Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Πρόεδρος Εφετών επί τιμή-ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ;

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Πρόεδρος Εφετών επί τιμή

(Oμιλία στα πλαίσια των Φιλολογικων Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών

τη  Δευτέρα 16η Μαρτίου 2026 στη Στέγη Γραμμάτων "ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ"

και με τη συνεργασία της)

 

 

Είναι η δικαιοσύνη ανεξάρτητη;

 

Η έννοια της δικαιοσύνης αποτελεί έναν από τους πιο θεμελιώδεις και

διαχρονικούς προβληματισμούς του ανθρώπου. Από την αρχαιότητα μέχρι

σήμερα, οι κοινωνίες προσπάθησαν να ορίσουν τι είναι δίκαιο, ποιος το

καθορίζει και πώς μπορεί να εφαρμοστεί. Η δικαιοσύνη ήταν αποτέλεσμα της

ανάγκης για αρμονική συμβίωση μεταξύ των περισσότερων ανθρώπων όταν

άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες κοινωνίες. Η ιστορική εξέλιξη της

δικαιοσύνης αντανακλά τις αξίες, τις ανάγκες και τις αντιλήψεις κάθε εποχής.

Στην αρχαιότητα, η δικαιοσύνη συνδέεται αρχικά με τη θεϊκή τάξη. Στην

ομηρική περίοδο και στον Ησίοδο, η δικαιοσύνη θεωρείται θεϊκή δύναμη που

επιβλέπει τις ανθρώπινες πράξεις και τιμωρεί την ύβρη. Στην αρχαία ελληνική

φιλοσοφία, η έννοια αποκτά πιο συστηματικό χαρακτήρα. Στη ρωμαϊκή εποχή

η δικαιοσύνη ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με το νόμο. Κατά τον Μεσαίωνα η

δικαιοσύνη συνδέεται στενά με τη θρησκεία. Θεωρείται έκφραση του θεϊκού

θελήματος και της ηθικής τάξης του κόσμου. Στους νεότερους χρόνους, με την

άνοδο του Διαφωτισμού η δικαιοσύνη αποσπάται σταδιακά από τη θεολογία

και θεμελιώνεται στη λογική και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φιλόσοφοι όπως ο

Λοκ, ο Χομπς και ο Ρουσσώ συνέβαλαν στην αντίληψη αυτή. Στον δέκατο 19ο

και 20ο αιώνα η συζήτηση επεκτείνεται στην δίκαιη κοινωνική διάσταση της

δικαιοσύνης.

Ποιος όμως απονέμει την δικαιοσύνη; Στις πρώιμες - πρωτόγονες κοινωνίες

δεν υπάρχουν δικαστές, όπως τους ξέρουμε σήμερα. Τη δικαιοσύνη

αποδίδουν ο αρχηγός της φυλής ή οι πρεσβύτεροι ή το συμβούλιο της

κοινότητας. Η κρίση τους βασίζεται στα έθιμα, στην παράδοση και συχνά στη

συλλογική μνήμη. Στους αρχαίους πολιτισμούς Μεσοποταμία - Αίγυπτος ο

βασιλιάς είναι ο ανώτατος δικαστής, ο οποίος είναι και ο εκπρόσωπος των

θεών. Στον κώδικα του Χαμουραμπί, βασιλιά της Βαβυλώνας 1792 -1750 π.χ.

έχουμε για πρώτη φορά γραπτούς νόμους και καθορισμένες ποινές. Την

 

περίοδο αυτή υπάρχουν διορισμένοι δικαστές αλλά εξαρτώνται απολύτως από

το βασιλιά. Στην αρχαία Ελλάδα, την αρχαϊκή εποχή, τη δικαιοσύνη απέδιδαν

οι βασιλείς και αργότερα οι άρχοντες. Με τη γραπτή νομοθεσία του Δράκοντα

και του Σόλωνα να περιορίζουν την αυθαιρεσία των αρχόντων δικαστών. Στην

κλασική Αθήνα έχουμε ριζική αλλαγή. Δεν υπάρχουν επαγγελματίες ή ex

officio δικαστές. Tη δικαιοσύνη αποδίδουν οι πολίτες σε μεγάλα-πολυπληθή

δικαστήρια (π.χ. Ηλιαία) με συνθέσεις δικαστών που κληρώνονταν από τον

κατάλογο των Αθηναίων πολιτών. Εδώ στην κλασική Αθήνα γεννιέται η ιδέα

ότι η δικαιοσύνη ανήκει στο λαό. Και σήμερα στο Σύνταγμα της Ελλάδας στο

άρθρο 1 παρ. 3 αναγράφεται <<όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό,

υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το

Σύνταγμα>>. Τη Ρωμαϊκή εποχή έχουμε τη γέννηση του επαγγελματία

δικαστή. Εμφανίζεται σαφής νομική εξειδίκευση με τον Praitor να οργανώνει

τη δίκη και το νομικό πλαίσιο και τον Judex να κρίνει την υπόθεση. Στον

μεσαίωνα έχουμε οπισθοδρόμηση. Η δικαιοσύνη είναι φεουδαρχική,

εκκλησιαστική, βασιλική και δικαστές είναι οι εκπρόσωποι του θεού ή του

άρχοντα, φεουδάρχες, επίσκοποι, βασιλικοί αξιωματούχοι. Στους νεότερους

χρόνους (17 ος -18 ος αιώνας) οι δικαστές διορίζονται με κριτήρια, εφαρμόζουν

γραπτούς νόμους και δεν ταυτίζονται με το μονάρχη. Το πρώτο καθιερώνεται,

υπό την επίδραση κυρίως του Μοντεσκιέ, η διάκριση των εξουσιών, που είναι

σημαντικό στοιχείο της διάρθρωσης του σύγχρονου κράτους και για το οποίο

θα μιλήσουμε παρακάτω. Τον 19 ο και 21ο αιώνα η δικαιοσύνη αποδίδεται από

επαγγελματίες δικαστές, οι οποίοι είναι νομικά καταρτισμένοι και θεσμικά

ανεξάρτητοι. Αλλά για να κατανοήσουμε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης

πρέπει να επανέλθουμε στην περίοδο του 17 ου -18ου αιώνα που άρχισε να

καθιερώνεται η διάκριση των εξουσιών. Οι πρώτες ρωγμές του συστήματος- ο

βασιλιάς ή άρχοντας αποδίδει δικαιοσύνη κατά το δοκούν- γίνεται για πρώτη

φορά στην Αγγλία με τη Magna Carta (1215) όπου για πρώτη φορά

περιορίζεται η εξουσία του βασιλιά. Στη συνέχεια με την αγγλική επανάσταση

(1640-1689) και τη σύγκρουση βασιλιά -κοινοβουλίου έχουμε το Billof Rights

και μια πρώιμη ανεξαρτησία των δικαστών, χωρίς να υπάρχει καθαρή

διάκριση των εξουσιών. Η τελευταία καθιερώθηκε θεωρητικά από τον

Mοντεσκιέ που με το βιβλίο ‘’Το πνεύμα των Νόμων’’ του 1748 διατύπωσε

συστηματικά τη διάκριση των εξουσιών σε 3 εξουσίες: Νομοθετική

 

Εκτελεστική, Δικαστική. Η θεωρία αυτή περιέχεται το 1787 στο Σύνταγμα των

ΗΠΑ. Στη συνέχεια με τη γαλλική επανάσταση το 1789, που ανέτρεψε την

απόλυτη μοναρχία καθιερώθηκε η διάκριση των εξουσιών. Σήμερα όλα τα

δημοκρατικά συντάγματα καθιερώνουν τη διάκριση των εξουσιών, όχι ως

απόλυτη διάκριση αλλά ως λειτουργική διάκριση. Αλλά πριν μπούμε στην

Ελληνική Συνταγματική τάξη πρέπει να πω ότι η σημαντική για τη δημοκρατία

και τη διαβίωση των πολιτών διάκριση των εξουσιών, δεν γεννήθηκε από

θεωρία δηλαδή από ένα θεωρητικό κατασκεύασμα αλλά από την ανάγκη να

μπει φρένο στην αυθαιρεσία. Ο Μοντεσκιέ της έδωσε μορφή αλλά οι

επαναστάσεις της έδωσαν ζωή. Είναι μέσο προστασίας της ελευθερίας των

πολιτών και όχι απλή διοικητική οργάνωση.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αν η ελληνική δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη

πρέπει να δούμε πρώτα το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και δη το συνταγματικό

πλαίσιο. Κατ’ αρχάς να ορίσουμε τι λέμε ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Θα

συμφωνήσουμε ότι είναι ανεξάρτητη από τις άλλες δυο εξουσίες. Tη

νομοθετική και την Eκτελεστική.

Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος η νομοθετική λειτουργία ασκείται

από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η εκτελεστική από τον

Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση και η δικαστική ασκείται από τα

δικαστήρια, που οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού

λαού. Στο Σύνταγμά μας οι διατάξεις που αναφέρονται στη δικαιοσύνη είναι

στο Ε’ τμήμα του και στα άρθρα 87 έως 100 Α. Το άρθρο 87 αναφέρει ότι η

δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς

δικαστές, που αναλαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Οι

δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο

Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να

συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του

Συντάγματος. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από

δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό

παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που

βεβαιώνονται, όπως ο νόμος ορίζει. Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με

προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με το νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη

διαδικασία της επιλογής τους και είναι ισόβια. Σύμφωνα με την παράγραφο 5

 

του άρθρου 90 του Συντάγματος οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου και

Αντιπροέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων Συμβουλίου Επικρατείας, Αρείου

Πάγου και Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του

Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Γενικού Επιτρόπου των

διοικητικών δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται

ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των

μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως ο νόμος ορίζει. Από όλες

τις παραπάνω διατάξεις αλλά και τις διατάξεις άλλων νόμων που αφορούν

τους δικαστές, όπως ο Κώδικας Δικαστικών Λειτουργών και ο Οργανισμός

Δικαστηρίων προκύπτει ότι ο συνταγματικός νομοθέτης θέλει τους δικαστές

και κατά συνέπεια τη δικαιοσύνη ανεξάρτητη. Με τις υφιστάμενες όμως

διατάξεις είναι; Απερίφραστα απαντώ όχι. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι

στενά συνυφασμένη με τις αλληλένδετες αρχές του κράτους δικαίου και της

διάκρισης των εξουσιών. Αφ’ ενός η κρατική εξουσία στο σύνολό της πρέπει

να ασκείται σύμφωνα με το σύνταγμα και τους νόμους, αλλά και να επίκειται

σε πλήρη και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Αφετέρου, η νομοθετική

εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία οφείλουν να είναι διακριτές και να

ασκούνται από διαφορετικά όργανα της πολιτείας. Η ανεξαρτησία της

δικαστικής λειτουργίας δεν εξαντλείται στη γενική και αφηρημένη έννοια της

ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης ως συστήματος δικαιοδοτικών μηχανισμών.

Σημειώνεται ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι όρος άγνωστος στο

Σύνταγμά μας. Οι διατάξεις του Συντάγματος, αναγνωρίζουν θεσπίζουν και

επιχειρούν να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και

σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανεξαρτησία των δικαστηρίων. Έτσι

καθιερώνεται, όπως προαναφέρθηκε, η λειτουργική και προσωπική

ανεξαρτησία των δικαστών. Πυλώνες της ανεξαρτησίας υπό τη λειτουργική της

εκδοχή είναι αφενός η υποχρέωση των δικαστών να μην εφαρμόζουν νόμους

οι οποίοι αντίκεινται στο Σύνταγμα και αφετέρου η πρόβλεψη ότι οι δικαστές

κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και

τους Νόμους. Ο δικαστής πρέπει να απονέμει δικαιοσύνη, βασιζόμενος

αποκλειστικά στο Σύνταγμα, τους νόμους και τη συνείδησή του, χωρίς να

υποκύπτει σε πιέσεις ή να δέχεται οδηγίες από άλλα κρατικά όργανα ή

ιεραρχικούς ανώτερους δικαστές. Οφείλει να αγνοεί υποδείξεις που

προέρχονται από άλλες πηγές, όπως είναι πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικές

 

ομάδες, μη κυβερνητικές οργανώσεις και μέσα μαζικής ενημέρωσης. Με τον

όρο προσωπική ανεξαρτησία αναφερόμαστε στον ίδιο το δικαστικό λειτουργό

και εξετάζουμε την προσωπική του κατάσταση και εξέλιξη. Η προσωπική

ανεξαρτησία εξασφαλίζεται μέσω εγγυήσεων σχετικών με τις διαδικασίες

επιλογής και διορισμού των δικαστών, τη διάρκεια της θητείας τους, τα

ασυμβίβαστα, τις προαγωγές και μεταθέσεις, την επιθεώρηση των δικαστών,

την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, τη μισθολογική κατάσταση τους κ.ο.κ..

Από τα προαναφερθέντα και άλλα στοιχεία, που για να μη σας κουράσω δεν

αναφέρω, προκύπτει ότι η συνταγματικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία των

δικαστών είναι πολλαπλές. Το θεσμικό πλαίσιο για το σκοπό αυτό είναι πυκνό

και επαρκές και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία διαθέτει

έναν από τα πλέον ολοκληρωμένα συστήματα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης.

Γιατί τότε είναι διάχυτη η αντίληψη ότι η δικαστική ανεξαρτησία βρίσκεται σε

διαρκή κρίση; Γιατί σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις η έλλειψη εμπιστοσύνης

των Ελλήνων πολιτών προς τη δικαιοσύνη ανέρχεται σε ποσοστό 70%

περίπου; Οι λόγοι είναι περισσότεροι του ενός. Βασικός όμως λόγος είναι η

επιλογή, κατά το Σύνταγμα, των Προέδρων των Αντιπροέδρων των Ανωτάτων

Δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από την εκάστοτε

κυβέρνηση. Για τους μη γνωρίζοντες ευλόγως θα δημιουργηθεί το ερώτημα.

Καλά γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτό για την ανεξαρτησία των δικαστών, αφού

σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους ο δικαστής έχει λειτουργική και

προσωπική ανεξαρτησία, όπως παραπάνω περιγράφεται; Απαντώ. ο

Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προεδρεύει του Ανώτατου Δικαστικού

Συμβουλίου. Το συμβούλιο αυτό αποφασίζει για όλη την υπηρεσιακή εξέλιξη

του δικαστή. Τις προαγωγές, τις μεταθέσεις και άλλα θέματα των δικαστών.

Πολλές φορές, κατά καιρούς, έχουν την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά των

δικαστών. Εξάλλου του Πειθαρχικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου

Επιθεώρησης προεδρεύει η αντιπρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο

οποίος και αυτός επιλέγεται, ως αντιπρόεδρος, από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Και πάλι κάποιος μπορεί ευλόγως να αναρωτηθεί. Καλά σ’ ένα συμβούλιο

μετέχουν, μετά ψήφου, και άλλοι ανώτατοι δικαστές που δεν τους έχει επιλέξει

η κυβέρνηση. Πως είναι τόσο σημαντικός ο-η- πρόεδρος που τον επέλεξε η

κυβέρνηση;

 

Όταν ήμουν νεαρός πρωτοδίκης, σε επαρχιακό πρωτοδικείο, ήρθε ο

αρεοπαγίτης επιθεωρητής. μετά το τέλος της επιθεώρησης, ως είθισται την

εποχή εκείνη, πήγαμε με τον επιθεωρητή για φαγητό, σε μια όμορφη ταβέρνα.

Κάτι η περασμένη ώρα, φύγαμε από το δικαστήριο 11 το βράδυ, κάτι η απαλή

μουσική, κάτι η φιλικότητα του επιθεωρητή, σε σχετική συζήτηση για τις

αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, εξέφρασα το παράπονό

μου για μη ικανοποίηση αίτησης μετάθεσής μου. Μου απάντησε ότι αυτό

ήθελε ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Του απάντησα ότι τα λοιπά μέλη, είναι

αρεοπαγίτες έχουν εξαντλήσει την ιεραρχία, πώς είναι δυνατόν να κάνουν ό,τι

θέλει ο πρόεδρος. Μου απάντησε ότι ο πρόεδρος έχει εξουσία να τους κάνει

τη ζωή δύσκολη π. χ. να τους φορτώσει με δύσκολες και βαριές υποθέσεις, να

μην τους δώσει διαιτησίες κλπ.

