένος έβρισκε άσυλο στην

οικία του. Οι υπάλληλοι του αμείβονταν

πλουσιοπάροχα ενώ τους παρείχε στέγη και τροφή.

Και αφού έχει φτάσει στο απόγειο της δόξας και

του πλούτου, έρχεται η ώρα να μυηθεί στη Φιλική

Εταιρεία το 1819 και να μπει μπροστά με όλα τα

εφόδια που διέθετε, στον αγώνα για την

απελευθέρωση. Και εκεί αποδεικνύεται το μεγαλείο

της προσωπικότητας και της δίψας του για ελευθερία

της πατρίδας. Τι κι αν έγινε ένας από τους πιο

πλούσιους Έλληνες εμπόρους στον Ελλαδικό χώρο,

τι κι αν ζούσε με όλες τις ανέσεις της εποχής


10


πλουσιοπάροχα έχοντας κυριολεκτικά στα πόδια του

Έλληνες και Οθωμανούς! Η ανήσυχη ψυχή του για

ελευθερία των Ελλήνων , η αγάπη του για την

πατρίδα , η ανάμνηση των δολοφονιών και των

κακουχιών των προγόνων του, από τους Οθωμανούς

κατακτητές, ζύγιζαν πολύ περισσότερο από το

χρυσάφι όλου του κόσμου. Λέγεται πως η περιουσία

του εκείνη την εποχή άγγιζε τα 3.000.000 γρόσια (

σημερινή αξία με βάση την τιμή του χρυσού

55.000.000 ευρώ ).


Είναι εκείνη η εποχή που ο ίδιος ο Αλέξανδρος

Υψηλάντης τον επιλέγει λόγω της μεγάλης εκτίμησης

που τρέφει στο πρόσωπο του, ως γενικό ταμία των

κοινών χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας γνωστής ως

της Κάσας της Εταιρείας του Γένους. Ο ίδιος γίνεται

ταυτόχρονα και μόνιμος χρηματοδότης της, ενώ

επιτυγχάνει να μαζέψει δωρεές κι από άλλους

πρόθυμους προκρίτους ήδη από την συνέλευση της

Βοστίτσας τέλη Γενάρη του 1821.


11


Μέσα σε λίγους μήνες όλα αλλάζουν στην ζωή

του. Είναι όμως αποφασισμένος να βοηθήσει πάση

θυσία τον αγώνα. Και το αποδεικνύει περίτρανα όταν

ηγείται του ξεσπάσματος της επανάστασης. Είναι το

μεσημέρι της 21 ης Μαρτίου 1821 όταν η μοίρα

επιλέγει την οικία του Παπαδιαμαντόπουλου στην

Πάτρα για να γίνει το σκηνικό που ανάβει τη φλόγα

της ελληνικής επανάστασης . Δεν είναι τυχαίο που ο

αυτόπτης μάρτυρας γραμματέας του Ολλανδικού

προξενείου στη Πάτρα, Jean Solair μας πληροφορεί

ότι αυτή είναι και η γενέθλια μέρα της Επανάστασης.

Ας δούμε όμως πως οι πηγές αναφέρονται σε

εκείνα τα δραματικά γεγονότα για την πόλη των

Πατρών.


Εἶτα τῇ 21 Μαρτίου ἐξῆλθον ἔνοπλοι εἰς τὴν

ἀγορὰν τῆς πόλεως, καὶ περιεκύκλωσαν πρῶτον τὸ

ὀσπήτιον τοῦ Ἰωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, ὅπου

ὑπώπτευον ὅτι εὑρίσκονται ἐναποτεθειμένα ἅρματα.

Αλλὰ, μὲ τὸ νὰ εὗρον κεκλεισμένας τὰς πόρτας,


12


ἄρχησαν τὸν πόλεμον ἔξωθεν, καὶ τοῦ ἐφόνευσαν εἰς

τὸ παράθυρον ἕνα ἄνθρωπον· ἔπειτα ἔβαλον πυρκαϊὰν

εἰς τὰ πέριξ ὀσπήτια. Εἰς δὲ τὴν Μητρόπολιν͵ δὲν

ἐτόλμησαν νὰ πλησιάσουν, νομίζοντες, ὅτι εὑρίσκονται

μέσα Ἕλληνες κεκρυμμένοι· (από τα

Απομνημονεύματα Παλαιων Πατρών Γερμανού).

Τὴν αὐτὴν ἡμέραν 21 Μαρτίου ἀνέβησαν ἔνοπλοι ἕως

100 Τοῦρκοι ἐκ τοῦ Ῥίου εἰς τὴν πόλιν τουφεκίζοντες.

τινὲς δὲ αὐτῶν ἐμβάντες εἴς τι ῥακοπωλεῖον κατὰ τὴν

ἐνορίαν τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀφ᾽ οὗ ἐμέθυσαν, ἔχυσαν

ῥακὴν ἔν τινι λεκάνῃ, καὶ ἐμβάψαντες τὰ

παρευρεθέντα παλαιόπανα, τὰ ἄναψαν, καὶ δι' αὐτῶν

ἔκαψαν τὸ ῥακοπωλεῖον· ἐφόνευσαν δὲ καὶ τὸν

ῥακοπώλην·ἐκεῖθεν ὑπῆγαν νὰ πατήσωσι τὴν οἰκίαν

τοῦ Παπαδιαμαντοπούλου. ἀλλ᾽ εὑρόντες ἀντίστασιν

αὐτοὶ μὲν, τὴν ἐπολέμουν κάτωθεν, οἱ δὲ ἐν τῇ

ἀκροπόλει τὴν ἐκανονοβόλουν ἄνωθεν. Ἐν τοσούτῳ,

αἱ φλόγες τοῦ ῥακοπολείου διεδόθησαν καὶ πολλαὶ

οἰκίαι ἐκάησαν. Ἦσαν παμπολλοὶ Ἑπταννήσιοι ἐν τῇ


13


πόλει, ἐξ ὧν πολλοὶ Φιλικοί. Οὗτοι ἀκούσαντες τὸν

τουφεκισμὸν καὶ βλέποντες τὰς φλόγας, ὡπλίσθησαν

καὶ ἔτρεξαν εἰς διάφορα μέρη (Τρικούπης , Ιστορία της

Ελληνικής Επανάστασης. )

Σύμφωνα και με άλλες μαρτυρίες μετά το μεσημέρι

της 21 ης Μαρτίου οι τούρκοι επιτίθενται όπως

αναφέρεται και παραπάνω στο σπίτι του

Παπαδιαμαντόπουλου. Στην ανταλλαγή πυροβολισμών

σκοτώνεται ο θείος του Ιωάννη, Διαμαντής

Παπαδιαμαντόπουλος.

Τότε βλέποντας τον θείο του να σκοτώνεται δίνει

αμέσως τὸ σύνθημα τής Επαναστάσης. Ανεβαίνει στο

υπερώο της οικίας και πυροβολεί τρεις φορές στον

αέρα καθώς αυτό ήταν το σύνθημα για να σπεύσει σε

βοήθεια το έμμισθο σώμα πολεμιστών που διέθετε με

αρχηγούς τον Καρατζά και τον Ανδριτσόπουλο. Αυτοί

σπέρνουν τον πανικό στους Τούρκους και με την

βοήθεια του σώματος των Επτανησίων που κατοικούν

στη Πάτρα τους αναγκάζουν να οχυρωθούν στο


14


Κάστρο. Η Πάτρα γίνεται η πρώτη πόλη που

ελευθερώνεται προσωρινά . Ο Παπαδιαμαντόπουλος

πηγαίνει μαζί με τον Λόντο στο μοναστήρι του Ομπλού

συγκεντρώνοντας όλες τις πολεμικές δυνάμεις των

Ελλήνων κι από εκεί ειδοποιεί όσους βρίσκονταν στα

Νεζερά και στα Καλάβρυτα να σπεύσουν για βοήθεια.

Έχει επίσης προνοήσει να φυγαδεύσει την οικογένεια

του στην Ζάκυνθο που άνηκε τότε στους Άγγλους.

Την 25 η Μαρτίου φτάνουν στην Πάτρα από τις γύρω

περιοχές ο Παπαδιαμαντόπουλος με τον Λόντο και

400 περίπου στρατιώτες κρατώντας την επαναστατική

κόκκινη σημαία και τον μαύρο σταυρό πάνω της.

Έπειτα καταφθάνουν οι Κουμανιώτες, ο Ζαίμης, ο

Ρούφος κι ο π.π Γερμανός. Την ίδια ημέρα στην

πλατεία Αγίου Γεωργίου μπροστά στην

προαναφερθείσα σημαία και σε ένα μεγάλο ξύλινο

σταυρό ο π.π Γερμανός ορκίζει τους αγωνιστές και

ξεκινάει τυπικά την Επανάσταση.


15


Από εκείνες τις ημέρες και μετά η ζωή του

Παπαδιαμαντόπουλου αλλάζει. Βγάζει τα πολυτελή

ρούχα και κοιμάται στην ύπαιθρο. Μοιράζει τα

υπάρχοντά του στους αγωνιστές και αγοράζει

πολεμοφόδια από το εξωτερικό για τον αγώνα.

Οποιαδήποτε στιγμή η Διοίκηση των

Επαναστατημένων Ελλήνων τον διατάζει να πάει είτε

να διαπραγματευτεί είτε να μεσολαβήσει για να λύσει

προβλήματα, ο Παπαδιαμαντόπουλος υπακούοντας

πάντα βρίσκεται εκεί. Στην παραλαβή του φρουρίου

του Ναυπλίου, στη διαχείριση των πλοίων Ύδρας και

Σπετσών, στο να δώσει στους Υδραίους 6000 γρόσια,

στις διαπραγματεύσεις ξένων δανείων και στην

εξομάλυνση παθών του εμφυλίου πάντα δίνει το

παρών. Δεν ασχολείται πλέον με τίποτε άλλο παρά

μονάχα με τις υποθέσεις τις πατρίδας.


Έτσι έρχεται και η ώρα που η κυβέρνηση στις

12/03/1825 διορίζει τριμελή προσωρινή επιτροπή για

τη διεύθυνση των πολεμικών και πολιτικών


16


πραγμάτων της Δυτικής Ελλάδας. Η επιτροπή

απαρτίζεται από τον πρόεδρο Ιωάννη

Παπαδιαμαντόπουλο και τους Γεώργιο Καναβό και

Δημήτριο Θέμελη. Στις 12 Απριλίου 1825 μεταβαίνει

στο Μεσολόγγι κι αναλαμβάνει πολιτικός διοικητής

του. Τρεις μέρες μετά φτάνουν τα στρατεύματα του

Κιουταχή έξω από την πόλη και ξεκινάει η πολιορκία

του από τους Τούρκους. Οι δυνάμεις των Οθωμανών

που άγγιζαν τις 30.000 περίπου στρατιώτες

περικυκλώνουν την πόλη που αρχίζει σιγά σιγά να

ασφυκτιά έχοντας να αντιμετωπίσει επισιτιστικό

ζήτημα.


Είμαστε τυχεροί γιατί έχει σωθεί η

αλληλογραφία του Παπαδιαμαντόπουλου κι έτσι

μπορούμε να μάθουμε από τον ίδιο τις συνθήκες και

τα προβλήματα αλλά και την ευθύνη που είχε για το

Μεσολόγγι αλλά και για την οικογένεια του που

βρισκόταν στη Ζάκυνθο. Σε επιστολή του προς την

γυναίκα του δυο βδομάδες μετά αφού έχει αναλάβει


17


την διοίκηση των πολιορκημένων του Μεσολογγίου

γράφει:


« Μην στεναχωρείσθε όταν εγώ δια την τιμή

μας, δια την ζωή σας και ησυχίαν σας, απεφάσισα να

βασανίζωμαι και κινδυνέυω το ατομόν μου και δι’

αγάπην της πίστεως και πατρίδος αγωνίζομαι, όσον

δύναμαι, όταν ακούω ότι η φαμίλια μου είναι εις

ασφαλειαν και εν υγεια, αυτό με ευχαριστεί και με

εμψυχωνει δια να αγωνιζομαι με γενναιότητα. Δια την

οικονομία των εξόδων σας ελπίζω να σας εμβασεν ο

Γεώργιος Κάκος από Γαστούνη τα όσα του άφησα…»

(Να σημειωθεί εδώ ότι ο Κάκος Γεώργιος υπήρξε

υπάλληλος του Παπαδιαμαντόπουλου κι ο άνθρωπος -

σύνδεσμος του με την οικογένεια του Σισίνη στη

Γαστούνη) .


Σε άλλη επιστολή τον Ιούλιο του 1825 γράφει


πάλι στην γυναίκα του:


18


«… ημεις ημεθα Πολιορκημένοι ξηρας και

θαλασσης μολονότι τους εχθρούς δεν τους φοβομεθα

αν ητον κι άλλοι τόσοι. Εφθασαμεν εις την εσχατην

απελπισία δια την ελλειψην της μπαρουτης. Φωναζουν

, γραφουν , παρακαλουν με πεζους με εσπρεσα

παρασταινοντας τους την αναγκη μας δεν ηθελησε

κανενας να μας προφθάσει κ’ αν με μπαρουτι. Διο κι

αυθις απεφασισθη πεντε ανδρειοι πατριωτες να

περνουν αναμεσα απ τα καραβια του εχθρου κι ο θεος

να τους βοηθησει να περασουν εις Γλαρεντζα , να

διευθύνουν τα γραμματα μας προς την Διοίκησην και

δι αυτού. Και με την ελπίδα ίσως εύρουν ετοιμασμένη

μπαρούτι εις Γλαρέντζαν δια να μας φέρουν…»


Δυστυχώς η κυβέρνηση κωφεύει, οι Έλληνες

βρίσκονται σε εμφύλιο πόλεμο και οι βοήθειες που

φτάνουν στο Μεσολόγγι είναι μικρές. Δεν φτάνει

όμως μόνο αυτό. Η διχόνοια άρχισε να φωλιάζει και

μέσα στους πολιορκημένους του Μεσολογγίου με

έριδες ανταρσίες και ατασθαλίες κάποιων


19


οπλαρχηγών. Έτσι ο ελβετός φιλέλλην Μάγερ, που

έμενε μόνιμα από το 1821 στο Μεσολόγγι, μετά από

απόφαση της Επιτροπής και του Παπαδιαμαντόπουλου

αναγκάζεται να περάσει με καράβι στη Ζάκυνθο για

να διευθετήσει το ζήτημα. Εκεί μαζί με τον Ρώμα

αποφασίζουν να ιδρυθεί στο Μεσολόγγι με την

επιστροφή του, μυστική πατριωτική Εταιρεία με την

επωνυμία Αδελφότης των Φιλοδικαίων. Σκοπός ήταν η

ένωση και η ομόνοια των πολεμιστών και η μεταξύ

τους εξουδετέρωση των κομματικών αντιθέσεων. Από

τους πρώτους που απάρτιζαν τον πυρήνα της

Εταιρείας υπήρξε και ο Παπαδιαμαντόπουλος. Το

πρόβλημα πληροφορήθηκε και η κύβερνηση καθώς

στάλθηκε από την επιτροπή και ο Κανναβός ο οποίος

αφού ενημέρωσε από κοντά τον Κουντουριώτη δεν

ξαναγύρισε ποτέ στο Μεσολόγγι με αποτέλεσμα η

πολιτική διοίκηση των πολιορκουμένων να μείνει στα

χέρια του Παπαδιαμαντόπουλου και του Θέμελη. Λίγο

καιρό πριν την Έξοδο πεθαίνει κι ο Θέμελης κι ο


20


Ιωάννης μένει ο μοναδικός διοικητής του

Μεσολογγίου.