Σημειώνω ότι ήταν θράσος να ρωτήσω τον Επιθεωρητή τέτοια πράγματα,

αλλά στο νεαρό της ηλικίας το έχει. Πάντως δεν μου το καταλόγισε στην

έκθεση επιθεώρησης. Αντίθετα μάλιστα. Να ένα δείγμα επηρεασμού του

επιλεγμένου από την Κυβέρνηση Προέδρου. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι

πολλές φορές η εκτελεστική εξουσία επιλέγει για τις θέσεις των Προέδρων των

Ανωτάτων Δικαστηρίων άξιους δικαστές με εξαιρετική νομική κατάρτιση και

ήθος. όμως σε ένα λαό, που είναι καχύποπτος, όχι αδίκως πολλές φορές,

οποιαδήποτε απόφαση που θα εκδοθεί υπό την προεδρία του επιλεγμένου

από την κυβέρνηση Προέδρου και είναι σύμφωνη με τις κυβερνητικές

επιθυμίες είναι ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; διαβλητή.

Εκτός από τις παραπάνω περιγραφόμενες διατάξεις που υποσκάπτουν την

ανεξαρτησία και το κύρος της ελληνικής δικαιοσύνης υπάρχουν και άλλες

διατάξεις που οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Παραδείγματος χάριν ο

διορισμός συνταξιούχων ανώτατων δικαστών σε διάφορες αρχές και

συμβούλια οργανισμών και μάλιστα με υψηλότατες αμοιβές. Κάποιος

καλόπιστος θα πει, μα είναι πλέον συνταξιούχος και δεν έχει δικαστικές

αρμοδιότητες. Όμως ποιος μπορεί να πει ότι δεν υπήρχε διασύνδεση αυτού

με την εκτελεστική εξουσία, όταν ήταν εν ενεργεία ώστε να τον διορίσει, μετά

τη συνταξιοδότησή του; Η πρακτική αυτή εκμαυλίζει τους ανώτατους δικαστές.

Στην τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, πρόεδρος μεγάλου πολιτικού

κόμματος κατέθεσε προς συζήτηση πρόταση που απαγόρευσε το διορισμό

 

συνταξιούχων δικαστών, για μια τριετία μετά τη συνταξιοδότησή τους. Η

πρόταση αυτή δεν ψηφίστηκε από τα άλλα κόμματα και δεν μπήκε στις

αναθεωρημένες διατάξεις. Ο προτείνων όμως τη διάταξη αυτή, όταν στις

επόμενες εκλογές έγινε πρωθυπουργός, διόρισε κατά κόρον συνταξιούχους

δικαστικούς λειτουργούς. Για την περίπτωση αυτή πρέπει να σημειώσω ότι

αρκούσε ένας κοινός νόμος, που να απαγορεύει το διορισμό συνταξιούχων

δικαστικών λειτουργών, τον οποίο θα μπορούσε να ψηφίσει η κυβερνητική

πλειοψηφία του προτείνοντος τότε Προέδρου του κόμματος. Τέλος για την

έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαστική λειτουργία έχουν ευθύνες εκτός από τους

πολιτικούς όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης

αλλά και οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί.

Κυρίες και κύριοι, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας πριν από λίγες ημέρες

ανακοίνωσε ότι θα κινήσει τις διαδικασίες προς αναθεώρηση του

Συντάγματος. Μεταξύ των προτεινόμενων ως αναθεωρητέων διατάξεων είναι

και το άρθρο 90 Συντάγματος που αναφέρεται στην επιλογή της ηγεσίας της

δικαιοσύνης.