Σε άλλη επιστολή του προς την Κυβέρνηση και

τον Κουντουριώτη τον Αύγουστο του 1825 ο

Διοικητής του Μεσολογγίου γράφει με αγωνία: « … το

Μεσολόγγι πέντε μήνους σχεδόν πολεμείται

ακατάπαυστως, ημέρα και νύκτα και με μηχανάς

φέρνοντας μας τα χώματα ως βουνόπουλα μας

εγέμισε τα χαντάκια, έφθασε εις τα τείχη, επροχώρησε

και εις μια τάπια λεγομένην Τερίμπιλε με την μηχανή

του, έφθασαν τις προάλλες εις τον έσχατον κίνδυνον,

εσώθη από αυτόν κι ελπίζομεν να σωθεί και εις το

εξής… το Μεσολόγγι κάστρο πλέον δεν υπάρχει, το

καταχάλασεν πλέον ο εχθρός με τον υπερβολικό

κανονισμό, με την μηχανή, μας έφερε τα χώματα εις

τα τείχη… ημείς από μέσα δεν κάνομεν άλλο , ειμή

κόπτομεν χαντάκι και κάμομεν άλλο φρούριο καθώς

θέλει, πληροφορηθείτε τα πάντα παρά του κύριου

Κανναβού. Οι Έλληνες τώρα κάστρο έχουν το στήθος


21


τους. Άλλοι μεν πολεμούν τον εχθρόν κι άλλοι

σκάπτουν ημέρα και νύχτα αδιακόπως . ευρέθη και

τρόπος όσον χώμα σκάβει ο εχθρός το μερόνυχτο του

το κλέπτουν οι Έλληνες εις τέσσερας ώρας…

λαβωμένους έχομεν περίπου διακοσίους.

Εσκοτώθηκαν και σκοτώνονται καθημερινώς οι πλέον

ανδρειότεροι Έλληνες. Ανάγκη πάσα να

ευεργετηθούν με μισθούς όσα περισσότερα μηνιάτικα

ημπορέση η Διοίκησις να ευχαριστηθούν . Να μας

προφθάση με τα αναγκαία , τροφάς και πολεμοφόδια

και χρήματα ικανά…τα αλεύρια που μας έστειλε τας

προάλλες η σεβάσμια Διοίκηση ούτε είκοσι μέρες δεν

μας έφτασε…


Τα παραπάνω περιστατικά αναφέρει παρομοίως

στα απομνημονεύματα του για την πολιορκία του

Μεσολογγίου κι ο αγωνιστής Μίχος Αρτέμης.

Αναφέρει ότι οι Τούρκοι γέμιζαν με χώμα την τάφρο

που βρισκόταν ο προμαχώνας με τα κανόνια και με το

όνομα Τερίμπιλε (στα Ιταλικά σημαίνει τρομερός και


22


ήταν ένας από τους 18 προμαχώνες της οχύρωσης

του Μεσολογγίου.). Έτσι οι Τούρκοι μπόρεσαν να

φτάσουν μέχρι την τάφρο και να καταλάβουν τον

αντιπρομαχώνα. Τότε οι Έλληνες σκέφτηκαν να

κλέβουν υπόγεια το χώμα έτσι ώστε να μην

καταφέρουν οι Τούρκοι να καταλάβουν τον

προμαχώνα . Τέτοια γεγονότα υπήρξαν σχεδόν σε

καθημερινή βάση με εκατέρωθεν νεκρούς και

τραυματίες.


Η κατάσταση στο πολιορκημένο Μεσολόγγι

δυσκόλευε καθώς άρχιζε να έρχεται ο χειμώνας στο

τέλος του 1825. Και σαν να μην έφτανε αυτό στα τέλη

Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου καταφθάνουν στο

Μεσολόγγι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ καθώς ο

Σουλτάνος ζήτησε την βοήθειά του καθώς ο

Κιουταχής δεν είχε καταφέρει να καταλάβει την

ηρωική πόλη. Με την έλευση του Ιμπραήμ σφίγγει

περαιτέρω ο κλοιός γύρω από την πόλη και η

κατάσταση των Πολιορκημένων επιδεινώνεται. Η


23


πείνα και οι στερήσεις μεγαλώνει , οι βροχές και το

κρύο επιδεινώνουν την κατάσταση και όλα φαίνονται

να οδηγούνται στην άλωση .


Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο

Παπαδιαμαντόπουλος αποφασίζει να μεταβεί ο ίδιος με

καΐκι στην Ζάκυνθο με κίνδυνο της ζωής του καθώς

θα έπρεπε να περάσει κρυφά από τον ναυτικό

αποκλεισμό του Ιμπραήμ. Τον συνοδεύουν ο καπετάν

Ζώης Πάνου κι ο στρατηγός Γεώργιος Βαλτινός.


Μέσα στην καρδιά του χειμώνα , την

φουρτουνιασμένη θάλασσα και τα σκοτάδια της

νύχτας περνά από τον άγρυπνο αποκλεισμό των

εχθρικών πλοίων και φτάνει στην Ζάκυνθο. Δεν θέλει

να παραδώσει το Μεσολόγγι και γι’ αυτό είναι έτοιμος

να θυσιάσει και την ζωή του.


Στις 9 Ιανουαρίου 1826 ο

Παπαδιαμαντόπουλος συναντά τους προύχοντες της

Ζακύνθου για να διαθέσουν τροφή στους αγωνιστές .


24


Μάλιστα επειδή οι Πολιορκημένοι δεν είχαν κάτι άλλο

να δώσουν σε αντάλλαγμα η ηρωική φρουρά έδωσε

τα χρυσά κι αργυρά άρματα της ως ενέχυρο . Οι

Ζακυνθινοί όμως δεν το δέχτηκαν, επέστρεψαν τ’

άρματα και έστειλαν χωρίς αντάλλαγμα καράβι για

ανεφοδιασμό της πόλης.


Στη Ζάκυνθο ο Ιωάννης συνάντησε φίλους και

συγγενείς και είδε για τελευταία φορά την γυναίκα

του και τα παιδιά του. Χρέος του να επιστρέψει στην

θέση του και να βοηθήσει το Μεσολόγγι να σωθεί.

Μάταια η γυναίκα του και τα παιδιά του με δάκρυα στα

μάτια τον θερμοπαρακαλούσαν να μην επιστρέψει και

να μείνει μαζί τους. Ούτε οι παρακλήσεις των φίλων

του , του άλλαζαν γνώμη . Είχε λάβει την απόφαση

του. Είχε άλλωστε ορκιστεί Ελευθερία ή Θάνατος

μπροστά στην κόκκινη σημαία με τον μέλανα σταυρό

στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου στη Πάτρα 5 χρόνια

πριν ! Το χρωστούσε στους προγόνους του . Το

χρωστούσε στα παιδιά του που ήθελε να γυρίσουν


25


στην Πάτρα και να ζήσουν ελεύθερα. Το χρωστούσε

στους Μεσολογγίτες που ίσως τους ένιωθε πια κι

αυτούς σαν παιδιά του και δεν ήθελε να τα

εγκαταλείψει μόνα στην δύσκολη εκείνη ώρα. Κι έτσι

χωρίς δισταγμό επιστρέφει μετά από μια εβδομάδα

πίσω στο ηρωικό Μεσολόγγι έτοιμος ακόμη κι αν

χρειαστεί να θυσιάσει και την ζωή του.


11 Φεβρουαρίου 1826 και περίπου ένα μήνα

μετά από μια επιστολή του Παπαδιαμαντόπουλου

προς την κυβέρνηση μαθαίνουμε ότι τα τρόφιμα που

είχαν εφοδιαστεί από την Ζάκυνθο τελείωσαν.

Επανειλημμένως ζητούσε βοήθεια από την κυβέρνηση

Κουντουριώτη αλλά δυστυχώς εκείνο το καιρό ήταν

απασχολημένη με έριδες κι εμφύλιες διαμάχες καθώς

και με τις προσωπικές φιλοδοξίες του προέδρου της.

Στις 25 Φεβρουάριου 1826 πέφτει στα χέρια

των Τούρκων το στρατηγικής σημασίας νησάκι

Βασιλάδι που βρίσκεται μέσα στη λιμνοθάλασσα και το

οποίο λειτουργούσε ως "τείχος" προστασίας για το


26


Μεσολόγγι. Η πτώση του Βασιλαδίου, σε συνδυασμό

με την κατάληψη του Ντολμά άλλης νήσου που

βρισκόταν κοντά στο Αιτωλικό , απέκλεισε πλήρως το

Μεσολόγγι από τη θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός πλέον

της πόλης ήταν αδύνατος.


Στις 13 Μαρτίου 1826 κι αφού έχει σφίξει ο

κλοιός και η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τους

αγωνιστές του Μεσολογγίου ένας τούρκος αξιωματικός

βγαίνει από τα χαρακώματα και ζητάει συνεννόηση για

να παραδοθούν οι Πολιορκημένοι. Η ηρωική γραπτή

απάντηση των Πολιορκημένων : ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΟΥ

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΜΠΟΥΚΕΣ ΤΩΝ

ΚΑΝΟΝΙΩΝ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΑ.


Ο Παπαδιαμαντόπουλος αρνείται να υποταχθεί

κι ακόμη ελπίζει σε βοήθεια από την κυβέρνηση. Δεν

σταματά να στέλνει επιστολές. Η υγεία του είναι

κλονισμένη. Υποφέρει από ποδαλγίες κι οξείς

ρευματισμούς. Δυσκολεύεται να περπατήσει. Ξέρει

πως ο μόνος τρόπος να γλιτώσει σε περίπτωση εξόδου


27


είναι το άλογο του. Κι όμως βλέποντας τους γενναίους

στρατιώτες της φρουράς να λιμοκτονούν αποφασίζει

να τους διαθέσει το άλογο του για τροφή.


Κι έφτασε η Άνοιξη στο Μεσολόγγι. Αυτή η

μαρτυρική Άνοιξη του 1826.Η βοήθεια που περίμεναν

οι Πολιορκημένοι δεν ήρθε ποτέ. Ο

Παπαδιαμαντόπουλος βρίσκεται πλέον κλινήρης από

τους ρευματισμούς που τον ταλαιπωρούν. Αδύναμος

από την ασιτία δεν μπορεί ούτε να σηκωθεί. Ο πιστός

του υπηρέτης, βλέποντας τον κύριο του να

αργοπεθαίνει από την ασιτία, παίρνει τη σκληρή

απόφαση να σφάξει κρυφά το αγαπημένο σκυλάκι του

Παπαδιαμαντόπουλου, το οποίο ήταν η αχώριστη

συντροφιά του. Αφού το μαγειρεύει, του το σερβίρει

για να φάει λέγοντας του ότι στάθηκαν τυχεροί καθώς

είχε πιάσει έναν τυφλοπόντικα. Ο Ιωάννης τρώει,

ανακτά δυνάμεις και σηκώνεται σιγά σιγά για να δώσει

στο αγαπημένο του σκύλο τα κόκκαλα. Μάταια το

καλεί και το προσμένει . Αμέσως καταλαβαίνοντας τι


28


έχει συμβεί ξεσπά σε κλάματα λέγοντας «Καλύτερα να

πέθαινα της πείνας, παρά να μου σφάξεις το σκυλί».

Απρίλιος 1826 . Η πείνα και οι ασθένειες

μαστίζουν την πόλη κι αποδεκατίζουν τους ήρωες.

Τώρα πια μονάχα ένας δρόμος υπάρχει. Η ηρωική

έξοδος. Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος , ο μεγάλος

αγωνιστής κι αρχηγός της Φρουράς Αθανάσιος

Ρατζηκώτσικας κι ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ

αποφασίζουν από κοινού την σύγκλιση συμβουλίου

των στρατηγών και προκρίτων. Πράγματι

συγκεντρώνονται στο ναΐσκο της Αγίας Παρασκευής

για να αποφασίσουν τι θα κάνουν.


Σε εκείνο το συμβούλιο Ελευθερίας ή Θανάτου

κρίθηκε η τύχη και η δόξα του Μεσολογγίου. Στα

απομνημονεύματα ο αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης

μας μεταφέρει την ιστορική στιχομυθία των

οπλαρχηγών με τον Παπαδιαμαντόπουλο:


29


—Κύριε Παπαδιαμαντόπουλε, άποφασίσαμεν

τήν Εξοδόν μας (καί έγκατάλειψιν τής πόλεως) μέ

λύπην μας. Μάς φαίνεται, ώς πολεμικοί (άνδρες, ότι)

έκτελέσαμεν περισσότερων άπ τό χρέος μας καί πρός

τό Εθνος καί πρός τήν Διοίκησίν καί πρός έσέ τον

'Αντιπρόσωπόν της, μέ τήν υπακοήν μας (πρός όλους

σας). Είστε μαρτυς όλων τούτων;—καί ειθε νά

σωθούμεν (ώστε) νά γινης έσύ (καί) ο διερμηνεύς

(τών ύπηρεσιών μας) ες τό Εθνος μας.


—Καί ώς Παπαδιαμαντόπουλος, άποκρίνεται

(αυτός), καί ώς μέλος Διοικητικόν του τόπου τούτου,

εις κάθε μέρος θά φωνάζω τήν άλήθειαν. ότι έκαμετε

περισσότερον άπό τό στρατιωτικον χρέος σας καί εiς

τήν Πατρίδα καί εiς τόν θεόν ακόμα.


—Εiπε μας λοιπόν, Κύριε Παπαδιαμαντόπουλε,

έάν είσαι σύμφωνος εiς τήν σχεδιασθεισαν) πράξιν

μας (τού) νά εβγωμεν μέ έφοδο, ζητούμεν έως

(αυτήν) τήν Υστερην ώρα καί τήν συγκατάθεσίν σας,


30


διότι χρεωστούμε σέβας εiς τόν αντιπρόσωπων τής

Διοικήσεώς μας.


—Αφού ούτως (ώς είπα) έβεβαίωσα, Στρατηγοί

μου, (τάς υπηρεσίας σας), σάς λέγω άκόμη ότι, καί

όπως Θέλετε,(εiμαι πρόθυμος) νά σας δώσω (καί)

γραμμένην (τήν βεβαίωσιν) ότι ή (άποφασισθεισα)

πραξης σας είναι άρεστή και εiς τόν θεόν καί εlς τούς

άνθρώπους.


Η έξοδος αποφασίστηκε τη νύχτα της 10 ης

Απριλίου Σαββάτου του Λαζάρου προς ξημερώματα

11 ης Απριλίου Κυριακή των Βαΐων στις 2.00 μετά τα

μεσάνυχτα. Λέγεται πως οι Τούρκοι είχαν ειδοποιηθεί

και περίμεναν . Οι γενναίοι ελεύθεροι πολιορκημένοι

βγήκαν σε 3 φάλαγγες . Στη 3 η φάλαγγα στο κέντρο

βρίσκονταν τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι

προστατευόμενοι από τους ένοπλους ντόπιους

Μεσολογγίτες άνδρες του Αθανάσιου Ρατζηκώτσικα.

Εκεί κι ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος βάδισε προς

το θάνατο. Καθώς προχωρούσαν προς τα έξω,


31


ακούστηκε μία κραυγή να οπισθοχωρήσουν, που

παρέσυρε τους περισσότερους να γυρίσουν πίσω .Η

Τρίτη φάλαγγα ήταν πιο βραδυκίνητη καθώς κάποια

παιδιά τα κουβαλούσαν αναγκαστικά οι πατεράδες

τους και οι γυναίκες κουβαλούσαν τα άκρως

απαραίτητα προσωπικά αντικείμενα. Η διάβαση της

τάφρου αποτέλεσε για τους περισσότερους

ανυπέρβλητο εμπόδιο καθώς με τη βροχή που είχε

προηγηθεί, βούλιαζαν στη λάσπη. Έχοντας το

μειονέκτημα της βραδύτητας, κάθε ολιγωρία

ισοδυναμούσε με καταστροφή. Πάνω στη σύγχυση, οι

άμαχοι και οι ένοπλοι συνοδοί τους δέχτηκαν την

επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων κι άλλοι εγκλωβίστηκαν

στην τάφρο, οπότε είτε σκοτώθηκαν είτε

αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοι υποχώρησαν στην πόλη.

Με την ποιητική του ρομφαία ο Διονύσιος

Σολωμός απαθανατίζει τις τραγικές εκείνες στιγμές :


32


Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες


αντρογυναίκες


γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά


τη θρέψαν


μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά


κρεβάτια,


ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν


δάκρυ·


και γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα


ρούχα·


γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να


γιομίσουν .


Στην Έξοδο σκοτώθηκαν οι περισσότεροι

Πολιορκημένοι. Από τους 11.000 περίπου μονάχα

1.500 σώθηκαν κι έφτασαν στο Ζυγό. Η τάφρος και οι

γέφυρες βάφτηκαν με το αίμα τους. Η Θυσία τους

συγκίνησε την Ευρώπη ενώ συντάραξε τους

επαναστατημένους Έλληνες που ως εκείνη τη στιγμή

ασχολούνταν με τις προσωπικές φιλοδοξίες κι


33


εμφύλιες διενέξεις τους. Ο Ιωάννης

Παπαδιαμαντόπουλος κατά την έξοδο σύμφωνα με τις

μαρτυρίες αιχμαλωτίστηκε από τους Τουρκοαιγύπτιους

και με διαταγή του Ιμπραήμ αποκεφαλίστηκε.


Μαζί με τους ηρωικούς Μεσολογγίτες έδωσε την

ζωή του για την ελευθερία μας. Πιστός στις αρχές των

προγόνων του, η θυσία του έγινε φάρος για εμάς τους

απόγονούς του. Και είναι τιμή μου που σήμερα μετά

από 200 χρόνια κλήθηκα να εξιστορήσω και να

θυμίσω την θυσία του. Αιωνία του η μνήμη. Σας

ευχαριστώ!


34

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Πρόεδρος Εφετών επί τιμή-ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ;

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Πρόεδρος Εφετών επί τιμή

(Oμιλία στα πλαίσια των Φιλολογικων Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών

τη  Δευτέρα 16η Μαρτίου 2026 στη Στέγη Γραμμάτων "ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ"

και με τη συνεργασία της)

 

 

Είναι η δικαιοσύνη ανεξάρτητη;

 

Η έννοια της δικαιοσύνης αποτελεί έναν από τους πιο θεμελιώδεις και

διαχρονικούς προβληματισμούς του ανθρώπου. Από την αρχαιότητα μέχρι

σήμερα, οι κοινωνίες προσπάθησαν να ορίσουν τι είναι δίκαιο, ποιος το

καθορίζει και πώς μπορεί να εφαρμοστεί. Η δικαιοσύνη ήταν αποτέλεσμα της

ανάγκης για αρμονική συμβίωση μεταξύ των περισσότερων ανθρώπων όταν

άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες κοινωνίες. Η ιστορική εξέλιξη της

δικαιοσύνης αντανακλά τις αξίες, τις ανάγκες και τις αντιλήψεις κάθε εποχής.

Στην αρχαιότητα, η δικαιοσύνη συνδέεται αρχικά με τη θεϊκή τάξη. Στην

ομηρική περίοδο και στον Ησίοδο, η δικαιοσύνη θεωρείται θεϊκή δύναμη που

επιβλέπει τις ανθρώπινες πράξεις και τιμωρεί την ύβρη. Στην αρχαία ελληνική

φιλοσοφία, η έννοια αποκτά πιο συστηματικό χαρακτήρα. Στη ρωμαϊκή εποχή

η δικαιοσύνη ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με το νόμο. Κατά τον Μεσαίωνα η

δικαιοσύνη συνδέεται στενά με τη θρησκεία. Θεωρείται έκφραση του θεϊκού

θελήματος και της ηθικής τάξης του κόσμου. Στους νεότερους χρόνους, με την

άνοδο του Διαφωτισμού η δικαιοσύνη αποσπάται σταδιακά από τη θεολογία

και θεμελιώνεται στη λογική και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φιλόσοφοι όπως ο

Λοκ, ο Χομπς και ο Ρουσσώ συνέβαλαν στην αντίληψη αυτή. Στον δέκατο 19ο

και 20ο αιώνα η συζήτηση επεκτείνεται στην δίκαιη κοινωνική διάσταση της

δικαιοσύνης.

Ποιος όμως απονέμει την δικαιοσύνη; Στις πρώιμες - πρωτόγονες κοινωνίες

δεν υπάρχουν δικαστές, όπως τους ξέρουμε σήμερα. Τη δικαιοσύνη

αποδίδουν ο αρχηγός της φυλής ή οι πρεσβύτεροι ή το συμβούλιο της

κοινότητας. Η κρίση τους βασίζεται στα έθιμα, στην παράδοση και συχνά στη

συλλογική μνήμη. Στους αρχαίους πολιτισμούς Μεσοποταμία - Αίγυπτος ο

βασιλιάς είναι ο ανώτατος δικαστής, ο οποίος είναι και ο εκπρόσωπος των

θεών. Στον κώδικα του Χαμουραμπί, βασιλιά της Βαβυλώνας 1792 -1750 π.χ.

έχουμε για πρώτη φορά γραπτούς νόμους και καθορισμένες ποινές. Την

 

περίοδο αυτή υπάρχουν διορισμένοι δικαστές αλλά εξαρτώνται απολύτως από

το βασιλιά. Στην αρχαία Ελλάδα, την αρχαϊκή εποχή, τη δικαιοσύνη απέδιδαν

οι βασιλείς και αργότερα οι άρχοντες. Με τη γραπτή νομοθεσία του Δράκοντα

και του Σόλωνα να περιορίζουν την αυθαιρεσία των αρχόντων δικαστών. Στην

κλασική Αθήνα έχουμε ριζική αλλαγή. Δεν υπάρχουν επαγγελματίες ή ex

officio δικαστές. Tη δικαιοσύνη αποδίδουν οι πολίτες σε μεγάλα-πολυπληθή

δικαστήρια (π.χ. Ηλιαία) με συνθέσεις δικαστών που κληρώνονταν από τον

κατάλογο των Αθηναίων πολιτών. Εδώ στην κλασική Αθήνα γεννιέται η ιδέα

ότι η δικαιοσύνη ανήκει στο λαό. Και σήμερα στο Σύνταγμα της Ελλάδας στο

άρθρο 1 παρ. 3 αναγράφεται <<όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό,

υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το

Σύνταγμα>>. Τη Ρωμαϊκή εποχή έχουμε τη γέννηση του επαγγελματία

δικαστή. Εμφανίζεται σαφής νομική εξειδίκευση με τον Praitor να οργανώνει

τη δίκη και το νομικό πλαίσιο και τον Judex να κρίνει την υπόθεση. Στον

μεσαίωνα έχουμε οπισθοδρόμηση. Η δικαιοσύνη είναι φεουδαρχική,

εκκλησιαστική, βασιλική και δικαστές είναι οι εκπρόσωποι του θεού ή του

άρχοντα, φεουδάρχες, επίσκοποι, βασιλικοί αξιωματούχοι. Στους νεότερους

χρόνους (17 ος -18 ος αιώνας) οι δικαστές διορίζονται με κριτήρια, εφαρμόζουν

γραπτούς νόμους και δεν ταυτίζονται με το μονάρχη. Το πρώτο καθιερώνεται,

υπό την επίδραση κυρίως του Μοντεσκιέ, η διάκριση των εξουσιών, που είναι

σημαντικό στοιχείο της διάρθρωσης του σύγχρονου κράτους και για το οποίο

θα μιλήσουμε παρακάτω. Τον 19 ο και 21ο αιώνα η δικαιοσύνη αποδίδεται από

επαγγελματίες δικαστές, οι οποίοι είναι νομικά καταρτισμένοι και θεσμικά

ανεξάρτητοι. Αλλά για να κατανοήσουμε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης

πρέπει να επανέλθουμε στην περίοδο του 17 ου -18ου αιώνα που άρχισε να

καθιερώνεται η διάκριση των εξουσιών. Οι πρώτες ρωγμές του συστήματος- ο

βασιλιάς ή άρχοντας αποδίδει δικαιοσύνη κατά το δοκούν- γίνεται για πρώτη

φορά στην Αγγλία με τη Magna Carta (1215) όπου για πρώτη φορά

περιορίζεται η εξουσία του βασιλιά. Στη συνέχεια με την αγγλική επανάσταση

(1640-1689) και τη σύγκρουση βασιλιά -κοινοβουλίου έχουμε το Billof Rights

και μια πρώιμη ανεξαρτησία των δικαστών, χωρίς να υπάρχει καθαρή

διάκριση των εξουσιών. Η τελευταία καθιερώθηκε θεωρητικά από τον

Mοντεσκιέ που με το βιβλίο ‘’Το πνεύμα των Νόμων’’ του 1748 διατύπωσε

συστηματικά τη διάκριση των εξουσιών σε 3 εξουσίες: Νομοθετική

 

Εκτελεστική, Δικαστική. Η θεωρία αυτή περιέχεται το 1787 στο Σύνταγμα των

ΗΠΑ. Στη συνέχεια με τη γαλλική επανάσταση το 1789, που ανέτρεψε την

απόλυτη μοναρχία καθιερώθηκε η διάκριση των εξουσιών. Σήμερα όλα τα

δημοκρατικά συντάγματα καθιερώνουν τη διάκριση των εξουσιών, όχι ως

απόλυτη διάκριση αλλά ως λειτουργική διάκριση. Αλλά πριν μπούμε στην

Ελληνική Συνταγματική τάξη πρέπει να πω ότι η σημαντική για τη δημοκρατία

και τη διαβίωση των πολιτών διάκριση των εξουσιών, δεν γεννήθηκε από

θεωρία δηλαδή από ένα θεωρητικό κατασκεύασμα αλλά από την ανάγκη να

μπει φρένο στην αυθαιρεσία. Ο Μοντεσκιέ της έδωσε μορφή αλλά οι

επαναστάσεις της έδωσαν ζωή. Είναι μέσο προστασίας της ελευθερίας των

πολιτών και όχι απλή διοικητική οργάνωση.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αν η ελληνική δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη

πρέπει να δούμε πρώτα το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και δη το συνταγματικό

πλαίσιο. Κατ’ αρχάς να ορίσουμε τι λέμε ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Θα

συμφωνήσουμε ότι είναι ανεξάρτητη από τις άλλες δυο εξουσίες. Tη

νομοθετική και την Eκτελεστική.

Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος η νομοθετική λειτουργία ασκείται

από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η εκτελεστική από τον

Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση και η δικαστική ασκείται από τα

δικαστήρια, που οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού

λαού. Στο Σύνταγμά μας οι διατάξεις που αναφέρονται στη δικαιοσύνη είναι

στο Ε’ τμήμα του και στα άρθρα 87 έως 100 Α. Το άρθρο 87 αναφέρει ότι η

δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς

δικαστές, που αναλαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Οι

δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο

Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να

συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του

Συντάγματος. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από

δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό

παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που

βεβαιώνονται, όπως ο νόμος ορίζει. Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με

προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με το νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη

διαδικασία της επιλογής τους και είναι ισόβια. Σύμφωνα με την παράγραφο 5

 

του άρθρου 90 του Συντάγματος οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και

Αντιπροέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων Συμβουλίου Επικρατείας, Αρείου

Πάγου και Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του

Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Γενικού Επιτρόπου των

διοικητικών δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται

ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των

μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως ο νόμος ορίζει. Από όλες

τις παραπάνω διατάξεις αλλά και τις διατάξεις άλλων νόμων που αφορούν

τους δικαστές, όπως ο Κώδικας Δικαστικών Λειτουργών και ο Οργανισμός

Δικαστηρίων προκύπτει ότι ο συνταγματικός νομοθέτης θέλει τους δικαστές

και κατά συνέπεια τη δικαιοσύνη ανεξάρτητη. Με τις υφιστάμενες όμως

διατάξεις είναι; Απερίφραστα απαντώ όχι. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι

στενά συνυφασμένη με τις αλληλένδετες αρχές του κράτους δικαίου και της

διάκρισης των εξουσιών. Αφ’ ενός η κρατική εξουσία στο σύνολό της πρέπει

να ασκείται σύμφωνα με το σύνταγμα και τους νόμους, αλλά και να επίκειται

σε πλήρη και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Αφετέρου, η νομοθετική

εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία οφείλουν να είναι διακριτές και να

ασκούνται από διαφορετικά όργανα της πολιτείας. Η ανεξαρτησία της

δικαστικής λειτουργίας δεν εξαντλείται στη γενική και αφηρημένη έννοια της

ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης ως συστήματος δικαιοδοτικών μηχανισμών.

Σημειώνεται ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι όρος άγνωστος στο

Σύνταγμά μας. Οι διατάξεις του Συντάγματος, αναγνωρίζουν θεσπίζουν και

επιχειρούν να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και

σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανεξαρτησία των δικαστηρίων. Έτσι

καθιερώνεται, όπως προαναφέρθηκε, η λειτουργική και προσωπική

ανεξαρτησία των δικαστών. Πυλώνες της ανεξαρτησίας υπό τη λειτουργική της

εκδοχή είναι αφενός η υποχρέωση των δικαστών να μην εφαρμόζουν νόμους

οι οποίοι αντίκεινται στο Σύνταγμα και αφετέρου η πρόβλεψη ότι οι δικαστές

κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και

τους Νόμους. Ο δικαστής πρέπει να απονέμει δικαιοσύνη, βασιζόμενος

αποκλειστικά στο Σύνταγμα, τους νόμους και τη συνείδησή του, χωρίς να

υποκύπτει σε πιέσεις ή να δέχεται οδηγίες από άλλα κρατικά όργανα ή

ιεραρχικούς ανώτερους δικαστές. Οφείλει να αγνοεί υποδείξεις που

προέρχονται από άλλες πηγές, όπως είναι πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικές

 

ομάδες, μη κυβερνητικές οργανώσεις και μέσα μαζικής ενημέρωσης. Με τον

όρο προσωπική ανεξαρτησία αναφερόμαστε στον ίδιο το δικαστικό λειτουργό

και εξετάζουμε την προσωπική του κατάσταση και εξέλιξη. Η προσωπική

ανεξαρτησία εξασφαλίζεται μέσω εγγυήσεων σχετικών με τις διαδικασίες

επιλογής και διορισμού των δικαστών, τη διάρκεια της θητείας τους, τα

ασυμβίβαστα, τις προαγωγές και μεταθέσεις, την επιθεώρηση των δικαστών,

την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, τη μισθολογική κατάσταση τους κ.ο.κ..