Προσωπικά είμαι απαισιόδοξος εάν οι αναθεωρημένες διατάξεις θα οδηγούν

σε μια πραγματικά ανεξάρτητη, από τις άλλες δυο εξουσίες, δικαιοσύνη. Στα

σαράντα συναπτά έτη, που διακόνισα τη δικαιοσύνη, πείστηκα ότι τα πολιτικά

κόμματα δεν θέλουν πραγματικά ανεξάρτητη, απ’ αυτούς δικαιοσύνη. Η

εκτελεστική εξουσία και δη στο πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα μας, δεν

δέχεται άλλη εξουσία που να μην την ελέγχει. (Τη νομοθετική την έλεγχει με

την πλειοψηφία της). Πιστεύω ότι πέραν των άλλων φοβάται τη δικαιοσύνη και

για αυτό τη θέλει ελεγχόμενη. Αυτό μου επιβεβαίωσε, όταν ήμουν νεαρός

δικαστής, πολύπειρος και ισχυρός υπουργός της τότε κυβέρνησης, σε κατ’

ιδίαν συνομιλία μας, σε τυχαία συνάντηση. Άλλωστε αυτό προκύπτει,

εμμέσως πλην σαφώς και από τις συνταγματικές διατάξεις περί ευθύνης

υπουργών, όπου η βουλή υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό, και κυρίως στην

άσκηση της ποινικής δίωξης, στη δικαστική εξουσία.

Η εκτελεστική εξουσία στην Ελλάδα, υπό την πίεση κυρίως της Ευρωπαϊκής

Ένωσης να αλλάξει τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης έκανε

δυο νομοθετικές παρεμβάσεις. Πριν από χρόνια νομοθέτησε τη γνώμη της

 

βουλής για την επιλογή των προτεινόμενων προσώπων. Τον περασμένο

χρόνο νομοθέτησε ότι οι ολομέλειες των δικαστηρίων, με μυστική ψηφοφορία,

θα προτείνουν τους υποψηφίους για τις θέσεις του Προέδρου και των

Αντιπροέδρων. Φυσικά χωρίς να δεσμεύουν την κυβέρνηση και φυσικά χωρίς

η τελευταία (κυβέρνηση) να λάβει υπόψη της, τις αποφάσεις της πλειοψηφίας

της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως έγινε στις τελευταίες

προαγωγές στον Άρειο Πάγο.

Αλλά πριν σας πω τη δική μου γνώμη για το πώς πρέπει να γίνεται η επιλογή

της ηγεσίας, στα Ανώτατα Δικαστήρια, επιτρέψτε μου, πολύ συνοπτικά, να

δούμε τι ισχύει πάνω στο θέμα αυτό στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη

Γερμανία με χαρακτηριστικό την έντονη συμμετοχή της πολιτείας αλλά με

θεσμικά φίλτρα, οι δικαστές των ανωτάτων ομοσπονδιακών δικαστηρίων

επιλέγονται από ειδική επιτροπή που αποτελείται από υπουργούς των

κρατιδίων και βουλευτές. Οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζονται

τυπικά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Στην Αυστρία οι ανώτατοι δικαστές προτείνονται από δικαστικά συμβούλια και

ο διορισμός τους γίνεται από την κυβέρνηση και επικυρώνεται από τον

Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην Τσεχία και στη Σλοβακία υπάρχουν Ανώτατα

Δικαστικά Συμβούλια, που τα μέλη τους προέρχονται κυρίως από το δικαστικό

σώμα αλλά και τη βουλή ή τον Πρόεδρο, που επιλέγουν τους Προέδρους.

Στην Πολωνία και η Ουγγαρία, χώρες με ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη ανεξάρτητη

δικαιοσύνη, οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζονται απευθείας

από πολιτικά όργανα και η κυβέρνηση επηρεάζει τα δικαστικά συμβούλια.