Από τα προαναφερθέντα και άλλα στοιχεία, που για να μη σας κουράσω δεν

αναφέρω, προκύπτει ότι η συνταγματικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία των

δικαστών είναι πολλαπλές. Το θεσμικό πλαίσιο για το σκοπό αυτό είναι πυκνό

και επαρκές και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία διαθέτει

έναν από τα πλέον ολοκληρωμένα συστήματα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης.

Γιατί τότε είναι διάχυτη η αντίληψη ότι η δικαστική ανεξαρτησία βρίσκεται σε

διαρκή κρίση; Γιατί σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις η έλλειψη εμπιστοσύνης

των Ελλήνων πολιτών προς τη δικαιοσύνη ανέρχεται σε ποσοστό 70%

περίπου; Οι λόγοι είναι περισσότεροι του ενός. Βασικός όμως λόγος είναι η

επιλογή, κατά το Σύνταγμα, των Προέδρων των Αντιπροέδρων των Ανωτάτων

Δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την εκάστοτε

κυβέρνηση. Για τους μη γνωρίζοντες ευλόγως θα δημιουργηθεί το ερώτημα.

Καλά γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτό για την ανεξαρτησία των δικαστών, αφού

σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους ο δικαστής έχει λειτουργική και

προσωπική ανεξαρτησία, όπως παραπάνω περιγράφεται; Απαντώ. ο

Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προεδρεύει του Ανώτατου Δικαστικού

Συμβουλίου. Το συμβούλιο αυτό αποφασίζει για όλη την υπηρεσιακή εξέλιξη

του δικαστή. Τις προαγωγές, τις μεταθέσεις και άλλα θέματα των δικαστών.

Πολλές φορές, κατά καιρούς, έχουν την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά των

δικαστών. Εξάλλου του Πειθαρχικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου

Επιθεώρησης προεδρεύει η αντιπρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο

οποίος και αυτός επιλέγεται, ως αντιπρόεδρος, από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Και πάλι κάποιος μπορεί ευλόγως να αναρωτηθεί. Καλά σ’ ένα συμβούλιο

μετέχουν, μετά ψήφου, και άλλοι ανώτατοι δικαστές που δεν τους έχει επιλέξει

η κυβέρνηση. Πως είναι τόσο σημαντικός ο-η- πρόεδρος που τον επέλεξε η

κυβέρνηση;

 

Όταν ήμουν νεαρός πρωτοδίκης, σε επαρχιακό πρωτοδικείο, ήρθε ο

αρεοπαγίτης επιθεωρητής. μετά το τέλος της επιθεώρησης, ως είθισται την

εποχή εκείνη, πήγαμε με τον επιθεωρητή για φαγητό, σε μια όμορφη ταβέρνα.

Κάτι η περασμένη ώρα, φύγαμε από το δικαστήριο 11 το βράδυ, κάτι η απαλή

μουσική, κάτι η φιλικότητα του επιθεωρητή, σε σχετική συζήτηση για τις

αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, εξέφρασα το παράπονό

μου για μη ικανοποίηση αίτησης μετάθεσής μου. Μου απάντησε ότι αυτό

ήθελε ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Του απάντησα ότι τα λοιπά μέλη, είναι

αρεοπαγίτες έχουν εξαντλήσει την ιεραρχία, πώς είναι δυνατόν να κάνουν ό,τι

θέλει ο πρόεδρος. Μου απάντησε ότι ο πρόεδρος έχει εξουσία να τους κάνει

τη ζωή δύσκολη π. χ. να τους φορτώσει με δύσκολες και βαριές υποθέσεις, να

μην τους δώσει διαιτησίες κλπ.

Σημειώνω ότι ήταν θράσος να ρωτήσω τον Επιθεωρητή τέτοια πράγματα,

αλλά στο νεαρό της ηλικίας το έχει. Πάντως δεν μου το καταλόγισε στην

έκθεση επιθεώρησης. Αντίθετα μάλιστα. Να ένα δείγμα επηρεασμού του

επιλεγμένου από την Κυβέρνηση Προέδρου. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι

πολλές φορές η εκτελεστική εξουσία επιλέγει για τις θέσεις των Προέδρων των

Ανωτάτων Δικαστηρίων άξιους δικαστές με εξαιρετική νομική κατάρτιση και

ήθος. όμως σε ένα λαό, που είναι καχύποπτος, όχι αδίκως πολλές φορές,

οποιαδήποτε απόφαση που θα εκδοθεί υπό την προεδρία του επιλεγμένου

από την κυβέρνηση Προέδρου και είναι σύμφωνη με τις κυβερνητικές

επιθυμίες είναι ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; διαβλητή.

Εκτός από τις παραπάνω περιγραφόμενες διατάξεις που υποσκάπτουν την

ανεξαρτησία και το κύρος της ελληνικής δικαιοσύνης υπάρχουν και άλλες

διατάξεις που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Παραδείγματος χάριν ο

διορισμός συνταξιούχων ανώτατων δικαστών σε διάφορες αρχές και

συμβούλια οργανισμών και μάλιστα με υψηλότατες αμοιβές. Κάποιος

καλόπιστος θα πει, μα είναι πλέον συνταξιούχος και δεν έχει δικαστικές

αρμοδιότητες. Όμως ποιος μπορεί να πει ότι δεν υπήρχε διασύνδεση αυτού

με την εκτελεστική εξουσία, όταν ήταν εν ενεργεία ώστε να τον διορίσει, μετά

τη συνταξιοδότησή του; Η πρακτική αυτή εκμαυλίζει τους ανώτατους δικαστές.

Στην τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, πρόεδρος μεγάλου πολιτικού

κόμματος κατέθεσε προς συζήτηση πρόταση που απαγόρευσε το διορισμό

 

συνταξιούχων δικαστών, για μια τριετία μετά τη συνταξιοδότησή τους. Η

πρόταση αυτή δεν ψηφίστηκε από τα άλλα κόμματα και δεν μπήκε στις

αναθεωρημένες διατάξεις. Ο προτείνων όμως τη διάταξη αυτή, όταν στις

επόμενες εκλογές έγινε πρωθυπουργός, διόρισε κατά κόρον συνταξιούχους

δικαστικούς λειτουργούς. Για την περίπτωση αυτή πρέπει να σημειώσω ότι

αρκούσε ένας κοινός νόμος, που να απαγορεύει το διορισμό συνταξιούχων

δικαστικών λειτουργών, τον οποίο θα μπορούσε να ψηφίσει η κυβερνητική

πλειοψηφία του προτείνοντος τότε Προέδρου του κόμματος. Τέλος για την

έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαστική λειτουργία έχουν ευθύνες εκτός από τους

πολιτικούς όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης

αλλά και οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί.

Κυρίες και κύριοι, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας πριν από λίγες ημέρες

ανακοίνωσε ότι θα κινήσει τις διαδικασίες προς αναθεώρηση του

Συντάγματος. Μεταξύ των προτεινόμενων ως αναθεωρητέων διατάξεων είναι

και το άρθρο 90 Συντάγματος που αναφέρεται στην επιλογή της ηγεσίας της

δικαιοσύνης.

Προσωπικά είμαι απαισιόδοξος εάν οι αναθεωρημένες διατάξεις θα οδηγούν

σε μια πραγματικά ανεξάρτητη, από τις άλλες δυο εξουσίες, δικαιοσύνη. Στα

σαράντα συναπτά έτη, που διακόνισα τη δικαιοσύνη, πείστηκα ότι τα πολιτικά

κόμματα δεν θέλουν πραγματικά ανεξάρτητη, απ’ αυτούς δικαιοσύνη. Η

εκτελεστική εξουσία και δη στο πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα μας, δεν

δέχεται άλλη εξουσία που να μην την ελέγχει. (Τη νομοθετική την έλεγχει με

την πλειοψηφία της). Πιστεύω ότι πέραν των άλλων φοβάται τη δικαιοσύνη και

για αυτό τη θέλει ελεγχόμενη. Αυτό μου επιβεβαίωσε, όταν ήμουν νεαρός

δικαστής, πολύπειρος και ισχυρός υπουργός της τότε κυβέρνησης, σε κατ’

ιδίαν συνομιλία μας, σε τυχαία συνάντηση. Άλλωστε αυτό προκύπτει,

εμμέσως πλην σαφώς και από τις συνταγματικές διατάξεις περί ευθύνης

υπουργών, όπου η βουλή υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό, και κυρίως στην

άσκηση της ποινικής δίωξης, στη δικαστική εξουσία.

Η εκτελεστική εξουσία στην Ελλάδα, υπό την πίεση κυρίως της Ευρωπαϊκής

Ένωσης να αλλάξει τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης έκανε

δυο νομοθετικές παρεμβάσεις. Πριν από χρόνια νομοθέτησε τη γνώμη της

 

βουλής για την επιλογή των προτεινόμενων προσώπων. Τον περασμένο

χρόνο νομοθέτησε ότι οι ολομέλειες των δικαστηρίων, με μυστική ψηφοφορία,

θα προτείνουν τους υποψηφίους για τις θέσεις του Προέδρου και των

Αντιπροέδρων. Φυσικά χωρίς να δεσμεύουν την κυβέρνηση και φυσικά χωρίς

η τελευταία (κυβέρνηση) να λάβει υπόψη της, τις αποφάσεις της πλειοψηφίας

της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως έγινε στις τελευταίες

προαγωγές στον Άρειο Πάγο.

Αλλά πριν σας πω τη δική μου γνώμη για το πώς πρέπει να γίνεται η επιλογή

της ηγεσίας, στα Ανώτατα Δικαστήρια, επιτρέψτε μου, πολύ συνοπτικά, να

δούμε τι ισχύει πάνω στο θέμα αυτό στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη

Γερμανία με χαρακτηριστικό την έντονη συμμετοχή της πολιτείας αλλά με

θεσμικά φίλτρα, οι δικαστές των ανωτάτων ομοσπονδιακών δικαστηρίων

επιλέγονται από ειδική επιτροπή που αποτελείται από υπουργούς των

κρατιδίων και βουλευτές. Οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζονται

τυπικά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Στην Αυστρία οι ανώτατοι δικαστές προτείνονται από δικαστικά συμβούλια και

ο διορισμός τους γίνεται από την κυβέρνηση και επικυρώνεται από τον

Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην Τσεχία και στη Σλοβακία υπάρχουν Ανώτατα

Δικαστικά Συμβούλια, που τα μέλη τους προέρχονται κυρίως από το δικαστικό

σώμα αλλά και τη βουλή ή τον Πρόεδρο, που επιλέγουν τους Προέδρους.

Στην Πολωνία και η Ουγγαρία, χώρες με ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη ανεξάρτητη

δικαιοσύνη, οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζονται απευθείας

από πολιτικά όργανα και η κυβέρνηση επηρεάζει τα δικαστικά συμβούλια.

Στην Ελβετία οι δικαστές του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου εκλέγονται από το

Κοινοβούλιο, συχνά με βάση κομματική αναλογία, αλλά η ανεξαρτησία τους

προστατεύεται από ισχυρούς θεσμούς και την κουλτούρα της χώρας και δεν

δημιουργείται αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας τους. Στις σκανδιναβικές χώρες-

(Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Φινλανδία) η επιλογή ανώτατων δικαστών και

Προέδρων γίνεται από ανεξάρτητες επιτροπές αξιολόγησης που βασίζονται

στα προσόντα και την αρχαιότητα των δικαστών. Η κυβέρνηση έχει τον τυπικό

ρόλο της επικύρωσης των αποφάσεων των επιτροπών αυτών. Στη Γαλλία

υπάρχει το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης. Μέλη του είναι δικαστές και

 

πρόσωπα που ορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το

Κοινοβούλιο. Αυτό (ανώτατο συμβούλιο δικαιοσύνης) προτείνει τους

ανώτατους δικαστές και τους προέδρους των δικαστηρίων και διορίζονται από

τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Η Ιταλία έχει το πιο ‘’δικαστικοκεντρικό’’

σύστημα διοίκησης της δικαιοσύνης της Ευρώπης. Το ανώτατο δικαστικό

συμβούλιο, κυριαρχείται από δικαστές και επιλέγει την ηγεσία. Η πολιτική

εξουσία έχει πολύ περιορισμένη συμμετοχή. Στην Ισπανία το θεσμικά ισχυρό

,αλλά πολιτικά ευάλωτο Γενικό Συμβούλιο της Δικαιοσύνης επιλέγει την ηγεσία

της. Τα μέλη όμως του Συμβουλίου αυτού εκλέγονται από το κοινοβούλιο με

αυξημένες πλειοψηφίες. Το σύστημα αυτό έχει οδηγήσει σε μπλοκαρίσματα

των διαδικασιών και κρίσεις νομιμοποίησης των μελών του συμβουλίου. Στις

χώρες της Βενελούξ (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) η επιλογή της ηγεσίας

της δικαιοσύνης γίνεται από ανεξάρτητα όργανα επιλογής με σαφή κριτήρια

αξιολόγησης. Η πολιτική εμπλοκή είναι ελάχιστη. Η κυβέρνηση επικυρώνει τις

επιλογές χωρίς να τις κατευθύνει. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο οποίο ισχύει

γενικά διαφορετικό δικονομικό σύστημα (αγγλοσαξονικό) από το Ευρωπαϊκό,

οι ανώτατοι δικαστές επιλέγονται από ανεξάρτητη επιτροπή ενώ ο αρμόδιος

υπουργός έχει περιορισμένο δικαίωμα απόρριψης. Ο ρόλος της πολιτικής

είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Τέλος, για να μην σας κουράσω, στις Βαλτικές

χώρες και στην Ανατολική Ευρώπη (Ρουμανία, Βουλγαρία) η επιλογή γίνεται

από Ανώτατα Δικαστικά Συμβούλια με τη συμμετοχή του Προέδρου της

Δημοκρατίας. Στα συστήματα των χωρών αυτών υπάρχει προσπάθεια

αποφυγής ή περιορισμού του κυβερνητικού ελέγχου, η οποία δεν είναι πάντα

επιτυχής στην πράξη.

Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η πλειονότητα των

χωρών της Ευρώπης δεν αφήνει μόνη της την κυβέρνηση να επιλέγει την

ηγεσία. Τα δικαστικά συμβούλια είναι ο κανόνας. Η ανεξαρτησία της

δικαιοσύνης είναι ένας συνδυασμός θεσμών και πολιτικής κουλτούρας. Εδώ

θα πρέπει να σημειώσω ότι η Ευρώπη με δύο υπερεθνικούς οργανισμούς

δίνει ιδιαίτερη σημασία στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης, διότι θεωρεί

ότι είναι βασικό στοιχείο του κράτους δικαίου, το οποίο είναι θεμέλιο των

οργανισμών αυτών. Ειδικότερα το Συμβούλιο της Ευρώπης με την επιτροπή

της Βενετίας, που είναι το συνταγματικό όργανο του και αποτελείται από

 

κορυφαίους συνταγματολόγους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με το Δικαστήριο της

Ε.Ε. και ετήσιες εκθέσεις κράτους δικαίου. Και οι δύο παραπάνω οργανισμοί,

τα οποία ελέγχουν τα κράτη μέλη τους, ως προς το κράτος δικαίου, λένε

ξεκάθαρα ότι η εκτελεστική εξουσία δεν πρέπει να έχει αποφασιστικό και

μονομερή έλεγχο στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Στην Ελλάδα,

όπως αναφέρθηκε στην αρχή της εισήγησης αυτής, η εκτελεστική εξουσία, η

κυβέρνηση, είναι αυτή που αποφασίζει κυριαρχικά για την επιλογή της ηγεσίας

της δικαιοσύνης. Η γνώμη (μη δεσμευτική) της Βουλής Διάσκεψη των

Προέδρων) και της ολομέλειας των ανωτάτων δικαστηρίων που έχει θεσπίσει

η ελληνική πολιτεία, είναι ένας φερετζές για να κρύβει τις ευθύνες της

κυβέρνησης. Αυτό φάνηκε και στις τελευταίες επιλογές, όπου η κυβέρνηση δεν

έλαβε υπόψη τη γνώμη της, με μυστική ψηφοφορία, αποφάσεις της

Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Επομένως το σύστημα πρέπει οπωσδήποτε

να αλλάξει. Είναι επιτακτική ανάγκη για την κοινωνία, το κράτος δικαίου και το

Δημοκρατικό Πολίτευμα. ακούσατε προ ολίγου, τι κάνουν οι άλλες ευρωπαϊκές

χώρες για το ζήτημα αυτό. Στην Ελλάδα κατά καιρούς, σε συνέδρια, ημερίδες,

ομιλίες, αρθρογραφίες κλπ. έχουν καταχωρηθεί διάφορες προτάσεις για την

επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Όλες έχουν πλεονεκτήματα και

μειονεκτήματα. Θα πρέπει να βρούμε εκείνη με τα λιγότερα μειονεκτήματα. Θα

πρέπει να σημειώσω ότι η δικαστική εξουσία δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση,

αφού οι δικαστές δεν εκλέγονται από το λαό. Για το λόγο αυτό είμαι αντίθετος

στην πρόταση η ηγεσία της να εκλέγεται μόνο από τους δικαστές. Στην

περίπτωση αυτή ο κίνδυνος του κράτους των δικαστών δεν είναι αμελητέος.

Κατά την άποψή μου η επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης στην Ελλάδα θα

πρέπει να γίνεται από ένα Συμβούλιο στο οποίο θα μετέχουν δικαστές κατά

πλειοψηφία και βουλευτές από όλα τα κόμματα της βουλής και δικηγόροι και

καθηγητές νομικών σχολών. Το συμβούλιο αυτό, φυσικά με μυστική

ψηφοφορία, θα προτείνει τρεις υποψηφίους για την κάθε θέση και ο Πρόεδρος

της Δημοκρατίας θα επιλέγει έναν από αυτούς. Δεν τρέφω αυταπάτες ότι,

στην επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, η πολιτική εξουσία θα

παραιτηθεί του μέχρι τώρα προνομίου της και θα ψηφίσει διατάξεις που δεν

θα ελέγχει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

 

Κυρίες και κύριοι, στην Πρωσία του 18ου αιώνα, κοντά στο Πότσδαμ, είναι

λίγα χιλιόμετρα από το Βερολίνο, ο βασιλιάς Φρειδερίκος ο Μέγας είχε τα

θερινά του ανάκτορα. Ο θρύλος λέει ότι κοντά στα ανάκτορα υπήρχε ένας

ανεμόμυλος, ο οποίος έκανε θόρυβο και διατάρασσε τη γαλήνη του Βασιλιά. Ο

Βασιλιάς κάλεσε το μυλωνά κι απαίτησε να του πουλήσει το μύλο του. Ο

μυλωνάς που ήταν αρνητικός αντιστάθηκε. Ο βασιλιάς του απάντησε ότι

μπορεί να τον πάρει έτσι κι αλλιώς το μύλο χωρίς να τον πληρώσει. Και ο

μυλωνάς του απάντησε <<ναι αλλά υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο>>.

Μακάρι, κάποια στιγμή ,οι Έλληνες πολίτες να πουν <<υπάρχουν δικαστές

στην Αθήνα>>.

Ευχαριστώ

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΑΜΠΡΗ: Η γυναίκα στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη

 

Η γυναίκα στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη

Ομιλία Παναγιώτας Π. Λάμπρη, πεζογράφου – ποιήτριας,

 

Φιλολογικά Βραδινά (9-3-2026)



 

Φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας!

Το πορτραίτο του Γιάννη Μακρυγιάννη είναι ένα από κείνα που κοσμούσαν τις

αίθουσες διδασκαλίας του σχολείου, όπου έμαθα τα πρώτα γράμματα, και εικόνιζαν

μορφές αγωνιστών της Επανάστασης του ’21, τα οποία, προς λύπη μου, από

μεταγενέστερους των δικών μου δασκάλων, καθαιρέθηκαν. Γι’ αυτόν, όπως και γι’

άλλους, είχα ακούσει από τον πατέρα μου και απ’ όσους στα σχολεία της

πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με δίδαξαν, γυναίκες και άνδρες,

ενώ μεγαλώνοντας κέντριζε με κάθε αφορμή το ενδιαφέρον μου, ώσπου στα

φοιτητικά χρόνια μελέτησα για πρώτη φορά τα «Απομνημονεύματά» του και

συνέταξα σχετική εργασία. Από τότε, με πολλές αφορμές επέστρεφα σ’ αυτά και στην

προσωπικότητα του δημιουργού τους, ενώ το περασμένο καλοκαίρι τα πήρα πάλι στα

χέρια μου και τα μελέτησα διεξοδικά σε μια προσπάθεια να διερευνήσω με προσοχή

πώς περνούν οι γυναίκες μέσα σ’ ένα κατ’ εξοχήν, όπως αυτό, πολεμικό και πολιτικό

έργο. Και τούτο, διότι η προεπαναστατική και η επαναστατική περίοδος

σφυρηλάτησαν τις γενιές εκείνων των εποχών, στις οποίες το ιδανικό της ελευθερίας

ιεραρχείτο πολύ ψηλά, όπως και κάθε αγώνας για την απόκτησή της. Βέβαια, αν και

αυτές οι περίοδοι έχουν εν πολλοίς ταυτιστεί με τη δύναμη και την αντρειοσύνη των

ανδρών, οι γυναίκες, ως μητέρες, ως κόρες, ως σύντροφοι, ανατράφηκαν με τα ίδια

ιδανικά και δοκιμάστηκαν σκληρά, μένοντας ωστόσο οι περισσότερες στην αφάνεια.

Έτσι, ειδικά στη διάρκεια της Επανάστασης του ’21, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις

επώνυμων γυναικών, όπως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η Μαντώ Μαυρογένους,

κ.ά., και κάποιες συλλογικές, ηρωικές γυναικείες παρουσίες, όπως οι Σουλιώτισσες,

οι γυναίκες της Νάουσας, κ.ά., οι περισσότερες υπήρξαν αυτό που το φύλο και η

εποχή τους είχαν ορίσει, δηλαδή θύματα, όπως άλλωστε τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι,

χωρίς ιδιαίτερη αναφορά στην ύπαρξή τους.

Από τη μια, λοιπόν, υπάρχουν οι γυναίκες, οι οποίες, ντυμένες ακόμα και με

ανδρικά ενδύματα και κρατώντας όπλα, αγωνίστηκαν ισότιμα δίπλα στους άνδρες,

όπως εξάλλου διασώζεται αυτό μέσα από το δημοτικό τραγούδι, και όχι μόνο, κι από

την άλλη, οι γυναίκες των μετόπισθεν που προτίμησαν να θέσουν τέλος στη ζωή τους,

παρά να ατιμαστούν ή να πιαστούν αιχμάλωτες, και υπέστησαν βομβαρδισμούς,

σφαγές και βιασμούς, φυγή, προσφυγιά και σκλαβιά, έγιναν λεία πολέμου και

εμπόρευμα στα σκλαβοπάζαρα και υπέφεραν τα μύρια όσα, με ορισμένους πίνακες

ζωγραφικής, Ελλήνων και ξένων, να έχουν αποτυπώσει κάποια από τα δράματά τους.

Ενδεικτικά, παραθέτω δύο αποσπάσματα από τα πολλά και θλιβερά που είναι

καταγεγραμμένα· ένα του Φραγκίσκου Πουκεβίλ (Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του

21. Προσφορές, ηρωισμοί και θυσίες. Δωδώνη. Αθήνα / Ιωάννινα 1995, σ. 231) που

λέει: «Η λεία εξετέθη ενώπιον των Τούρκων. Οι γυναίκες, οι κόρες και τα παιδιά, ως

και τα αργυρά των ναών σκεύη διηρέθησαν σε λαχνούς και μοιράστηκαν, ενώ οι

αρχηγοί εν ονόματι του σουλτάνου άρπαξαν ό,τι βρήκαν σε χρήμα» κι ένα άλλο που

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Courrier Francais στις 10 Ιουλίου 1822 μετά τις

σφαγές της Χίου (Κυριάκος Σιμόπουλος. Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. 2.

χ.ε., Αθήνα 1987, σ. 135· Ξηραδάκη, Γυναίκες του 21, σ. 230): «Χιλιάδες γυναίκες,

κορίτσια κι αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά απ’ αυτά τα δυστυχισμένα

 

πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’

όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα.»

Όσο για τη φωνή τους, αυτή καταγράφηκε αποσπασματικά σε κάποια δημόσια

έγγραφα, στα οποία ως χήρες πολεμιστών και γενικά αναξιοπαθούσες, αιτούνται

ηθική δικαίωση και υλική αρωγή, καθώς και σε απομνημονεύματα αγωνιστών, σε

κείμενα φιλελλήνων, αλλά και σε έργα ξένων διπλωματών, στρατιωτικών και

περιηγητών.

Ας σημειωθεί εδώ πως, στη Διακήρυξη της Γ' Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας η

απελευθέρωση είναι υπόθεση όλων: «Συμπολῖται! Τό κοινόν πάντων ὄφελος εἶναι, νά

ἀνακτήσωμεν τήν πατρίδα μας, καί διά νά τήν ἀνακτήσωμεν πρέπει νά πολεμήσωμεν

ὅλοι, καί ἄνδρες καί γυναῖκες, καί νέοι, καί γέροντες, ὅλοι πρέπει νά δράξωμεν τά

ὅπλα, διά νά συντελέσωμεν εἰς τόν κοινόν ἀγῶνα· καί αὐταί αἱ γυναῖκες μας πρέπει νά

δράμουν μεθ’ ἡμῶν εἰς τόν πόλεμον, νά συμπολεμήσουν ὑπό τόν προμαχῶνα τῶν

στηθῶν μας, καί τότε βέβαια θά νικήσωμεν.» (Η Γ' ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ

ΤΡΟΙΖΗΝΑΣ)

Η νίκη, ως γνωστόν, κάποια στιγμή επήλθε με την πολύπλευρη συμμετοχή και των

γυναικών, επώνυμων και ανώνυμων. Μόνο που η ιστορική μνεία, πλην εξαιρέσεων,

όπως ήδη ανέφερα, ήταν μικρή. Χρόνια μετά την Επανάσταση, κάποιες γυναίκες

εργάστηκαν προκειμένου να αναδείξουν τη γυναικεία συμμετοχή στον Αγώνα για την

Ελευθερία! Πρωτοπόρος ανάμεσα σ’ αυτές ήταν η Καλλιρόη Παρρέν, η οποία, πέραν

άλλων, σε άρθρο της στην «Εφημερίδα των Κυριών» (10 Ιανουαρίου 1893) έγραφε:

«ἐάν ἡ ἱστορία τῶν ἀνδρῶν μόνον τά ὀνόματα ἀνέγραψεν εἰς τάς δέλτους της, γιά τήν

περίοδο ταύτην, τό φύλον μας, ὡς μή ὑστερήσαν ἀλλά πρωταγωνιστήσαν ἐν πᾶσι, δέν

εἶναι δίκαιον νά λησμονηθῇ». Και πράγματι, ο σπόρος που έριξε η Παρρέν κάρπισε

και έκτοτε πολλές δημοσιεύσεις έριξαν και ρίχνουν φως σ’ αυτή την πτυχή της

Ιστορίας.

Κατόπιν τούτων, ας δούμε πώς περνά η μορφή της γυναίκας μέσα στα

«Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, ένα έργο γιομάτο με ποικιλώνυμες

δυσκολίες, πλήθος μαχών, αιμάτων και ποικιλόμορφων πληγών, προσεγγίζοντας και

μια λιγότερο, ίσως, γνωστή πλευρά του συγγραφέα τους.

Η πρώτη γυναίκα, λοιπόν, η οποία αναφέρεται στην αρχή κιόλας της συγγραφής,

είναι η μητέρα του, χωρίς αναφορά στο όνομά της. Βασιλική τη λέγανε, αλλά ποιο

παιδί μιλάει για τη μάνα του αποκαλώντας την με τ’ όνομά της. Όσα πάντως γράφει

για κείνη αποτυπώνουν τη μοίρα όλων σχεδόν των γυναικών της γενιάς της, και όχι

μόνο, αντικατοπτρίζοντας παράλληλα μέρος τής τότε ατομικής και κοινωνικής ζωής

και κατ’ επέκταση τη φριχτή πραγματικότητα των απόκληρων, υπόδουλων Ελλήνων.

Και γράφει (1.1, σ. 93-94): «Ἡ πατρίς τῆς γεννήσεώς μου εἶναι ἀπό τό Λιδορίκι,

χωριό τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Ἀβορίτη· τρεῖς ὧρες εἶναι ἀπό τό Λιδορίκι μακρυά

τό ἄλλο χωριό, πέντε καλύβια. Οἱ γοναῖγοι μου πολύ φτωχοί καί ἡ φτώχεια αὐτείνη

ἦρθε ἀπό τήν ἁρπαγή τῶν ντόπιων Τούρκων καί τῶν Ἀρβανιτῶν τοῦ Ἀλήπασσα.

Πολυφαμελῖτες οἱ γοναῖγοι μου καί φτωχοί καί ὅταν ἤμουνε ἀκόμα εἰς τήν κοιλιά τῆς

μητρός μου, μίαν ἡμέρα πῆγε διά ξύλα εἰς τόν λόγκον. Φορτώνοντας τά ξύλα ’σ τό

νῶμο της, φορτωμένη εἰς τόν δρόμον, εἰς τήν ἐρημιά, τήν ἔπιασαν οἱ πόνοι καί γέννησε

ἐμένα· μόνη της ἡ καϊμένη καί ἀποσταμένη ἐκιντύνεψε καί αὐτείνη τότε καί ἐγώ.

Ξελεχώνεψε μόνη της καί συγυρίστη, φορτώθη ὀλίγα ξύλα καί ἔβαλε καί χόρτα ἀπάνου

εἰς τά ξύλα καί ἀπό πάνω ἐμένα καί πῆγε εἰς τό χωριόν. Σέ κάμποσον καιρόν ἔγιναν

τρία φονικά εἰς τό σπίτι μας καί χάθη καί ὁ πατέρας μου. Οἱ Τοῦρκοι τοῦ Ἀλήπασσα

θέλαν νά μᾶς σκλαβώσουνε. Τότε διά νυχτός ὅλη ἡ φαμελιά καί ὅλο μας τό σόι,

σηκώθηκαν καί ἔφυγαν καί ἤθα παγαίνουν εἰς τήν Λιβαδειά νά ζήσουνε ἐκεῖ. Θά

πέρναγαν ἀπὄνα γιοφύρι τοῦ Λιδορικιοῦ ὀνομαζόμενον Στενό· δέν πέρναγε ἀπό ἄλλο

 

μέρος τό ποτάμι. Ἐκεῖ φύλαγαν οἱ Τοῦρκοι νά περάσουν νά τούς πιάσουνε καί δεκοχτώ

ἡμέρες γκιζεροῦσαν εἰς τά δάση ὅλοι κ’ ἔτρωγαν ἀγριοβέλανα καί ἐγώ βύζαινα κ’

ἔτρωγα αὐτό τό γάλα. Μήν ὑποφέρνοντας πλέον τήν πεῖνα, ἀποφάσισαν νά περάσουμε

ἀπό τό γιοφύρι καί ὡς βρέφος ἐγώ μικρό, νά μήν κλάψω καί χαθοῦνε ὅλοι, ἀποφάσισαν

καί μέ πέταξαν εἰς τό δάσος, εἰς τόν Κόκκινον ὀνομαζόμενον, καί προχώρεσαν διά τό

γιοφύρι. Τότε μετανογάει ἡ μητέρα μου καί τούς λέγει· «Ἡ ἁμαρτία τοῦ βρέφου θά μᾶς

χάσῃ, τούς εἶπε· περνᾶτε ἐσεῖς καί σῦρτε εἰς τό τάδε μέρος καί σταθῆτε… τό παίρνω κι’

ἄν ἔχω τύχη καί δέν κλάψῃ, διαβαίνομεν»… ἡ μητέρα μου κι ὁ Θεός μᾶς ἔσωσε. Αὐτά

ὅλα τἄλεγε ἡ μητέρα μου καί οἱ ἄλλοι συγγενεῖς.»

Στο ανωτέρω παράθεμα ο Μακρυγιάννης αφηγείται παραστατικά, συγκινητικά, θα

έλεγα, τη στιγμή της γέννησής του, η οποία μέσα από την αλήθεια της παρουσιάζει

σκηνές του βίου των γυναικών, άγνωστες ως εμπειρία στις σύγχρονες γενιές, αλλά

πολύ οικείες για τον ελλαδικό χώρο ως τα μεταπολεμικά χρόνια, με την εγκυμοσύνη

να μην εμποδίζει καμία δραστηριότητά τους ως τη στιγμή του τοκετού, ο οποίος

γινόταν όποτε και όπου λάχαινε ως μέρος της φυσικής τάξης. Εν προκειμένω, αν και

δεν εκφράζεται κάποια αξιολογική κρίση, το «…γέννησε ἐμένα· μόνη της ἡ καϊμένη

καί ἀποσταμένη ἐκιντύνεψε καί αὐτείνη τότε καί ἐγώ», δηλώνει, χωρίς άλλο, θαυμασμό

και συμπάθεια για τη μητέρα του, η οποία, αφού τον γέννησε μες στη φύση, όπως τα

ζωντανά, στη συνέχεια φορτώθηκε ξύλα, έβαλε χόρτα πάνω απ’ αυτά κι αποπάνω

έβαλε το νεογέννητο -τυλιγμένο σε καλαμποκιές (σ. 521)- και περπάτησε ως το

χωριό, τόση η δύναμή της, αλλά και τι άλλο να έκανε! Ας σκεφτούμε, φίλες και φίλοι,

λίγο το σκηνικό!

Ακόμα, διωγμένοι ουσιαστικά από τον τόπο τους, οι μεγάλοι τρέφονται με

αγριοβέλανα μες στα δάση κι εκείνος πίνει «τέτοιο γάλα» -για τέσσερα χρόνια-, όπως

σημειώνει (σ. 521). Ενώ, σαν να συνέβη σ’ άλλον, αφηγείται τη στιγμή που

αποφάσισαν να τον πετάξουν στο δάσος, μην κλάψει και προδοθεί η θέση τους στους

Τούρκους και η μάνα του, αν και στην αρχή συμφώνησε -ας αναλογιστούμε το

δίλημμα-, τελικά τον συμμάζεψε και τον έσωσε! Συνήθης τακτική ήταν, άλλωστε, η

θανάτωση των βρεφών σε διάφορες διώξεις ή αγώνες των Ελλήνων για την

ελευθερία, για να μην προδώσει το κλάμα τους τη θέση όπου κρυβόντουσαν και θέσει

σε κίνδυνο τη ζωή πλήθους ενηλίκων, και όχι μόνο, τόσο στα χρόνια της

επανάστασης του ’21 όσο και στη δίωξη των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία και τον

Πόντο, αλλά και κατά τη γερμανική Κατοχή -έχω υπάρξει μάρτυρας σχετικών

αφηγήσεων. Φυσικά, αυτή η πρακτική που αφορά σε πολλές ιστορικές περιόδους,

αναδεικνύει τη δύναμη και τον πόνο που προκαλούν τέτοια ακραία διλήμματα, αλλά

και άλλα.

Τη μητέρα του την αναφέρει κι, όταν ως παιδί μικρό, μόλις εφτά χρονών,

ξενοδουλεύει, για να βοηθά την οικογένειά του. Περήφανος από φύση του, ενώ τα

πρώτα χρόνια έκανε ό,τι δουλειές του ζητούσαν και αμειβόταν ανάλογα, μόλις τον

έβαλαν να κάνει «ταπεινές δουλειές τοῦ σπιτιοῦ» (1.1, σ. 94) έγινε ανυπόφορος ακόμη

και για την ίδια του μάνα, οπότε τον βαρέθηκαν, όπως γράφει, και τον λευτέρωσαν!

Ευρισκόμενος στην Άρτα λίγα χρόνια μετά, στο σπίτι του Θανάση Λιδορίκη, όταν

εκείνος θα έφευγε για τα Ιωάννινα, ο Μακρυγιάννης θα έμενε στο σπίτι του, όχι ως

δούλος, όπως σημειώνει, αλλά με την ελευθερία ν’ ασχοληθεί με το εμπόριο και με

την υποχρέωση να κάνει τα ψώνια του σπιτιού, αλλά «να βαστάῃ ἡ γυναίκα τά

χρήματα καί τόν λογαριασμόν, ξέρει γράμματα» (1.1, σ. 95), διότι δεν ήθελε να τον

πουν κλέφτη, αν άλλαζαν γι’ αυτόν οι υλικές συνθήκες ζωής, όπως και έγινε,

καταλείποντάς μας την πληροφορία πως κάποιες, λίγες γυναίκες, γνώριζαν εκείνη την

εποχή γράμματα.

 

Κάνει επίσης αναφορά σε μια γριά δούλα (1.1, σ. 123), η οποία πρόδωσε την

κρυψώνα, όπου είχανε κρυμμένο το βιός τους όχι μόνο ο αφέντης της, προεστός της

Άρτας, αλλά συγγενείς του και άλλοι, με αποτέλεσμα να χάσουν τα πάντα από τη

διαρπαγή των Τούρκων και να μείνουν γυμνοί και δυστυχείς, όπως αναφέρει,

αναδεικνύοντας το πού οδηγεί μερικές φορές το κοινωνικό χάσμα και η ηγεμονική

συμπεριφορά, αλλά και το πώς, ενώ ο ίδιος είχε αδικηθεί, όπως λέει, από τον

προεστό, τον βοήθησε κατά τη δύναμή του. Ο Μακρυγιάννης, άλλωστε,

αναδεικνύεται πολλές φορές αλληλέγγυος και βοηθά τους κατατρεγμένους, ασχέτως

της συμπεριφοράς τους. Ειδικά τα παιδιά, οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι, φαμελιές

ολόκληρες που πάσχουν, τον συγκινούν βαθιά και κάνει ό,τι περνά από το χέρι του,

για να τους βοηθήσει.

Χαρακτηριστική είναι η φυγάδευση και η σωτηρία της οικογένειας κάποιου

Θεοχαράκη στην Άρτα και ειδικά μιας γριάς σακάτισσας, μετά από επίθεση των

Τούρκων στην πόλη. Και γράφει: «’Εγώ πῆρα μιάν γριά ἀδελφή τοῦ Θιοχαράκη εἰς τό

νῶμο, ὅτ’ ἦταν ἀδύνατη καί σακάτισσα, καί τήν πῆγα εἰς Κομπότι, καθώς καί ὅλη τήν

φαμελιάν αὐτείνη, ὅτι μοῦ τήν παρέδωσε ὁ ἀνώτερός μου Γῶγος καί μοῦ εἶπε νά τούς

σώσω, ἄν ἀκολουθήσῃ τίποτας· καί τούς ἔβγαλα μ’ ὅ,τι φοροῦσαν.» (1.1, σ. 127)

Ευρισκόμενος στην Άρτα, μιλά επίσης για «βαφτισμένες Τούρκισσες» (1.1, σ. 125),

τις οποίες συνάντησε ο Ταΐρ Αμπάζης, απεσταλμένος του Αλή Πασά στο Μεσολόγγι

και στο Βραχώρι, το σημερινό Αγρίνιο.

Ο Μακρυγιάννης πολλές φορές μες στο έργο του αναφέρεται στη μοίρα των

γυναικών, οι οποίες υφίστανται άπειρες, κατάπτυστες εις βάρος τους συμπεριφορές

και αδικίες και δεν τον ενδιαφέρει από πού προέρχονται. Τις καταγγέλλει, τις

καταδικάζει, συμπάσχει και, κατά το δυνατόν, βοηθάει, ασχέτως αν αίτιοι είναι

Τούρκοι ή Έλληνες. Όταν μάλιστα είναι οι δεύτεροι, γίνεται πιο αυστηρός στις

κρίσεις του, και δικαίως, ενώ μέσα από το έργο του αναδεικνύεται το πώς

μεταβάλλεται η φύση των ανθρώπων εξ αιτίας του πολέμου, όπως και ο Θουκυδίδης

(1.1-23, 2.47-54, 3.82-83, 5.84-116), ως γνωστόν, έγραψε, μιλώντας για τις συνέπειες

του Πελοποννησιακού πολέμου, ο οποίος, πέραν άλλων, έφερε ηθική και κοινωνική

κατάπτωση, αλλοίωση της γλώσσας, των αξιών και της πολιτικής ζωής, με

καταστροφικά αποτελέσματα για την Αθηναϊκή δημοκρατία.

Έτσι ή αλλιώς, ο Μακρυγιάννης καταθέτει τις εμπειρίες και τη μαρτυρία του για

αφανή συχνά πρόσωπα, τα οποία πέρασαν στη μνήμη χάρη στη γραφίδα του και

φωτίζουν πτυχές της ζωής των αμάχων, των αδύναμων και των κατατρεγμένων σε

σκοτεινές στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας.

Και γράφει: «Ὁ Σουλτάνος διόρισε τόν Χουρσίτ πασσᾶ ἀρχιστράτηγον μέ πολλούς

πασιάδες νά πολιορκήσουνε τόν Ἀλήπασια καί γιόμωσαν τά Γιάννενα καί ἡ Ἄρτα

Τούρκους κι Ἀρβανῖτες καί ἅρπαγους καί παραλυμένους· πῆραν πολλές γυναῖκες

Ρωμαίγισσες στανικῶς, πῆραν καί μίαν δούλα τοῦ πατριώτη μου καί ἤθελαν νά τοῦ

πάρουν καί τήν γυναῖκα του. Ἦταν ὡραία καί θά τήν ἔπαιρνε ἕνας πασσᾶς ὁποῦ ἦταν

εἰς τήν Ἄρτα, τόν ἔλεγαν Χασάνπασια· κακός ἄνθρωπος, αὐτός καί ἕνας τόν ἔλεγαν

Μπαμπάπασια ἀφάνισαν τήν τιμή καί τά πλούτη τῶν ἀνθρώπων. […] καί θά τοῦ τήν

ἔπαιρνε αὐτός γυναῖκα. Καί ἦταν γγαστρωμένη, ἑτοιμόγεννη, καί τήν ἄφησε ὅσο νά

γεννήσῃ, νά τήν πάρῃ.» Και ψέγει τον πατριώτη του, τον Λιδορίκη, ο οποίος υπέστη

πολλά, επειδή άκουγε τις γυναίκες, και σημειώνει: «Δέν μ’ ἄκουσε· ἄκουγε τής

γυναῖκες καί ἔπαθε πολλά.» (1.1, σ. 98-99) Εδώ, χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω τον

Μακρυγιάννη, δεν θεωρώ πως το λέει αυτό, επειδή υποτιμά τις γυναίκες. Ως

άνθρωπος της αγοράς και δεδομένης της κοινωνικής εμπειρίας των γυναικών εκείνης

της εποχής, θεωρεί πως δεν γνωρίζουν επαρκώς τους κινδύνους που επιφυλάσσει

οποιαδήποτε αφελής συμπεριφορά τους έναντι των Τούρκων. Αλλού, βέβαια,

 

αναπαράγοντας κοινωνικά πρότυπα της εποχής του, χαρακτηρίζει άνδρες με άνανδρη

συμπεριφορά ως «γυναίκες με μουστάκια»! (1.4, σ. 141 / 1.5, σ. 167 / 2.3, σ.σ. 320,

337) Κάποιοι, ακόμα και σήμερα το λένε!

«Κ’ ἔτρεχα», γράφει αλλού, «νἄγβω ἀπό τό Μακρυνόρον· καί εἰς τήν ἄκρη εἶναι

κάμπος κ’ ἕνα γιβάρι, καί νά μαζώξω ξύλα μέ τούς ἀνθρώπους μου νά κάμωμεν φωτιές

καί νά στείλω καί ’σ ἕνα χωριόν ὁποὖταν πλησίον νά πάρωμεν νερό καί ψωμί ν’

ἀγοράσω διά τούς ἀνθρώπους. Τό χωριόν τό λένε Βλύχα. Ἀφοῦ τραβήσαμεν ὀμπρός κι’

ἀκολουθοῦσα αὐτά, μεῖναν κάμποσες φαμελιές ὀπίσου καί μία γυναῖκα ἀπό τής

Βραναίισσες, δυχατέρα τοῦ Κομπότη, τήν πιάσαν αὐτή μ’ ἄλλους οἱ καλοί πατριῶτες

καί τούς γύμνωσαν. Κι’ αὐτείνη ἡ Βράναινα εἶχε ἕνα δαχτυλίδι εἰς τό χέρι της καί δέν

ἔβγαινε· καί γύρευαν νά τῆς κόψουν τό δάχτυλο τοῦ χεριοῦ της νά τό πάρουν. Κ’ ἐκεῖ

ὁποῦ τήν παίδευαν, τῆς μπῆκε ἕνα ξύλο εἰς τό ποδάρι της καί δέν τὄνοιωσε κοτζάμ

παλοῦκι. Τούς περικάλεσε πολύ νά τζακίσουνε τήν βέργα τοῦ δαχτυλιδιοῦ νά πάρουν τό

δαχτυλίδι τζακισμένο καί τρόμαξαν νά συγκατανέψουν· καί τό τζάκισαν καί γλύτωσε τό

χέρι της. Ἦρθε ἐκεῖ ὁποῦ ἠμαστε κουτζαίνοντας καί διηγήθηκε αὐτά. Πήγαμεν ὀπίσου,

δέν μπορέσαμεν ναὔρωμεν κανέναν μέσα τόν λόγκο· τρύπωσαν. Τῆς ἔβγαλα τό παλοῦκι

ἀπό τό ποδάρι της καί τό ζεμάτισα μέ ξύγγι. Ὅμως γίνη τούμπανο, θύμωσε. Καί εἶχα

ἕνα ζῶον, ὁποὖχα τά σκουτιά μου, καί τήν ἔβαλα ἀπάνου νά μήν μείνῃ εἰς τό δρόμο. Κι’

ἀπό τότε βλέποντας αὐτείνη τήν ἀρετή, σιχάθηκα τό Ρωμαίικον, ὅτ’ εἴμαστε

ἀνθρωποφάγοι. Αὐτεῖνοι οἱ φίλοι ὁποῦ γυμνώσανε τήν γυναῖκα καί τούς ἄλλους, καθώς

μᾶς εἴπανε, ὁποῦ τούς γνώρισαν ἐκεῖ, ἦταν οἱ Γριβαῖοι.» (1.1, σ. 129)

Σ’ άλλο σημείο θίγει την εκμετάλλευση των ισχυρών, σημειώνοντας: «Ἦρθε κι’ ὁ

Χρῆστος Παλάσκας ἄνθρωπος γενναῖος, τίμιος, ἀπό καλό σπίτι. Αὐτεινοῦ τοῦ δυστυχῆ

τὄκανε τόν φίλο ὁ Κωλέτης περισσότερον διά τήν γυναῖκα του κι’ ὄχι διά ἐκεῖνον τόν

ἴδιον. Τώρα ὁ Κωλέτης, ἄνθρωπος ἀπό τό σκολεῖον τοῦ ἀφέντη του τοῦ Ἀλήπασσα,

μέτρησε· «Τόν Δυσσέα τόν ἔχω ἀντίζηλον, τόν Ἀλέξη Νοῦτζο τό ἴδιο, τόν Παλάσκα διά

τό κέφι μου καλό εἶναι νά χαθῇ, νά κάμω τήν γυναῖκα του μορόζα.», όπως και έγινε

(1.4, σ. 142 / 1.7, σ. 225), αναδεικνύοντας και καταδικάζοντας, κι εδώ, αυτή την

πλευρά της εκμετάλλευσης των γυναικών, που δυστυχώς και στις μέρες μας δεν

λείπει.

Εκείνο πάντως που κυριαρχεί στο έργο του Μακρυγιάννη είναι ο σεβασμός προς

τις γυναίκες, η συμπάθεια για τα παθήματά τους κατά την εμπόλεμη περίοδο και στο

μέτρο που μπορεί η προστασία και η υπεράσπισή τους. Σε κάποιο σημείο, μάλιστα,

εκφράζει τη συστολή του απέναντι στις γυναίκες: «Ἀφοῦ ἠμουνε στήν Ἀρκαδιά,

ἄκουγα τόν πρόβοδον τῶν Ἀράπηδων, ντρεπόμουν νά καθίσω μέ τής γυναῖκες, μέ

τρακόσιους ἄντρες διαλεχτούς ὁποὖχα.» (1.7, σ. 216)

Και στο διαχρονικό θέμα των ενδογαμιών, όπως ο γάμος μεταξύ αδερφών (3.4, σ.

390) ή μεταξύ ατόμων με πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας (3.4, σ. 392), αλλά και στους

γάμους από συμφέρον αναφέρεται ο Μακρυγιάννης, όπως αυτοί που γίνονται, για να

ενισχυθούν μέσω του συμπεθεριού οι οικογένειες, ώστε να είναι αποτελεσματικότερη

η πολεμική και η πολιτική τους δράση, όπως, για παράδειγμα, του Στάθη

Κατσικογιάννη με τη γυναικαδέλφη του Γκούρα (1.5, σ. 178) και της κόρης του

Σωτηρόπουλου με τον γιο του Νοταρά (1.10, 285). Ακούστε: «Συνκατοικοῦσα ἐγώ μέ

τόν Γενναῖον· ἀποφάγαμε ψωμί· μέ πιστεύτηκε καί μοῦ εἰπε· «Πᾶμε, Μακρυγιάννη, νά

πατήσουμε τά Τρίκκαλα· τώρα ἔμαθα ὅτι δέν εἶναι πολλή δύναμη ἐκεῖ· ἐσεῖς νά πάρετε

τό βιόν τοῦ Νοταρᾶ κ’ ἐγώ νά πάρω τό κορίτζι του· ὅτι αὐτός εἶναι ἀναντίος τῆς

πατρίδος» […] Ἐγώ ἀκούγοντας αὐτό, θέλησα ’λικρινῶς νά τόν συμβουλέψω· τοῦ εἶπα·

«Γυναῖκα θά τήν πάρῃς ἤ μορόζα; -Μοῦ λέγει, γυναῖκα. -Σά θά πάρῃς γυναῖκα, πᾶρε

καί μίαν καντιποτένια, φτάνει νά εἶναι ὄμορφη νά σέ εὐκαριστάγῃ· ὅτι σάν πάρωμε

ἐμεῖς τό βιόν κ’ ἐσύ ἐκείνη ξερή, τί τήν θέλεις καί τί ζωή θά ζήσῃς μ’ αὐτείνη καί μέ

 

τούς συγγενεῖς της καί μέ τούς χωργιανούς της; Κάλλιον ν’ ἀποχτᾶς φίλους καί νά

μετρᾷς, κι’ ὄχι τοιούτους. Πρόσεξε νά μήν φύγωμε ἀπό τούς Τούρκους καί γενούμε

ἄλλοι τοιοῦτοι χερότεροι.» (1.6, σ. 183)

Στη μακρά δουλεία, όπως ήταν φυσικό, υπήρξαν και κάποιες επιγαμίες μεταξύ

κατακτητών και κατακτημένων. Και γράφει ο Μακρυγιάννης: «…φεύγει ἕνα

Τουρκόπουλο ἀπό τό κάστρο και πάγει εἰς τόν Μπραΐμην· τοῦ λέγει τήν ἔλλειψη τοῦ

κάστρου ἀπό τό νερό καί ἄλλα κι’ ὅτ’ εἶναι δυό Τούρκισσες καλές εἰς τό κάστρο. Ἦταν

δυό Τζορτζοῦρες, ὡραῖες γυναῖκες· τής εἶχαν οἱ Οἰκονομίδηδες, ντόπιοι, ὡς γυναῖκες

τους. Ἐγώ δέν τής ἤξερα ἤ ἦταν ἤ ὄχι.» (1.7, σ. 229) Πάντως, ο Μπραΐμης τον κάλεσε

και τον ρωτούσε γι’ αυτές, και του απάντησε πως τίποτα σχετικό δεν γνωρίζει, για να

γράψει ευθαρσώς λίγο πιο κάτω πως «Ἦταν ὁ Μπραΐμης μεθυσμένος· πίνει ροῦμι καί

κρασί μποτίλλιες. Μπεκρῆς πολύ καί παραλυμένος εἰς γυναῖκες καί παιδιά.» (1.7, σ.σ.

230, 236) και ο νοών νοείτω!

Στα χρόνια του εμφύλιου, για τον οποίο πολλά έγραψε, δεν παύει ν’ αναφέρει

τραγικές ιστορίες γυναικών, με μία να συγκινεί και σήμερα με τη σκληρότητα και την

αλήθεια της. Σε κείνους τους καιρούς, λοιπόν, γράφει, «Ἀφοῦ μᾶς εἶδαν οἱ ἄνθρωποι

ἄφησαν τά σπίτια τους ’σ τήν διάκρισίν μας καί πῆραν τά χιόνια καί τά βουνά. Μία

γυναῖκα εἶχε τό παιδί μισογεννημένον καί τὄβγαλαν παράωρα καί ἡ λεχῶνα πῆρε τά

βουνά μέ τούς ἄλλους· καί τελείωσε εἰς τό χιόνι. Τήν ἄλλη μέρα πῆγα μόνος μου ’σ τό

βουνό καί τούς ὁρκίστηκα ὅτι δέν θέλω τούς πειράξῃ. Καί ἦρθαν εἰς τά σπίτια τους.

Καθίσαμε δεκαπέντε ἡμέρες ἐκεῖ. Καί δέν μᾶς ἄφιναν νά φύγωμε· ὅτι μάθαιναν τί

τράβαγαν τ’ ἄλλα τά χωριά ἀπό ’κείνους ὁποὖταν μέσα.» (1.6, σ. 207)

Επώνυμα αναφέρεται δύο φορές στη γνωστή, Κυρά Βασιλική, Ρωμιά σύζυγο του

Αλή Πασά, την οποία, μετά τον θάνατό του, την πήραν οι Τούρκοι μαζί με τον

Θανάση Βάγια, «ὁποὔτρωγε τους ἀνθρώπους καλύτερα ἀπό ψωμί», και τους πήγαν

μαζί με το κεφάλι του Αλή Πασά στην Κωνσταντινούπολη (1.3, σ. 128 / 2.2, σ. 315).

Φυσικά, και για γυναίκες μουσικούς κάνει λόγο αναφερόμενος στον Παπαφλέσσα,

τον φλογερό πατριώτη, τον οποίο αποκαλεί άγιο και γενναίο, αν και άλλοι, επειδή

αυτός, παρότι ιερωμένος αγαπούσε τις γυναίκες, όπως τον αγαπούσαν κι αυτές, έπινε,

μεθούσε και γλεντούσε, τον κατακρίνουν! Και καλά έκανε μπορούμε να πούμε με την

απόσταση του χρόνου, αφού ζούσε επικινδύνως και ο θάνατος παραμόνευε ανά πάσα

στιγμή και ο οποίος τον βρήκε μόλις στα 37 του χρόνια! Αλλά κι ο πόλεμος

χρειάζεται τη σχόλη του, την παρουσία της γυναίκας και φυσικά της μουσικής. (1.6,

σ.σ. 197, 198, 199, 200)

Βέβαια, η ανάγκη της ψυχαγωγίας για τους πολεμιστές ούτε πρωτόγνωρο ούτε

παράξενο είναι, αν θυμηθούμε πολλά από τα ιστορικά και κλέφτικα τραγούδια, αλλά

κι άλλες αναφορές του Μακρυγιάννη, και όχι μόνο. Επέλεξα να σας διαβάσω μία,

όπου και στις γυναίκες αναφέρεται το αδόμενο τραγούδι: «Τότε ἔκατζε ὁ Γκούρας καί

οἱ ἄλλοι καί φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμε κ’ ἐγλεντήσαμεν. Μέ περικάλεσε ὁ Γκούρας

κι’ ὁ Παπακώστας νά τραγουδήσω· ὅτ’ εἴχαμεν καιρόν ὁποῦ δέν εἴχαμεν τραγουδήσῃ -

τόσον καιρόν, ὁποῦ μᾶς ἔβαλαν οἱ ’διοτελεῖς καί γγιχτήκαμεν διά νά κάνουν τούς

κακούς τους σκοπούς. Τραγουδοῦσα καλά. Τότε λέγω ἕνα τραγοῦδι·

Ὁ Ἥλιος ἐβασίλεψε,

Ἕλληνά μου, βασίλεψε καί τό φεγγάρι ἐχάθη

κι’ ὁ καθαρός Αὐγερινός ποῦ πάει κοντά τήν Πούλια,

τά τέσσερα κουβέντιαζαν καί κρυφοκουβεντιάζουν.

Γυρίζει ὁ Ἥλιος καί τούς λέει, γυρίζει καί τούς κρένει·

«Ἐψές ὁποῦ βασίλεψα πίσου ἀπό μιά ραχούλα,

ἄκ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ ἀντρῶν τά μυργιολόγια’

γι’ αὐτά τά ’ρωϊκά κορμιά ’σ τόν κάμπο ξαπλωμένα,

 

καί μέσ’ τό αἷμα τό πολύ εἶν’ ὅλα βουτημένα.

Γιά τήν πατρίδα πήγανε ’σ τόν Ἅδη τά καϊμένα.

Ὁ μαῦρος ὁ Γκούρας ἀναστέναξε καί μοῦ λέγει· «Ἀδελφέ Μακρυγιάννη, σέ καλό νά

τό κάμῃ ὁ Θεός· ἄλλη φορά δέν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αὐτό τό τραγοῦδι σέ

καλό νά μᾶς βγῇ. -Εἶχα κέφι, τοῦ εἶπα, ὁποῦ δέν τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν». Ὅτι εἰς

τἀρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν». (1.9, σ. 263)

Το θέμα που έρχεται και ξανάρχεται στη συγγραφή του είναι η μοίρα των

γυναικών που σκοτώθηκαν οι άνδρες τους για την πατρίδα κι έμειναν απροστάτευτες

με παιδιά ορφανά, αλλά και γενικότερα των γυναικών ως ευάλωτων όντων λόγω του

φύλου τους, ειδικά στην εποχή, στην οποία αναφέρεται. «Των σκοτωμένων τις

φαμελιές όποια είναι νέα την θέλει ο τάδε, σα να λέμε ο Βελήπασσας, ο

Μουχτάρπασσας, ότι δεν έχει η φτωχή να φάγη. Λευτερώθηκαν κάμποσες σκλάβες

Μισολογγίτισσες κι’ από άλλα μέρη (τις λευτέρωσαν οι φιλάνθρωποι) και διακονεύουν

εδώ εις τ’ Άργος και εις τ’ Αναπλιού τους δρόμους. Των αγωνιστών οι άνθρωποι

διακονεύουν και γυρεύουν να πάνε πίσου εις τους Τούρκους. Τους είχανε αυτείνοι

σκλάβους, τους ντύνανε, τους συγυρίζανε και τρώγαν. Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι

και γυμνοί διακονεύουν. […]

Μη στοχάζεστε ότ’ είμαι ή γόητας, είτε φαντασμένος, είτε εγώ αδικημένος. Λυπούμαι

και γράφω αυτά ότι ήτανε πέντε αδέλφια κ’ έμεινε ένας μόνον από το ντουφέκι, και οι

άνθρωποί τους ήτανε τόσον καιρόν σκλαβωμένοι και σώθη μία γυναίκα μόνον κι’

αυτείνη πείναγε, κ’ εκείνοι οπού τους ζήταγε ψωμί θέλαν να κάμουν το κέφι τους να της

δώσουνε να φάγη. […] Ότι τα τοιούτα δεν λευτερώνουν πατρίδα, την χάνουν, κ’ έχω

σκοπόν να ζήσω κ’ εγώ ’σ αυτείνη την πατρίδα. Ότι έχω τόση αδύνατη φαμελιά και δεν

’πιτηδεύομαι να κολακεύω τους δυνατούς. Και είμαι δυστυχής, και κλαίγω και την

δυστυχισμένη μου πατρίδα, οπού δι’ αυτείνη χύσαμε το αίμα μας αδίκως.» (1.4, σ. 147)

Αλλού μιλάει για κάτι αρχοντόπουλα που αγαπούσαν τις γυναίκες και «στανικῶς

πιάσαν ἕνα κορίτζι νά τό διατιμήσουν» (1.5, σ. 167) κι εκείνος παρεμβαίνει, φέρνοντάς

τους προ των ευθυνών τους, «Ἐσεῖς νοικοκυρόπουλα εἶστε, νά βοηθήσετε κ’ ἐσεῖς νά

λευτερωθῇ ἡ πατρίδα, ἤ παντίδοι; Νά σᾶς πιάσῃ στανικῶς τήν ἀδελφή σας τόσες ἡμέρες

νά κάνῃ ἕνας τό κέφι του καλά σᾶς ἔρχεται; Δέν τόν σκοτώνετε τόν αἴτιον; -Ναί,

ἔλεγαν. -Ἐγώ δέν σᾶς πειράζω, οὔτε θέλω νά μαθευτῆτε. Τό κορίτζι νά τό δικιώσετε.

Ὅπου βρῆτε γυναῖκα ὁποῦ σᾶς θέλῃ μοναχή της, νά πᾶτε ἐλεύτερα· στανικῶς -

σκοτωνόμαστε.» (1.5, σ. 167)

Ευρισκόμενος ο Μακρυγιάννης στο χωριό, Μέγα Σπήλαιο, ακούει για όσα

υποφέρουν οι κάτοικοι «ἀπό τήν τυραγνίαν τῶν καλογέρων» (1.10, σ. 309), καθώς

«ὅ,τι παίρνουν τό ἁρπάζουν αὐτεῖνοι» (1.10, σ. 309). Τους προτείνει τότε ν’ αφήσουν

το χωριό τους και να πάνε σ’ άλλο χωριό εθνικό και η απάντηση της παπαδιάς, στης

οποίας το σπίτι έκαναν κονάκι, ήταν καταλυτική και σκληρή στην αλήθεια της, τόσο

πολύ μάλιστα που και κείνος έκλαψε: «"Ὅταν ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι, ἐμεῖς ἤμαστε μέσα εἰς

τό βάλτο, ’σ τό νερό τόσες ψυχές, νά γλυτώσουμεν· καί ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι καί μᾶς

πιάσανε· καί ἦταν τό σῶμα μας καταματωμένο ἀπό τίς ἀβδέλλες – μᾶς φάγαν· καί τά

παιδιά πεταμένα μέσα – γιομᾶτο τό νερό, σάν μπακακάκια πλέγαν· κι’ ἄλλα ζωντανά

κι’ ἄλλα τελείωσαν. Καί μ’ ἔπιασαν οἱ Τοῦρκοι καί μέ κοιμήθηκαν τριάντα ὀχτώ· καί μ’

ἀφάνισαν κ’ ἐμένα καί τής ἄλλες. Διατί τά τραβήσαμεν αὐτά; Δι’ αὐτείνη τήν πατρίδα.

Καί τώρα δικαιοσύνη δέν βρίσκομεν ἀπό κανέναν· ὅλο δόλο καί ἀπάτη". Κ’ ἔκλαιγε μέ

πικρά δάκρυα. Τήν παρηγόρησα. Μέ πῆρε τό παράπονο κ’ ἔκλαψα κ’ ἐγώ.» (1.10, σ.

309)

Αν ο Μακρυγιάννης έμενε απλά στην αφήγηση τέτοιων περιστατικών, που δεν

είναι λίγα, το κείμενό του θα θύμιζε δημοσιογραφικές καταγραφές, στις οποίες ο

γράφων αφηγείται, σχολιάζει και, κατά περίπτωση, εμπλέκεται συναισθηματικά.

 

Όμως δεν συμβαίνει αυτό, διότι παρεμβαίνει άμεσα ή απευθύνεται στη διοίκηση του

νέου ελληνικού κράτους, ζητώντας προστασία, ηθική και υλική, των χηρών και των

ορφανών του Αγώνα, παρότι συχνά τέτοιες προσπάθειες αποβαίνουν εις βάρος του.

Άλλοτε οργίζεται με την κατάντια πολλών από κείνους που ανέλαβαν τα ινία της

πολιτικής ζωής του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οι οποίοι, παρά τη διακήρυξη

του Προσωρινού Πολιτεύματος της Α' Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου το 1822, για

την κοινωνική προστασία και φροντίδα όσων επλήγησαν από τον Αγώνα,

περιλαμβάνοντας ρητή μνεία ότι το κράτος έχει υποχρέωση να λάβει μέτρα για την

περίθαλψη των χηρών και των ορφανών των πεσόντων στον απελευθερωτικό Αγώνα,

ελάχιστα ή καθόλου πράγματα έκαναν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ενδεικτικά αναφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τα χρόνια της

Αντιβασιλείας: «Εἰς τόν Ἀντιβασιλέα τόν Γκράφη (Graf = Κόμης, Γκράφης, ο κόμης

Άρμανσμπεργκ) πῆγε μιά ἡμέρα ἑνοῦ πρωταγωνιστῆ ἡ γυναῖκα κ’ ἔκλαιγε τήν γύμνια

της, τήν πεῖνα της, τήν δική της καί τῶν ἀρφανῶν της. Ὁ Ἀντιβασιλέας ὁ Γκράφης ὅταν

ἄκουγε δικαιώματα, «δέν εἶχε τό ταμεῖον». Πῆγε ἡ γυναῖκα χίλιες φορές καί τήν

περίπαιζε. Ὕστερα σέ πεθαμένον ἄνθρωπον ἔκαμε τήν ἐπιθυμίαν του καί τῆς ἔδωσε τήν

ἀνταμοιβήν - ἀπό τά αἵματα τοῦ ἀντρός της καί συγγενῶν της - κι’ ἀγόρασε παπούτζια·

καί πῆρε καί τόν ναῦλον της καί πῆρε τ’ ἀρφανά της καί πάει εἰς τήν δυστυχίαν της.

Δυστυχισμένη Ἑλλάς, δυστυχισμένοι Ἕλληνες! Ἀναθεματισμένοι κυβερνῆτες, ὁποῦ μᾶς

κυβέρνησαν ἀρχή ὡς τέλος!» (3.6, σ. 413)

Οικογενειάρχης και πολυφαμελίτης ο ίδιος ο Μακρυγιάννης, σε πολλά σημεία του

έργου του αναδεικνύει τη μοίρα των φαμελιών, κυρίως εκείνων που έχασαν την

προστασία του πατέρα λόγω του θανάτου του σε μάχες για την ελευθερία, αλλά και

κείνων που κινδύνευαν ποικιλότροπα λόγω των πολιτικών συγκρούσεων.

Με τον ίδιο να βρίσκεται σε συνεχή σχεδόν δράση, παρά τις πληγές του κορμιού

του, εκείνη που φαίνεται να τον στηρίζει αδιαλείπτως είναι η σύζυγός του, η

αρχοντοπούλα Κατίγκω (Αικατερίνη) Σκουζέ (1810-1877), κόρη του Χατζή

Γεωργαντά Σκουζέ, την οποία αρραβωνιάστηκε τον Ιούνιο του 1825 και τη

νυμφεύθηκε στις 21 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, με κουμπάρο τον οπλαρχηγό

Γιάννη Γκούρα από το χωριό Πανουργιάς (Ντρέμισσα) της Φωκίδας, ενώ εκείνη ήταν

δεκάξι χρονών. Με την Κατίγκω απέκτησε συνολικά δώδεκα παιδιά, δέκα αγόρια και

δύο κορίτσια, από τα οποία, τέσσερα αγόρια απεβίωσαν ενώ ο ίδιος ζούσε.

Περιδιαβαίνοντας τις σελίδες των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, η

σύζυγός του είναι θαρρείς αενάως παρούσα, όχι οπωσδήποτε με αναφορά στο όνομά

της, αλλά από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από το γνοιάξιμο του γράφοντος για τη

δική του και τις άλλες φαμελιές, αλλά και από τα τραπεζώματα στο σπίτι τους, όπου

φτάνουν διάφοροι, για να συζητήσουν τα τρέχοντα ή για να βρουν καταφύγιο, αλλά

και από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η φαμελιά του εξ αιτίας της δικής του

δράσης. Να, μερικές ενδεικτικές αναφορές: «Ἔβαλα τό κρασί τῶν συγγενῶν τῆς

γυναικός μου κι’ ὅλους τούς ζαϊρέδες, ἀγόρασα ρύζι ἑξακόσιες ὀκάδες, ὄσπρια κι’ ὅλα

τ’ ἀναγκαῖα· κι’ ἁλάτισα τόσα βόδια καί γουρούνια. Κ’ ἔτρωγαν ὅσους ἀνθρώπους εἶχα

μαζί μου, κι’ ἀχώρια οἱ λαβωμένοι καί οἱ ἄλλοι,…» (1.9, σ. 252) / «Μοῦ κόβουν τόν

μιστόν μου, ’σ ἕναν ξένον τόπον μέ τόση φαμελιά.» (2.2, σ. 315) / «Πῆγε καί εἶπε (ενν.

ο Μιχάλης Δράμαλης) τῆς γυναικός μου· «Νά στείλῃς ναὐρῇς τόν Μακρυγιάννη, οὖθεν

εἶναι νά μήν περάσῃ ἀπό ἐκεῖνο τό σοκάκι, θά τόν σκοτώσουνε. Ἦρθαν καί μ’ ηὗραν

καί πῆγα ἀπό ἄλλο μέρος.» (2.3, σ. 322) / «Ἐκεῖ ὁποῦ πολεμούσαμεν εἰς τό παζάρι,

ὁποῦ μᾶς βάρεσαν ἄξαφνα, ἦρθαν καί μοῦ εἶπαν βαροῦνε τό σπίτι μου.» (2.2, σ. 324) /

«Μοῦ λέγει (ενν. ο Ψύλλας, γραμματέας Εσωτερικού)· «Διατί εἰσαι περαμένος μέ τήν

Κυβέρνηση; -Ὅτ’ εἶμαι μέ τόση φαμελιά καί δέν ἔχω νά τή ζήσω. Κι’ ὅταν κλέβαν οἱ

ἄλλοι κ’ ἔχουν καί τρῶνε τώρα, ἐγώ, τό γνωρίζεις ὁ ἴδιος, ἀγωνιζόμουν καί

 

πληγωνόμουν καί πλέρωνα κι’ ἀπό τά ἐδικά μου.» (3.2, σ. 359) / «Σκαλίζω τόν κῆπο

μου νά γένουν τά λάχανα νά φάγω μέ τά παιδιά μου καί μέ τόσες φαμελιές τῶν

σκοτωμένων ὁποὖναι εἰς τό σπίτι μου. Οἱ ἀγωνισταί, ὁποῦ ἀγωνίστηκαν, δέν τούς

δώσετε οὔτε ἕνα ἀριστεῖον· ἐνταυτῷ ὅσοι ἦταν μακρυά ἀπό τούς κιντύνους ὅλους τούς

δικιώσατε - βαθμούς, μιστούς πλουσιοπάροχους! Κι’ αὐτεῖνοι ὁποῦ ἀγωνίστηκαν

περπατοῦνε εἰς τόν ἕναν καί εἰς τόν ἄλλον νά φάνε κομμάτι ψωμί. Ἔχω καμπόσους

τοιούτους εἰς τό σπίτι μου, κύριε Ὑπουργέ (ενν. τον Σμάλτζη, υπουργό πολέμου), ὁποῦ

τούς θρέφω νά μήν πᾶνε διά ψωμί σέ κακές στράτες καί τούς βάλετε εἰς τούς νόμους

καί τούς κόψῃ ἡ τζελατίνα - θά τούς χρειαστοῦμεν καμιάν βολά· δι’ αὐτό σκαλίζω καί

δέν βάνω νιφόρμα (uniform, στρατιωτική στολή), ὅτι κορνιαχτίζεται ἀπό τό σκαλιστῆρι.

Κι’ ὅταν βγαίνω μέ χωρίς νιφόρμα, κι’ ὁ Βασιλέας νά εἶναι δέν τόν χαιρετῶ - οὔτε τόν

καταφρονῶ.» (3.4, σ. 381) / «Τόν μιστόν μου ἀφίνω διά τούς φτωχούς ἀγωνιστάς, μ’

ὅλον ὁποῦ κ’ ἐγώ εἰμαι φτωχός, ὅμως αὐτεῖνοι πεθαίνουν τῆς πείνας. Καί δι’ αὐτό μέ

ὑποπτεύθηκαν.» (3.3, σ. 408)

Φίλες και φίλοι, όπως καταλαβαίνετε, στα πλαίσια μιας ομιλίας δεν είναι εύκολο

να ειπωθούν όλα όσα από το έργο του Μακρυγιάννη πηγάζουν για τις γυναίκες. Έτσι,

προσπάθησα μέσα απ’ όσο γινόταν λιγότερες δικές μου παρεμβολές να πραγματευτώ

το θέμα, αφήνοντας την παραστατική περιγραφή του, να μιλήσει γι’ αυτό, διότι, όπως

έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης (Δοκιμές, τ. 1 ος , σ. 255), αλλά κι εσείς θα διαπιστώσατε

μέσα από αρκετά από τα παραθέματα, «Τό περιεχόμενο τῆς γραφῆς τοῦ Μακρυγιάννη

εἶναι ὁ ἀτελείωτος και ὁ τραγικός ἀγώνας ἑνός ἀνθρώπου, πού μέ ὅλα τά ἔνστικτα τῆς

φυλῆς του ριζωμένα βαθιά μέσα στά σπλάχνα του, ἀναζητᾶ τήν ἐλευθερία, τό δίκιο, τήν

ἀνθρωπιά», τα οποία, θα πρόσθετα, υπηρετεί πολυδιάστατα.

Επίσης, από τον τρόπο που μιλάει για τις γυναίκες προκύπτουν χρήσιμες σκέψεις

και συμπεράσματα για την εποχή μας, η οποία παρά τη νομική ισοτιμία των

γυναικών, αυτές υφίστανται ποικίλες διακρίσεις, ενώ, από την άλλη, οι ίδιες οι

γυναίκες είχαν και έχουν να διαχειριστούν όχι μόνο το πώς τις βλέπουν και τις

αντιμετωπίζουν οι άλλοι, αλλά το πώς οι ίδιες προσδιορίζουν τον εαυτό τους και τη

θέση τους μέσα στην κοινωνία. Κι αυτό το δεύτερο, αν θέλετε, είναι το κρίσιμο, διότι

οι γυναίκες δεν αρκεί να κατακτούν ανδρικές, μέχρι πριν κάποια χρόνια, θέσεις στον

δημόσιο βίο, αλλά, αφού γίνουν μέρος τους, να τις διαχειρίζονται χωρίς να μιμούνται

αρνητικά ανδρικά πρότυπα και οφείλουν να έχουν κατά νουν πως δεν είναι εχθροί με

τους άνδρες, αλλά συνοδοιπόροι. Διότι αν κυριαρχεί ο αμοιβαίος σεβασμός, τότε οι

αποστάσεις και τα προβλήματα που από την συνύπαρξή τους υπάρχουν, λειαίνονται

και ο κοινωνικός βίος είναι πιο ειρηνικός.

Αυτά τα σημειώνω και με αφορμή τη χθεσινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας,

ημέρα μνήμης των αγώνων του κινήματος για τα δικαιώματα των γυναικών, των

οποίων τους καρπούς δρέπουμε οι γυναίκες των δυτικών κοινωνιών, αλλά πολλές

άλλες ανά τον κόσμο στερούνται και τα αυτονόητα, ακόμα και την εκπαίδευση, η

οποία θα μπορούσε κάπως ν’ αλλάξει τη ζωή τους.

Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω τη φιλόξενη Στέγη Γραμμάτων «Κωστής

Παλαμάς», την Εταιρεία Λογοτεχνών Ν/Δ Ελλάδος που περιέλαβε στο πρόγραμμα

των Φιλολογικών Βραδινών την ομιλία μου, με την οποία τιμά και την Παγκόσμια

Ημέρα της Γυναίκας, και φυσικά όλους εσάς που με τιμήσατε με την παρουσία και

την προσοχή σας.