Στην Ελβετία οι δικαστές του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου εκλέγονται από το

Κοινοβούλιο, συχνά με βάση κομματική αναλογία, αλλά η ανεξαρτησία τους

προστατεύεται από ισχυρούς θεσμούς και την κουλτούρα της χώρας και δεν

δημιουργείται αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας τους. Στις σκανδιναβικές χώρες-

(Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Φινλανδία) η επιλογή ανώτατων δικαστών και

Προέδρων γίνεται από ανεξάρτητες επιτροπές αξιολόγησης που βασίζονται

στα προσόντα και την αρχαιότητα των δικαστών. Η κυβέρνηση έχει τον τυπικό

ρόλο της επικύρωσης των αποφάσεων των επιτροπών αυτών. Στη Γαλλία

υπάρχει το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης. Μέλη του είναι δικαστές και

 

πρόσωπα που ορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το

Κοινοβούλιο. Αυτό (ανώτατο συμβούλιο δικαιοσύνης) προτείνει τους

ανώτατους δικαστές και τους προέδρους των δικαστηρίων και διορίζονται από

τον πρόεδρο της δημοκρατίας. Η Ιταλία έχει το πιο ‘’δικαστικοκεντρικό’’

σύστημα διοίκησης της δικαιοσύνης της Ευρώπης. Το ανώτατο δικαστικό

συμβούλιο, κυριαρχείται από δικαστές και επιλέγει την ηγεσία. Η πολιτική

εξουσία έχει πολύ περιορισμένη συμμετοχή. Στην Ισπανία το θεσμικά ισχυρό

,αλλά πολιτικά ευάλωτο Γενικό Συμβούλιο της Δικαιοσύνης επιλέγει την ηγεσία

της. Τα μέλη όμως του Συμβουλίου αυτού εκλέγονται από το κοινοβούλιο με

αυξημένες πλειοψηφίες. Το σύστημα αυτό έχει οδηγήσει σε μπλοκαρίσματα

των διαδικασιών και κρίσεις νομιμοποίησης των μελών του συμβουλίου. Στις

χώρες της Βενελούξ (Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο) η επιλογή της ηγεσίας

της δικαιοσύνης γίνεται από ανεξάρτητα όργανα επιλογής με σαφή κριτήρια

αξιολόγησης. Η πολιτική εμπλοκή είναι ελάχιστη. Η κυβέρνηση επικυρώνει τις

επιλογές χωρίς να τις κατευθύνει. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο οποίο ισχύει

γενικά διαφορετικό δικονομικό σύστημα (αγγλοσαξονικό) από το Ευρωπαϊκό,

οι ανώτατοι δικαστές επιλέγονται από ανεξάρτητη επιτροπή ενώ ο αρμόδιος

υπουργός έχει περιορισμένο δικαίωμα απόρριψης. Ο ρόλος της πολιτικής

είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Τέλος, για να μην σας κουράσω, στις Βαλτικές

χώρες και στην Ανατολική Ευρώπη (Ρουμανία, Βουλγαρία) η επιλογή γίνεται

από Ανώτατα Δικαστικά Συμβούλια με τη συμμετοχή του Προέδρου της

Δημοκρατίας. Στα συστήματα των χωρών αυτών υπάρχει προσπάθεια

αποφυγής ή περιορισμού του κυβερνητικού ελέγχου, η οποία δεν είναι πάντα

επιτυχής στην πράξη.

Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η πλειονότητα των

χωρών της Ευρώπης δεν αφήνει μόνη της την κυβέρνηση να επιλέγει την

ηγεσία. Τα δικαστικά συμβούλια είναι ο κανόνας. Η ανεξαρτησία της

δικαιοσύνης είναι ένας συνδυασμός θεσμών και πολιτικής κουλτούρας. Εδώ

θα πρέπει να σημειώσω ότι η Ευρώπη με δύο υπερεθνικούς οργανισμούς

δίνει ιδιαίτερη σημασία στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης, διότι θεωρεί

ότι είναι βασικό στοιχείο του κράτους δικαίου, το οποίο είναι θεμέλιο των

οργανισμών αυτών. Ειδικότερα το Συμβούλιο της Ευρώπης με την επιτροπή

της Βενετίας, που είναι το συνταγματικό όργανο του και αποτελείται από

 

κορυφαίους συνταγματολόγους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με το Δικαστήριο της

Ε.Ε. και ετήσιες εκθέσεις κράτους δικαίου. Και οι δύο παραπάνω οργανισμοί,

τα οποία ελέγχουν τα κράτη μέλη τους, ως προς το κράτος δικαίου, λένε

ξεκάθαρα ότι η εκτελεστική εξουσία δεν πρέπει να έχει αποφασιστικό και

μονομερή έλεγχο στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Στην Ελλάδα,

όπως αναφέρθηκε στην αρχή της εισήγησης αυτής, η εκτελεστική εξουσία, η

κυβέρνηση, είναι αυτή που αποφασίζει κυριαρχικά για την επιλογή της ηγεσίας

της δικαιοσύνης. Η γνώμη (μη δεσμευτική) της Βουλής Διάσκεψη των

Προέδρων) και της ολομέλειας των ανωτάτων δικαστηρίων που έχει θεσπίσει

η ελληνική πολιτεία, είναι ένας φερετζές για να κρύβει τις ευθύνες της

κυβέρνησης. Αυτό φάνηκε και στις τελευταίες επιλογές, όπου η κυβέρνηση δεν

έλαβε υπόψη τη γνώμη της, με μυστική ψηφοφορία, αποφάσεις της

Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Επομένως το σύστημα πρέπει οπωσδήποτε

να αλλάξει. Είναι επιτακτική ανάγκη για την κοινωνία, το κράτος δικαίου και το

Δημοκρατικό Πολίτευμα. ακούσατε προ ολίγου, τι κάνουν οι άλλες ευρωπαϊκές

χώρες για το ζήτημα αυτό. Στην Ελλάδα κατά καιρούς, σε συνέδρια, ημερίδες,

ομιλίες, αρθρογραφίες κλπ. έχουν καταχωρηθεί διάφορες προτάσεις για την

επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Όλες έχουν πλεονεκτήματα και

μειονεκτήματα. Θα πρέπει να βρούμε εκείνη με τα λιγότερα μειονεκτήματα. Θα

πρέπει να σημειώσω ότι η δικαστική εξουσία δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση,

αφού οι δικαστές δεν εκλέγονται από το λαό. Για το λόγο αυτό είμαι αντίθετος

στην πρόταση η ηγεσία της να εκλέγεται μόνο από τους δικαστές. Στην

περίπτωση αυτή ο κίνδυνος του κράτους των δικαστών δεν είναι αμελητέος.

Κατά την άποψή μου η επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης στην Ελλάδα θα

πρέπει να γίνεται από ένα Συμβούλιο στο οποίο θα μετέχουν δικαστές κατά

πλειοψηφία και βουλευτές από όλα τα κόμματα της βουλής και δικηγόροι και

καθηγητές νομικών σχολών. Το συμβούλιο αυτό, φυσικά με μυστική

ψηφοφορία, θα προτείνει τρεις υποψηφίους για την κάθε θέση και ο Πρόεδρος

της Δημοκρατίας θα επιλέγει έναν από αυτούς. Δεν τρέφω αυταπάτες ότι,

στην επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, η πολιτική εξουσία θα

παραιτηθεί του μέχρι τώρα προνομίου της και θα ψηφίσει διατάξεις που δεν

θα ελέγχει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

 

Κυρίες και κύριοι, στην Πρωσία του 18ου αιώνα, κοντά στο Πότσδαμ, είναι

λίγα χιλιόμετρα από το Βερολίνο, ο βασιλιάς Φρειδερίκος ο Μέγας είχε τα

θερινά του ανάκτορα. Ο θρύλος λέει ότι κοντά στα ανάκτορα υπήρχε ένας

ανεμόμυλος, ο οποίος έκανε θόρυβο και διατάρασσε τη γαλήνη του Βασιλιά. Ο

Βασιλιάς κάλεσε το μυλωνά κι απαίτησε να του πουλήσει το μύλο του. Ο

μυλωνάς που ήταν αρνητικός αντιστάθηκε. Ο βασιλιάς του απάντησε ότι

μπορεί να τον πάρει έτσι κι αλλιώς το μύλο χωρίς να τον πληρώσει. Και ο

μυλωνάς του απάντησε <<ναι αλλά υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο>>.

Μακάρι, κάποια στιγμή ,οι Έλληνες πολίτες να πουν <<υπάρχουν δικαστές

στην Αθήνα>>.

Ευχαριστώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου