Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΒΕΡΡΑ - Υπερβατική αφή.



Γαλάτειας Ι. Βέρρα, Υπερβατική αφή,
του Μιχάλη Καραγεωργίου, M.ed. Φιλολόγου
(Βιβλιοπαρουσίαση, 07-02-2018, Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών)

Σαν υπερβατική αφή, αφιερωμένη, όπως αναφέρει η ποιήτρια, στους αναγκεμένους των αιώνων, αλλά και ίαμα για τις ψυχές όλων στους αναγκεμένους καιρούς που διάγουμε, κάνει την εμφάνισή της η πέμπτη ποιητική συλλογή της αγαπημένης μας Γαλάτειας Βέρρα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Κάθε της ποίημα ένας ψίθυρος της αιωνιότητας, ένα τραγούδι γραμμένο σε μια παρτιτούρα που μόνο η καρδιά και η ψυχή μπορούν να αποκωδικοποιήσουν.
Πραγματικός ποιητής, όπως λένε, είναι αυτός που μπορεί να μετατρέψει το προσωπικό του συναίσθημα, να σπάσει σε κομμάτια, να κατακερματίσει τη δική του ατομική ψυχή, για να συναντήσει τη συμπαντική ψυχή, ενεργεία καθαρή, και να μεταφέρει διά του λόγου του τη συμπαντική μελωδία, κάτι που η Γαλάτεια Βέρρα επιτυγχάνει με μοναδική ευχέρεια.
Τα 142 ποιήματα της συλλογής δομούνται με στίχους που ξεχειλίζουν ευαισθησία, αλλά και με λέξεις–σύμβολα που ακουμπούν στις παρυφές της πρόζας. Οι αφηγήσεις αντανακλούν και διαλέγονται με το βιόκοσμό της, που είναι συχνά συνυφασμένος με τον προσωπικό - στοχαστικό διαλογισμό, στο διάκενα του χρόνου. Στην ύλη των στίχων προσπαθεί να αποδομήσει κρυπτογραφημένους εφησυχασμούς, αναδεικνύοντας τη στοχαστική της νηφαλιότητα. Η Γαλάτεια Βέρρα έχει την ικανότητα με τη γραφή της να αποθέτει στο χρόνο την υψηλή θερμοκρασία των λέξεών της. Συγκινησιακά, καταφέρνει να ανοίγει μονοπάτια σε σκοτάδια στην ποιητική τοπογραφία. Νιώθει έφηβη που αντιστέκεται στην εσωστρέφεια των εποχών, στη γηρασμένη, αρρωστημένη ατμόσφαιρα του εφησυχασμού, στα μολυσμένα ρεύματα της αδιαφορίας, στη νέκρωση της παραίτησης.
Η ποιητική της φαρέτρα είναι ανεξάντλητη από λεξιλογικές συνυφάνσεις που σηματοδοτούν μια αναπάντεχη ανοικείωση στο γλωσσικό επίπεδο. Παρά το αρχικό ξάφνιασμα, γίνεται οικεία στον αναγνώστη, κάτι που επιτυγχάνεται με την υψηλού επιπέδου εικονοπλασία, που με χαρακτηριστική ευχέρεια και άνεση αποθέτει στον ποιητικό καμβά. Με αυτό τον τρόπο οι ιδέες, οι σκέψεις, τα βιώματα, οι μνήμες, τα αισθήματα γίνονται χειροπιαστά, αποδίδονται με ακρίβεια, μεταβιβάζονται, προκαλούν ενσυναίσθηση, καθώς αποτυπώνονται με χρώμα, δύναμη, παλμό και ένταση.
Με τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα που χαρακτηρίζουν την ποιητική της διαδρομή, οι λιτοί και ευαίσθητοι στίχοι της οικοδομούν το αρχιτεκτόνημα ενός αναλυτικού στοχασμού, στη βάση του οποίου ανιχνεύεται ένα μωσαϊκό περιεχομένων με αποχρώσεις κοινωνικές, φιλοσοφικές, ερωτικές, ενώ σε υπερκείμενο επίπεδο, στην κορυφή, εδράζεται η αγάπη για το άφθαρτο, αιώνιο και ζωογόνο φως.
Αναφορικά με την κοινωνική διάσταση της ποίησής της, η ποιήτρια με τις ευαίσθητες ποιητικές κεραίες της αφουγκράζεται και συντονίζεται με τον παλμό της πολύπτυχης σύγχρονης πραγματικότητας, της οποίας αποτελεί ενεργό κύτταρο. Ατενίζοντας τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής, η Γαλάτεια Βέρρα έχει την ικανότητα να ρίχνει διεισδυτικές ματιές στο γίγνεσθαι του κόσμου και να συλλαμβάνει τα φαινόμενα στην πραγματική τους διάσταση. Πνεύμα ανήσυχο κι ευαίσθητο, αντιδρά στα ερεθίσματα του καιρού της, δεν εφησυχάζει. Διακρίνει μια γενικότερη απώλεια προσανατολισμού σε επίπεδο τόσο συλλογικό  όσο και ατομικό. Διαπιστώνει ότι ο κόσμος έφτασε πλέον σε ύστατους καιρούς και ο αιώνας έχει υποταχθεί στο αιρετικό άγγιγμα μιας βαθιάς αποξένωσης. Οι άνθρωποι δεν μιλάνε γιατί οι «λέξεις δεν έχουν αλάτι». Οι καιροί που διάγουμε είναι «ουδέτεροι και άχρωμοι», όπως η ανοιξιάτικη φράουλα, που έχασε το χρώμα της.
Αδιάφορες όμως χαρακτηρίζονται και οι ψυχές, καθώς θυμίζουν αγωγούς από τους οποίους δεν περνάει ρεύμα πνοής. Όπως η ίδια γράφει, η ταυτότητα των πραγμάτων στο σύγχρονο κόσμο ενοχλεί,  και τα σύννεφα της ισοπέδωσης είναι πλέον πολύ απειλητικά. Οι «σοφοί» μπορεί να διατείνονται ότι γνωρίζουν τη λύση, παρόλα αυτά η ανθρωπότητα καθημερινά καταπίπτει σε μεγαλύτερα βάραθρα. Οι αξίες πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας, ενώ η οικουμένη αντιμετωπίζει το φάσμα της δυστυχίας και η ανθρωπότητα κρατείται σε κρατητήρια θηριωδίας έχοντας απωλέσει το στοιχείο του διαχωρισμού του ανθρώπου από το θηρίο.
Ο δεύτερος πυλώνας του ποιητικού οικοδομήματος διαθέτει χροιά φιλοσοφική - διδακτική. Συχνά, ποίηση και φιλοσοφία βαδίζουν χέρι χέρι στην αληθινή δημιουργία, στην τέχνη ίσως δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Ο ποιητικός οίστρος την ωθεί να διατυπώσει αξίες διαχρονικές που αποπνέουν μια αίσθηση διδακτισμού. Ανθρωποκεντρική η ποίησή της, εμπνέεται από τον άνθρωπο και καταλήγει στον άνθρωπο. Θεωρεί ότι ο βίος, η ζωή του ανθρώπου κρύβει ανατροπές, που πολλές φορές μπορεί να είναι πολύ αιχμηρές. Όμως ίσως να είναι προτιμότερες οι έστω αιχμηρές ανατροπές από τον εξαναγκασμό της βίωσης της τραγικότητας μιας ζωής αδιάφορης ή μιας ζωής που η προσπάθεια για «ευθυγράμμιση του βίου» επιδιώκεται με επιφανειακά ανθρώπινα μέτρα. Επισημαίνει ότι πολλές φορές ο άνθρωπος ωθείται σε αναβλητικότητα, από φόβο μήπως το τέλος της πορείας φέρει μια καινούρια αρχή. Όταν φτάσουν στο τέλος οι άνθρωποι εκτιμάνε το όμορφο, στο τέλος, όμως, έχοντας χάσει την απόλαυση του όμορφου σε όλη τη διαδρομή. Ως άνθρωπος του πνεύματος πιστεύει ότι δεν έχει νόημα και ουσία ο πλούτος, η επιτηδευμένη εικόνα, το «επίπλαστο κοινωνικό προφίλ». Ουσία, σημασία έχει η γενναιότητα και το μεγαλείο της ψυχής.
Μια ακόμα διάσταση της ποίησης της Γαλάτειας Βέρρα αποτελεί το στοιχείο του έρωτα με διττή φύση, ανθρώπινη αλλά και θεολογική. Σε όλη την ποιητική συλλογή είναι διάχυτος ένας ερωτισμός υφασμένος με το αδράχτι της ψυχής, αγνός, εξιδανικευμένος, άδολος, ευγενικός, όμορφος, που άλλοτε φωτίζει το πρόσωπο και την ψυχή, και είναι δύναμη ζωής, και άλλοτε, όπως το κρασί, προκαλεί επικίνδυνη ζάλη, ενώ άλλοτε προβάλλει σαν σφοδρός άνεμος που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά του. Ματαιωμένος τις πιο πολλές φορές, γίνεται μια απλή κατάθεση ψυχής σε παλιά χέρια, κλείνει τα μάτια για να δει πιο καθαρά τη συγκίνηση που προκαλεί, δύει σαν δειλινό κάθε φορά που απομακρύνεται. Ο διάλογος, όμως, μέσω της ποίησης είναι πάντα μια διέξοδος, ένας τρόπος αποφόρτισης από όσα δεν έχουν ειπωθεί στον καιρό τους.
Ακρογωνιαίος λίθος στην Υπερβατική Αφή, που συνέχει κάθε δομικό υποσύνολο αλλά και στηρίζει καταλυτικά το ποιητικό οικοδόμημα είναι το πνευματικό – μεταφυσικό – θεολογικό στοιχείο. Η ποιητική συλλογή σε κάθε της διάσταση διαπνέεται από μια κρυστάλλινη, διαυγή αναζωογονητική ριπή πνευματικού ανέμου, που αποτελεί το στοιχείο της όσμωσης με τους υπόλοιπους θεματικούς άξονες. Η θεία παρουσία ανιχνεύεται παντού: στη φύση που είναι γενναιόδωρη και διδακτική, στο «ανέμελο παιδικό και χαριτωμένο σημείωμα, φορέα ουράνιων μηνυμάτων με δύσκολη αποκωδικοποίηση», στους απλούς ανθρώπους, όπως «η γριούλα που σκουπίζει ευλαβικά, ο οδοκαθαριστής που επιτελεί το ιερό του έργο, ο μικρούλης που ανάβει το κερί στην αγκαλιά της μητέρας, ο άνομος που αφήνει δάκρυα μετάνοιας». Η υπέρτατη αγάπη για το θείο την οδηγεί σε «πύρηνα μονοπάτια προσευχής». Διαγράφει ελλειπτικές τροχιές σε μία μερική διαδρομή, σε ένα μεγαλύτερο σύνολο με υπερκείμενο το θείο. Αφήνεται, όπως αναφέρει, στο «εργόχειρο της υπακοής του κυρίου», στη «χάρη των λυγμών και στη «νοητή χαρά». Είναι διάχυτη παντού η θεία αγάπη, που δροσίζει με φως τις σκιερές γωνιές, «που μπορεί και μετρά με τρυφερότητα στη ζυγαριά της σιωπής με μεγάλη ακρίβεια». Σ’ αυτήν εναποτίθεται η ελπίδα για τη σωτηρία και από αυτήν πηγάζει η βεβαιότητα ότι μπορούμε να κατακτήσουμε «το όνειρο, το ουράνιο ανάκτορο, την ηγεμονική χαρά, το τραπέζι των αιώνων».
Στο μικροεπίπεδο της ποιητικής συλλογής θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ποιητικό ύφος της Γαλάτειας Βέρρα. Ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζουν τα αντικείμενα που η ποιήτρια τοποθετεί με τάξη στο ποιητικό σκηνικό και ανάγονται σε σύμβολα ή γίνονται φορείς μύχιων συναισθημάτων. Επενδύει συναισθηματικά σε «καθημερινά πράγματα», μικρά ενθυμήματα, που την εμπνέουν, γεγονός που αποκαλύπτει τα αξιολογικά της κριτήρια, αλλά και είναι δείγμα της εφηβικής της διάθεσης και νεανικής της ψυχής. Απλά αντικείμενα αποκτούν διαφορετική υπόσταση. Το πέτρινο παράθυρο μετουσιώνεται σε εστία μιας γόνιμης ζωής με ευτυχία,  με δυσκολίες, που θρέφει την ελπίδα, η πέτρα μεταμορφώνεται σε εξομολόγο απόθεσης του βάρους της ζωής και κατάθεσης του προσωπικού πένθους, μια πορτοκαλάδα γίνεται αφορμή δροσιάς, σύμβολο παιδικής ανεμελιάς και ζωηρότητας, ο φάρος φαντάζει σαν «νυμφίος των  πλοίων», η κίτρινη εσάρπα φέρνει στο μυαλό τη «μυστική συμφωνία με τον ήλιο».
Ιδιαίτερη διάσταση, χαρακτηριστική στην ποίηση της Γαλάτειας Βέρρα, αποτελεί η παρουσία των ήχων, της μουσικής, της μελωδίας. Μουσικολόγος και πιανίστρια η ίδια δεν θα μπορούσε να αφήσει εκτός ποίησης τη μουσική και την ποίηση εκτός μουσικής. Καταφέρνει να σπάσει τις διαχωριστικές γραμμές και να συμπλέξει τις δύο αυτές μορφές τέχνης σε ένα επίπεδο συμβολικό, με το να μετασχηματίσει και να μετατρέψει τους ήχους σε φορείς συναισθημάτων, θεωρώντας ότι ο ήχος, η μουσική αναγεννά, δημιουργεί «σφρίγος αξιέραστο». Η δύναμη των ήχων στην ποίηση της Γαλάτειας είναι τόσο μεγάλη που ζωντανεύει το παρελθόν, ξυπνά «νεκρές μνήμες» και φέρνει στη σκέψη αγαπημένα πρόσωπα. Ο ήχος άλλοτε με τη μορφή του πάθους που μένει κλειδωμένο στο στέρνο, άλλοτε ως συναίσθημα απαρηγόρητης μοναξιάς, κρυμμένο στο σόλο της τρομπέτας, άλλοτε ως εξιδανικευμένη σαρωτική αγάπη που πλημμυρίζει τις αισθήσεις και άλλοτε με το πρόσωπο του Έρωτα σε ένα τρυφερό ρεφραίν καταφέρνει «να αγγίζει κορυφές».
Πολύ ενδιαφέρουσα, τέλος, είναι η εστίαση της ποιήτριας σε δύο σημεία του ανθρώπινου σώματος που αποτελούν το καθρέφτισμα της ψυχής, της καρδιάς και των συναισθημάτων: στα μάτια, «που δεν συνθηκολογούν, δεν υποκύπτουν, που κλείνουν για να δουν πιο καθαρά  τη συγκίνηση», και στο χαμόγελο «που μαγνητίζει, που αποτελεί σημάδι ελπίδας στη μεθόριο της ύπαρξης».
Εν ολίγοις η Ποίηση της Γαλάτειας Βέρρα κάνει πράξη αυτό που διατύπωσε ο ένας φιλόσοφος: Ποίηση δεν σημαίνει φαντασίωση. Η βαθύτερη υφή της ποίησης είναι να επιστρέφει στο ον, να μένει στο «ξέφωτο», εκείνο που φωτίζει ακριβώς τον άνθρωπο.
Αγαπημένη μας Γαλάτεια, σε ευχαριστούμε για το ταξίδι αυτό στην γαλήνια θάλασσα του ποιητικού σου κόσμου. Η ποίηση είναι λυτρωτική για όλους, ακόμη κι αν δεν είναι δημιουργοί της αλλά οι αποδέκτες της.
.

Ποιος μισεί...τον ευεργέτη του; Της Νατάσας Κοντολέτα



Ποιος μισεί...τον ευεργέτη του;

\
 Της  κ. Νατάσας Κοντολέτα  Δικηγόρου-Συγγραφέως

 
 Ας συλλογιστούμε το εξής σύνηθες, για τον ανθρώπινο βίο, «σκηνικό»…   
     Ξαφνικά η ζωή μας ανατρέπεται εξαιτίας ενός είτε λιγότερο, είτε περισσότερο επώδυνου γεγονότος που μας πλήττει είτε οικογενειακά, είτε προσωπικά, είτε επαγγελματικά, είτε οικονομικά, είτε ηθικά είτε και συνδυαστικά ακόμα σε σχέση με ορισμένα από τα προαναφερόμενα πλαίσια…
     Τι κάνουμε τότε;; Προσφεύγουμε σε κάποιο ή κάποια προσφιλή πρόσωπα τα οποία εμπιστευόμαστε απόλυτα και τα οποία έχουμε πολλές φορές συνδράμει ηθικά και υλικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά κατά τον παρελθόντα χρόνο, χωρίς ουδέποτε να περάσει από το μυαλό μας ούτε η πιο τυπική σκέψη ανταποδοτικότητας στο ελάχιστο… και φυσικά ούτε η πιο μικρή υποψία προδοσίας της συναισθηματικής μας αφοσίωσης και της προσωπικής μας εμπιστοσύνης…
     Και ιδού η απάντηση του προσώπου που πολλάκις ευεργετήθηκε από εμάς: όχι απλά στοιχειωδώς δεν μας συμμερίζεται ή προσπαθεί να δείξει την ελάχιστη κατανόηση, έστω και υποκρινόμενο, αλλά, προκειμένου να μας επιτείνει τον πόνο, μας κλείνει κάθε δίοδο οποιασδήποτε στοιχειώδους επικοινωνίας, πόσο μάλλον ελάχιστης ηθικής ή συναισθηματικής έστω στήριξης…, κοινώς «μας λακτίζει», ενώ εμείς μένουμε άναυδοι και συναισθηματικά ακόμα πιο φορτισμένοι, ερχόμενοι αναπόφευκτα αντιμέτωποι μ’ έναν έντονο ψυχικό πόνο που αδυνατεί να διαχειρισθεί ορθά η λογική μας σε συνδυασμό με την εμπειρία μας….
     Μετά από λίγο ανακάμπτουμε συναισθηματικά, μέσω των μηχανισμών άμυνας την ύπαρξη και τον τρόπο ενεργοποίησης των οποίων συχνά οι ίδιοι αγνοούμε και τις περισσότερες φορές ζητούμε ή μάλλον προσφεύγουμε στη Θεία βοήθεια, υποσχόμενοι ότι θα γίνουμε έμπρακτα καλύτεροι άνθρωποι στο μέλλον… Και ιδού η άμεση ανταπόκριση και η επενέργεια της Θείας Πρόνοιας…
     Εμφανίζεται ένα άτομο ή κάποια άτομα που ουδέποτε τα είχαμε ευεργετήσει, που ουδέποτε τους είχαμε δώσει «σημασία», που ουδέποτε είχαμε στοιχειωδώς επιδιώξει τον ελάχιστο κοινωνικό και διαπροσωπικό συσχετισμό μαζί τους και οι οποίοι, εντελώς αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη, μας συνδράμουν «λυτρωτικά»… Και όχι απλά μας συνδράμουν, αλλά μας στηρίζουν τόσο ανέλπιστα που αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι όλη αυτή η δοκιμασία ίσως, τελικά, να ήταν για το καλό μας…, αφού, όχι απλά απομακρυνθήκαμε από ψεύτικους ανθρώπους – με τυπικά προσωπεία εξασφάλισης μικρότερων ή μεγαλύτερων κάθε φορά συμφερόντων – , αλλά, επιπλέον και κυρίως, μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε αυθεντικούς ανθρώπους με ειλικρίνεια, δοτικότητα, μαχητικότητα και ήθος…
     Τα πράγματα αποκαθίστανται σιγά-σιγά, εμείς έχουμε οικειοποιηθεί αναπόφευκτα με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που μας ευεργέτησαν και όλα κυλούν ομαλά προς την πλήρη ανάταξη όλων των δεδομένων της εφησυχαστικής μας καθημερινότητας, τα οποία είχαν ανατραπεί…
     Ωστόσο, προς απογοήτευσή μας και εντελώς απροσδόκητα, «κάτι» αρχίζει  να μας ενοχλεί… Το πρόσωπο που μας ευεργέτησε δεν ήταν τόσο τέλειο όσο νομίζαμε.. Μας ενοχλεί «πάνω του» το α΄ το β΄ το γ΄…. στοιχείο ή χαρακτηριστικό! Η εικόνα του μας δημιουργεί μια κλιμακούμενη αρνητικά δυσαρέσκεια, ενώ οι αφορμές για διαπροσωπικές αντιπαραθέσεις και αψιμαχίες καθίστανται όλο και πιο συχνές μέσα στο πλαίσιο μιας διαγεγραμμένης πορείας απόλυτης σύγκρουσης και αντιπαράθεσης και μάλιστα με επιχειρήματα μη συγχωρούμενων λαθών του προσώπου ή των προσώπων των οποίων οι αρχές και το ηθικό τους υπόβαθρο μας έσωσαν σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής μας… Γιατί όμως;;; Τι συμβαίνει;;;
     Δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε αγνώμονες, ούτε άδικοι, θεωρώντας ότι μέσω κάποιας ευγενούς χειρονομίας – έκφρασης φιλοφρόνησης…. «έχουμε βγάλει την υποχρέωση» όπως συνήθως λέγεται… Και για να εκφραστώ πιο απλά και ταυτόχρονα πιο ακραία… «Εσύ μου σώζεις τη ζωή ή με γλυτώνεις από διάφορους κινδύνους και ο ίδιος ή η ίδια προσωπικά με ένα υπέροχο τραπέζι (γεύμα ή δείπνο) που σου προσφέρω ή με ένα δώρο «συμψηφίζω» την υποχρέωση…». Πλέον, η μονόπλευρη σωτήρια προσφορά του ευεργέτη μας έχει γίνει μια αμοιβαία συναλλαγή που έχει χάσει και κάθε νόημα… για περαιτέρω συγχρωτισμό.
     Άλλωστε έχουμε επιχειρήματα… Μου έκανες αυτό…, μου έκανες εκείνο… Εκείνη την ημέρα μου είπες αυτό και με πρόσβαλες ή μείωσες την αξιοπιστία της προσωπικότητάς μου και άλλα συναφή… Εκτός αυτού, δεν έπραξες το γ’, το δ’ κ.λ.π…. Τελειώσαμε… Η αγανάκτηση μας πνίγει….
     Το εντελώς παράδοξο το οποίο ακολουθεί στο εν λόγω περιγραφόμενο «σκηνικό»» είναι ότι επιζητούμε μια «αυθόρμητη» ή και τυχαία συνάντηση ή επιδιώκουμε ασυναίσθητα ή και συνειδητά ακόμα να συγχρωτισθούμε με το πρόσωπο που κάποτε μας είχε τόσο βάναυσα απορρίψει, εάν και είχε ευεργετηθεί από εμάς και αρχίζουμε να του περιγράφουμε «τον πόνο μας», δηλαδή την απογοήτευση που βιώνουμε απ’ αυτόν που μας ευεργέτησε και μάλιστα αφηγούμενοι τα «μεταφραζόμενα» στο μυαλό μας ως ατυχή δεδομένα, αφού φυσικά έχει απέλθει πλέον η δύσκολη συγκυρία με την οποία βρεθήκαμε αντιμέτωποι….
     Το πρόσωπο που μας είχε απορρίψει και μας είχε φερθεί απάνθρωπα και σκληρά, μας συμμερίζεται πλήρως τώρα, βρίσκει δίκαιο στα επιχειρήματά μας και κυρίως, λόγω της ουδετερότητάς του στην εν λόγω σχέση, μέσα από τις αφηγήσεις μας, επισημαίνει και άλλα τρωτά σημεία που είχαν διαφύγει της προσοχής μας και τα οποία θα πρέπει να μας «εξεγείρουν» περισσότερο έναντι του προσώπου που μας  ευεργέτησε… «Ευτυχώς που μας τα επεσήμανε…», σκεφτόμαστε… Ακολούθως και οι δυο μαζί στρεφόμαστε κατά αυτού που μας έσωσε….
     Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά εμείς αισθανόμαστε ότι έχουμε δίκαιο. Μπορεί να μας έσωσε το συγκεκριμένο πρόσωπο τότε, τη δύσκολη συγκυρία όπου όλοι οι άλλοι μας εγκατέλειψαν, αλλά …, τώρα η συμπεριφορά του είναι «ενοχλητική» και τα επιχειρήματά μας βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία, του τύπου «με στραβοκοίταξε ο σκύλος του και μου νιαούρισε περίεργα η γάτα του» !!!
     Ο πρώην ευεργέτης «απορρίπτεται» από τον διαπροσωπικό μας ορίζοντα, πολλές φορές σχολιάζεται και συκοφαντείται και εμείς αγκαλιάζουμε το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είχαν ευεργετηθεί από εμάς, αλλά όταν, για μια και μόνο φορά, προσφύγαμε σε αυτά, μας φέρθηκαν με ασύλληπτη σκληρότητα…. «Δεν βαριέσαι», «ας τα ξεχάσουμε όλα» – τους συγχωρούμε –  «άνθρωποι είναι…». «Ίσως δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης μας, ίσως αντιμετώπιζαν κάποια δικά τους προβλήματα το δεδομένο χρονικό διάστημα…, ας δώσουμε μια ακόμα ευκαιρία στη σχέση ή στη φιλία μας ή στην κοινωνική μας συναναστροφή…, τώρα, άλλωστε, που όλα στην καθημερινότητά μας ανέκτησαν την προηγούμενη (φαινομενική) τους ισορροπία…».
     Απίστευτο… και όμως τόσο συχνά διαπραττόμενο…
     Γιατί συγχωρούμε αυτόν που εντελώς άπονα «μας εγκατέλειψε στην τύχη μας» και αδιαφόρησε πλήρως την ώρα της μέγιστης ανάγκης μας και στρεφόμαστε εναντίον αυτού που μας ευεργέτησε και αναπόφευκτα οικειοποιήθηκε μαζί μας μέσω μιας ουσιαστικής διαπροσωπικής σχέσης που δεν βασίζεται σε τυποποιημένες μορφές συμπεριφοράς συχνά υποκριτικής, αλλά στην αυθεντικότητα των συναισθημάτων και στην ανεπιτήδευτη γενναιοδωρία;;;
     Γιατί αυτήν την οικειοποίηση τη μεταφράζουμε σε εχθρικότητα και μάλιστα μέσω ανόητων αφορμών;;;
     Τι μας ενοχλεί τελικά; ο διαφορετικός τους χαρακτήρας;  η δύναμη και η πηγαία θέληση να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν υπολογίσει τα ενδεχόμενα οφέλη και τις αντίστοιχες απώλειες από μια τέτοια ενέργεια;;; Οι απόψεις πολλές και οι απαντήσεις διάφορες, μέσα από το πρίσμα διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων και επιχειρημάτων ηθικής, ψυχολογικής – ψυχιατρικής, κοινωνιολογικής και  θρησκευτικής ερμηνείας…
     Μήπως, τελικά, αυτό το μεγαλείο που αποπνέουν οι δοτικοί συνάνθρωποί μας, όντας ευγενείς και γενναιόδωροι συναισθηματικά αγγίζει τις εσωτερικές μας ανασφάλειες;
     Μήπως αισθανόμαστε αδύναμοι και ελλειμματικοί, θεωρώντας ότι στερούμαστε της εσωτερικής ικανότητας και της ψυχικής δύναμης να προσφέρουμε αντίστοιχα και εμείς…. κάτι τόσο όμορφο, τόσο τρυφερό, τόσο σωτήριο, τόσο άυλο και όμως τόσο λυτρωτικό, ευγενές και μοναδικό;;;
     Μήπως δεν έχουμε δυστυχώς συνειδητοποιήσει ότι όλοι μας διαθέτουμε χαρίσματα και ικανότητες, οι οποίες δεν συνιστούν συγκρινόμενα – ανταγωνιστικά μεγέθη κοινωνικής προβολής – επιβολής, ενώ, ταυτόχρονα, σκιαγραφούν το μεγαλείο της μοναδικής μας προσωπικότητας, το οποίο οι ίδιοι «κατασπαράζουμε» υιοθετώντας ατυχώς τα προβαλλόμενα πρότυπα στάσης ζωής και υλικού ευδαιμονισμού, τα οποία αναιρούν κάθε θετική μας προαίρεση, «εκμηδενίζουν» κάθε αγνό μας συναίσθημα και κάθε πρόθεση δημιουργικότητας και αναζήτησης της ευχαρίστησης κάθε στιγμή της ζωής μας που δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω, εγκλωβίζοντάς μας στην περιδίνηση των παθών μας και μόνο;;;
    Ερωτήματα που ο καθένας και η καθεμία από εμάς θα πρέπει να θέσει με πολύ αυστηρότητα προς τον εαυτό του/της, αντίστοιχα.
    Την επόμενη φορά που θα νιώσουμε θυμό ή απογοήτευση ενθυμούμενοι κάποια γεγονότα ή «ελαττώματα» – ανόητες αφορμές σε σχέση με το πρόσωπο που μας ευεργέτησε, όταν όλοι οι άλλοι προέβαλαν λογικοφανή επιχειρήματα αποχής από κάθε στοιχειώδη έννοια ανθρώπινης συμπόνιας ή επικαλούνταν ευφάνταστες δικαιολογίες ή επέδειξαν παράλογη αναλγησία, ΑΣ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ότι συχνά φαντάζει «άψογο»… οτιδήποτε στέκεται μακριά μας και είναι απρόσιτο στην ουσία του…  
     Όποιος αυθόρμητα και ασυναίσθητα και χωρίς δεύτερη σκέψη μας παρέχει μαθήματα ηθικής ανωτερότητας θα πρέπει, τουλάχιστον, να του αποδίδουμε τον πρέποντα σεβασμό και την αντίστοιχη ευγνωμοσύνη, εάν δεν θέλουμε να απολέσουμε κάθε έννοια αυτοσεβασμού και να στερηθούμε συνειδητά κάθε ευκαιρία θετικού παραδειγματισμού και προσωπικής αυτοπραγμάτωσης, που δεν στηρίζεται στην ωμότητα μιας εμπορικής συναλλαγής, καμουφλαρισμένης ως κοινωνικής ή φιλικής συναναστροφής, η οποία, αλλοίμονο, σπάνια φέρει το χαρακτήρα της αμφίδρομης πορείας (επί ίσοις όροις), αλλά στην ουσία της υποκρύπτει τη στυγνή εκμετάλλευση της μιας ανθρώπινης οντότητας από την άλλη… σε κάθε εποχή, σε κάθε κοινωνικό συσχετισμό, σε κάθε επαγγελματικό χώρο, σε κάθε ηλικιακό στάδιο…
    Άλλωστε, μια απλή αναζήτηση της ετυμολογίας της λέξης «ευεργέτης» θα μας λύσει εύκολα όλες τις απορίες: ευ+ έργον= το καλό έργο!


Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ Ι.ΒΕΡΡΑ



ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Σας προσκαλούμε να παραστείτε στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής  της Γαλάτειας Ι. Βέρρα


«ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗ ΑΦΗ»
Εκδόσεις; Γαβριηλίδης


Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί αύριο 7η Φεβρουαρίου 2018
και ώρα 7.30 μμ στην αίθουσα του Αναγνωστηρίου της
Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Οι Φιλόλογοι:
ΜΑΡΙΑ ΨΑΧΟΥ, ΝΟΤΑ ΜΗΛΙΩΝΗ ΚΑΙ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την εκδήλωση θα προλογίσει και θα  συντονίσει ο  Πρόεδρος  της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεωνίδας  Γ. Μαργαρίτης.

Η παρουσίας σας θα μας τιμήσει ιδιαιτέρως.


TA ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


ILIAZ  BOBAJ
Αλβανός  Συγγραφέας, Ακαδημαϊκός.  


TA  ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, Λεωνίδα  Μαργαρίτη
Αξιότιμοι φίλοι, κυρίες και κύριοι !

Παρότι τόσο κοντά ο ένας στον άλλο γεωγραφικά, πολλές φορές μας χώριζαν τα κρατικά συρματοπλέγματα που στόχευαν μεταξύ των άλλων, να κρατήσουν τους συγγραφείς και τους ποιητές μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Αλλά, αν και κατάφεραν να τους κρατήσουν μακριά, η λογοτεχνία ξεπερνούσε πάντα τα συρματοπλέγματα και ήταν παρούσα στις γειτονικές μας χώρες. Η λογοτεχνία δε γνώρισε ποτέ σύνορα. Τα παραβίαζε και περνούσε απ’ τη μια χώρα στην άλλη. Ενώ πριν από δύο δεκαετίες, τα κρατικά μας σύνορα ήταν απροσπέλαστα, λογοτεχνικά σύνορα δεν υπήρξαν ποτέ. Και αυτό συνέβαινε διότι η λογοτεχνία, από τη φύση της, είναι τελείως ανεξάρτητη. Ή, καλύτερα, τείνει πάντα προς την ανεξαρτησία. Δεν ανέχεται όρια. Και αυτό συμβαίνει διότι αυτή φέρει πανανθρώπινα μηνύματα, τα οποία γνωρίζουν μόνο ένα σταθμό: την ανθρώπινη ψυχή. Και η ψυχή δεν έχει όρια. Είναι αυτός ο λόγος που οι παγκόσμιες κορυφές της λογοτεχνίας: ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Αίσωπος, μαζί τους η Σαπφώ και ο Αλκαίος, μεγάλοι ποιητές της αρχαιότητας και αργότερα ο Σολωμός, ο Παλαμάς, Καβάφης, ο Μυριβήλης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καζαντζάκης, Ρίτσος και άλλοι μετέπειτα, ήταν πάντα παρόντες στις αλβανικές βιβλιοθήκες, διότι γνώριζαν να αγγίζουν τις ψυχές των ανθρώπων, μιλώντας στους Αλβανούς με την ίδια φιλοσοφία που μιλούν και στους Έλληνες και σε άλλους, έτσι όπως ήταν παρόντες στην Ελλάδα, ο μεγάλος εθνικός μας ποιητής Ναϊμ Φράσερι, ο οποίος αφού αποφοίτησε από τη Ζωσιμαία σχολή των Ιωαννίνων, έγραψε στα ελληνικά το πρώτο του έργο: «Ο αληθής πόθος των Σκιπετάρων». Έτσι, καθώς ήταν παρόντες ο Σαϊμ Φράσερι, ο Μιγκένι, ο Κανταρέ, υποψήφιος πάνω από μία δεκαετία για το βραβείο Νόμπελ, ο Γκέργκι Φίστα, ( ο καλός φίλος του Κωστή Παλαμά), ο Λασγκούς Ποραντέτσι, ο Μαρτίν Τσάμαϊ, ο Ντριτερό Αγκόλι, ο Αλί Ποντρίμια, ο Τζεβαϊρ Σπαχίου κ.α.
Εντωμεταξύ, άλλοι ποιητές και συγγραφείς από τις χώρες μας, εξακολουθούν να επισκέπτονται τους γείτονές τους και όχι μόνο ο ποιητές των δύο χωρών μας, αλλά και όλου του κόσμου, ήταν πάντα παρόντες. Και θα είναι πάντα. Είναι η οικουμενική τάση της λογοτεχνίας, η οποία με τη γλώσσα της, ζητάει να επικοινωνεί με όλον τον κόσμο.
Εάν θα αναφερόμουν στις σημερινές απόψεις, συμπεριλαμβάνοντας και αυτές του μεγάλου μας σύγχρονου συγγραφέα, Ισμαήλ Κανταρέ, και όχι μόνο, θα επισήμανα ότι υπάρχουν δύο απόψεις για τη λογοτεχνία. Η μία, η πιο παλιά, είναι ότι η λογοτεχνία, όπως όλες η τέχνες, μπορεί να κάνει θαύματα στον κόσμο. Η άλλη άποψη, η σύγχρονη, είναι ότι η λογοτεχνία και οι τέχνες μπορούν να εξυπηρετήσουν μόνο τον εαυτό τους. Μόνο που αυτές οι δυο απόψεις δεν είναι κάθετες και απόλυτες. Ας αναφερθούμε στον Ορφέα, ο οποίος έχει αποκληθεί «ο πιο μυστηριώδης μύθος της ανθρωπότητας». Αυτή η μυθική μορφή σχετίζεται άμεσα με το χώρο της τέχνης. Ο Ορφέας, με την τέχνη του, πλησίασε όσο κανένας άλλος το ακατόρθωτο.
Η άποψή μου για τη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν ταυτίζεται ούτε με την πρώτη, ούτε με τη δεύτερη. Σαν συγγραφέας και ποιητής δεν απορρίπτω τη μία άποψη για χάρη της άλλης. Ως ποιητής, μου αρέσει και το θαύμα, και η αλήθεια. Και επειδή η λογοτεχνία και οι τέχνες εξευγενίζουν τον άνθρωπο και τον ωθούν προς την τελειότητα, θα επισήμανα, ότι, εάν η λογοτεχνία τείνει να κάνει θαύματα, τα θαύματα αυτά ωφελούν τον άνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό, η λογοτεχνία δεν είναι το παν, ούτε δημιουργεί τα πάντα, αλλά ό,τι δημιουργεί δε μένει μόνο στο χώρο της. Η λογοτεχνία ως τέχνη, στην ουσία, ήταν και παραμένει ανεξάρτητη. Ο λόγος για τον οποίο παραμένει τέτοια, είναι ότι η εξάρτηση, και οι περιορισμοί θα ήταν μοιραίοι γι αυτή.
Η λογοτεχνία ως τέχνη πρέπει να είναι ελεύθερη. Εδώ και πολύ καιρό η λογοτεχνία είναι γνωστή με τον πολυσήμαντο όρο «Δημοκρατία των Γραμμάτων». Όχι άδικα ονομάζεται έτσι. Αυτή η «Δημοκρατία των Γραμμάτων» διαθέτει όλο το οπλοστάσιο της δημιουργίας και της άμυνας. Ένας Γερμανός ρομαντικός ποιητής παρομοιάζει τα τρίστιχα του Δάντη Αλιγκιέρι με απειλητικά ακόντια και σύνεργα βασανιστηρίων για της βεβαρημένες από τα ανομήματα συνειδήσεις. Κάποιος, για τη «Βένερα» (Αφροδίτη) του Τιτσιάνο έχει πει ότι το έργο αυτό ταρακούνησε την εξουσία των πάπων περισσότερο και από τις εξεγέρσεις των δούλων. Ναι, λοιπόν, αυτή η «Δημοκρατία των Γραμμάτων» δεν είναι τόσο εύκολη όσο μπορεί να τη φανταστεί κανείς. Φυσικά, η λογοτεχνία, παρ’ όλη την ανεξαρτησία της σχετίζεται με τη ζωή. Και ως τέτοια, εξαρτάται απ’ αυτή. Η σύγχρονη άποψη είναι ότι η λογοτεχνία και οι τέχνες εξαρτώνται μέχρι ενός βαθμού απ’ τη ζωή. Οπότε, συμπεραίνουμε ότι η λογοτεχνία όπως και οι άλλες τέχνες ακολουθούν γενικά την ανεξαρτησία τους παράλληλα με τη ζωή. Ουσιαστικά, η λογοτεχνία και οι τέχνες, εφόσον αφενός τείνουν στην ανεξαρτησία τους και αφετέρου σχετίζονται με τη ζωή, έστω και εν μέρει, βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση με την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι ότι, στην ουσία, η λογοτεχνία έχει βγει νικήτρια απ’ αυτές τις συγκρούσεις, σε κάθε επίπεδο, ανεξαρτήτως απωλειών και στασιμοτήτων σε κάποιες περιόδους. Το γεγονός αυτό δηλώνει την αριστοτεχνία της. Ο συγγραφέας Πάμπλο Φουέντες γράφει: « Ο πολιτισμός είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας». Όντας σημαντικό μέρος του πολιτισμού, και η λογοτεχνία είναι και θα παραμείνει πρωταγωνίστρια της ιστορίας.
Η λογοτεχνία μας, την περίοδο της κομουνιστικής διδακτορίας, η οποία δεν διέφερε πολύ από τις άλλες διδακτορίες, αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες. Υπέστη ουκ ολίγες απώλειες, αλλά εκείνη που έχασε τελικά τη μάχη ήταν η διδακτορία. Η λογοτεχνία βγήκε νικήτρια. Όμως, οι επιθέσεις κατά της λογοτεχνίας και των άλλων τεχνών δεν έχουν σταματήσει ποτέ. Η λογοτεχνία και η τέχνη δεν έχουν επιτεθεί ποτέ σε κανέναν. Μόνο έχουν δεχτεί επιθέσεις.    
Ο Διονύσιος, ο τύραννος των Συρακουσών, κάλεσε κοντά του τον ποιητή Φιλόξενο και του διάβασε μερικά από τα ποιήματά του. Ο Φιλόξενος είπε με παρρησία τη γνώμη του ότι δεν του άρεσαν. Ο τύραννος τον φυλάκισε στα λατομεία των Συρακουσών. Γρήγορα όμως μετάνιωσε και τον αποφυλάκισε. Μια άλλη φορά τον ξανακάλεσε και του διάβασε πάλι κάποια ποιήματα που είχε γράψει. – Πώς σου φαίνονται; -τον ρώτησε. Ο Φιλόξενος κοίταξε προς τους φρουρούς του Διονυσίου και τους είπε: «Ξαναγυρίστε με στα λατομεία!».
Τη λογοτεχνία δε την βλάπτουν μόνο οι δικτάτορες, οι οποίοι την αποκαλούν «όπλο για τη διαπαιδαγώγηση των μαζών», φυσικά, για τους δικούς τους σκοπούς. Μερικοί τη βλάπτουν και άθελά τους. Ακόμα και οι ίδιοι οι συγγραφείς και οι ποιητές. Όχι απλά με έργα χαμηλής ποιότητας, αλλά περισσότερο αναδείχνοντας τις υποαξίες και τις αντιαξίες.
Κατά τη γνώμη μου, σήμερα η «αχίλλειος πτέρνα» της λογοτεχνίας είναι η υπερεκτίμηση και η υποκριτική στάση απέναντι της. Κάπου σ’ ένα από τα βιβλία μου γράφω: « Ο ανάξιος έπαινος μοιάζει με έναν μεγάλο σακί γεμάτο άχυρα, χωρίς κόκκους, γι’ αυτό χαρίζεται εύκολα στους άλλους». Οι δωρητές αυτού του μεγάλου σακιού με άχυρα, είναι σήμερα, δυστυχώς, περισσότεροι από ποτέ άλλοτε. Έτσι, ενώ συγκρούεται με την πραγματικότητα, έστω και όχι σε ευρύ μέτωπο, έστω και κατά διαστήματα, η λογοτεχνία, δυστυχώς, εξακολουθεί να συγκρούεται και με τους δημιουργούς της, έστω και άθελά τους. Αλλά, οπωσδήποτε της ανοίγει ένα νέο μέτωπο. Και οι δυσκολίες αυξάνουν.
Υπάρχει η σκέψη ότι το μέλλον της λογοτεχνίας ανήκει στον πεζό λόγο και ότι η ποίηση, η προαιώνια κόρη της, μπορεί ολίγον κατ’ ολίγον να σβήσει. Τη σκέψη αυτή την εκφράζουν κυρίως κάποιοι κριτικοί. Οι μεγαλύτεροι σύγχρονοι συγγραφείς είναι της γνώμης ότι η ποίηση δεν μπορεί να σβήσει τόσο εύκολα. Η άποψή μου είναι ότι η ποίηση, θα ζήσει πολύ, πάρα πολύ. Και υπάρχουν επιχειρήματα γι αυτό. Από την άλλη, έχω τη γνώμη ότι, ενώ οι μορφές της θα εξελιχτούν, η ουσία της δεν θ’ αλλάξει ποτέ. Θα μου άρεσε να διευκρινίσω τη σκέψη μου με μία παρομοίωση. Εάν η λογοτεχνία είναι ένα δέντρο, ο πεζός λόγος είναι τα φύλλα του και η ποίηση τα άνθη του. Και οι δύο ομορφαίνουν το δέντρο της λογοτεχνίας. Και οι δύο είναι απαραίτητες   Εξάλλου, η ποίηση σήμερα έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Και εξακολουθεί να λαμβάνει αποδεικνύοντας έτσι την τάση της εξέλιξής της. Και, έχοντας υπόψη και το σημαντικό μερίδιο που κατέχει στην αισθητική ικανοποίηση των ανθρώπων, συμπεραίνουμε ότι συνεχώς κερδίζει έδαφος. Από τον πρώτο λυρικό ποιητή, τον Αρχίλοχο από την Πάρο (τον έβδομο προ Χριστού αιώνα) και μέχρι σήμερα η ποίηση γνώρισε συνεχή ανάπτυξη. Όπως και η λογοτεχνία γενικά. Η ποίηση, αυτή η ωραία κόρη της λογοτεχνίας στο πέρασμα των αιώνων έγινε ωραιότερη.
Ως άνθρωπος της τέχνης, αισθάνομαι όχι μόνο τιμή που ανήκω στον κόσμο της λογοτεχνίας, αλλά έχω και την ατράνταχτη πεποίθηση ότι το κάστρο της δεν θα πέσει ποτέ. Εμείς, οι συγγραφείς και οι ποιητές, μπορούμε να κατορθώσουμε μόνο δύο, πλην πολύ σημαντικά πράγματα: να κάνουμε την λογοτεχνία πιο ισχυρή με τη δημιουργικότητά μας και να την υπερασπιστούμε από τις άδικες επιθέσεις.
Όλες οι άλλες απόψεις, κατά τη γνώμη μου, στην ουσία, τείνουν να κλείνουν τα σύνορα της λογοτεχνίας.
Σας ευχαριστώ πολύ !
Με την εκτίμησή μου.


   


Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΟΜΙΛΙΑΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΡΗΓΑΤΟΥ



                                                                    ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ N.Δ. ΕΛΛΑΔΟΣ

 

                                            Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


                           ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΠΑΤΡΕΩΝ



Σας προσκαλούν

στο Φιλολογικό βραδινό  της Δευτέρας
5ης  Φεβρουαρίου    2018   και ώρα 7.00 μ.μ.
στην αίθουσα του αναγνωστηρίου της,
             στο οποίο θα  μιλήσει ο Ιατρός και Λογοτέχνης, βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το συνολικό του έργο ,

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΗΓΑΤΟΣ 


Με θέμα:

«Ένα ταξίδι του Μιχαήλ Μητσάκη στην Πάτρα»

Την εκδήλωση θα προλογίσει και θα συντονίσει ο πρόεδρος της Εταιρείας Λεωνίδας Μαργαρίτης.

Η παρουσία σας  θα μας τιμήσει ιδιαιτέρως.

ΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

 

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

ΟΜΙΛΙEΣ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΓΗΡΑΣ




ΟΜΙΛΙEΣ

                                    ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟ ΓΗΡΑΣ

                          ΣΤΟ  ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

                                   ΣΤΗ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

 

Mε θέμα: «Το γήρας αποτελεί τιμωρία;» θα  μιλήσουν και θα εκθέσουν τις απόψεις τους στο ερώτημα,  την προσεχή Δευτέρα 29η Ιανουαρίου  το απόγευμα στις 7 .00 στο Αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης,   ο Πρόεδρος της Γηριατρικής και Γεροντολογικής Εταιρείας Ν.Δ.Ελλάδος, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών Ιατρός Κώστας Χρυσανθόπουλος και ο Δημοσιογράφος και Λογοτέχνης Σταύρος Ιντζεγιαννης. 


Οι  ομιλίες   αυτές  έχουν  προγραμματισθεί  από την Εταιρεία Λογοτεχνών και περιλαμβάνονται στον κύκλο των ομιλιών των Φιλολογικών βραδινών που γίνονται κάθε Δευτέρα    με τη συνεργασία του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Πατρέων.


  Την εκδήλωση θα προλογίσει  και       θα παρουσιάσει  ο  πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεωνίδας Μαργαρίτης .

 Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΔΗΜΟΥ) ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ «ΤΑ ΧΑΙΡΕΤΗΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ»

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΔΗΜΟΥ) ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
«ΤΑ ΧΑΙΡΕΤΗΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ»

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΑΜΠΑΤΖΗ
ΔΙΚΗΓΟΡΟ ε.τ. – Πρώην επίτιμο πρόξενο της Ο.Δ. Γερμανίας

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ
22 Νοεμβρίου 2017



ΑΜΠΑΤΖΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ : Αξιότιμες κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλες και φίλοι. Θέλω να ευχαριστήσω κατ’ αρχήν τον αγαπητό Πρόεδρο, το Λεωνίδα το φίλο, για την ευκαιρία που μου έδωσε να παρουσιάσω σήμερα το βιβλίο ενός πολύ δημιουργικού ανθρώπου. Παράλληλα θέλω να παρουσιάσω και τον ίδιο τον άνθρωπο το Δήμο το Νικολόπουλο, ο οποίος με επέλεξε για να κάνω αυτή την παρουσίαση. Δεν σας κρύβω ότι, όταν κλήθηκα να παρουσιάσω το βιβλίο και να το διαβάσω, είχα μία επιφύλαξη, το προσέγγισα με κάποια επιφύλαξη, είναι μία σειρά χρονογραφημάτων. Το χρονογράφημα από την ίδια τη φύση του έχει μία εφήμερη υπόσταση αφενός και αφετέρου έχει και μία επιδερμική αντιμετώπιση. Δεν είναι έργο εμβριθές για να πεις ότι θα κάνεις κάποια ανάλυση. Όταν όμως έκλεισα το βιβλίο άλλαξα εντελώς άποψη. Θα σας εκμυστηρευθώ ένα βίωμα δικό μου. Όταν έκλεισα το βιβλίο, γύρισα στα παιδικά μου χρόνια, στα Προσφυγικά της Πάτρας, τότε που δεν είχαμε ούτε τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο και περιμέναμε την κυρά Αντωνία, μία Μικρασιάτισα να μας πει τα παραμύθια της. Τα παραμύθια που έφερναν όλο τον αέρα και τα χρώματα της Ανατολής. Και εμείς κοιμόμασταν το βράδυ ευτυχισμένοι που είχαμε αυτές τις παραδεισένιες εντυπώσεις. Δεν σας κρύβω ότι αυτό αποτέλεσε και τη βάση της παιδείας μας, όχι της στεγνής, της ξερής παιδείας, αλλά της συναισθηματικής, της βαθιά ανθρώπινης παιδείας, η οποία μας κράτησε και στα μετέπειτα δύσκολα χρόνια. Τα ίδια συναισθήματα ένοιωσα και όταν έκλεισα το βιβλίο του Δήμου. Γιατί; Γιατί εκείνο που διακατέχει όλα τα χρονογραφήματα,     είναι μία βαθιά συναίσθηση ανθρωπιάς. Μία μυθολογική προσέγγιση της φύσης, μία αγάπη για τον πλησίον και μία θρησκευτικότητα που δεν είναι απομονωμένη από την κοινωνία, αλλά αποτελεί μία ενότητα, μία στάση υπαρξιακή, η οποία δικαιώνει την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου.     
Να πω δυό λόγια για το βιβλίο. Αποτελείται από θεματικές ενότητες. Θεματικές ενότητες που αποτελούν μάζεμα χρονογραφημάτων, δημοσιευμένων και μη, και αναφέρονται στη θρησκεία, τη φύση, την ιστορία και τα ζέοντα κοινωνικά προβλήματα του καιρού μας. Αυτές είναι οι βασικές θεματικές ενότητες. Αν κανείς διαβάσει το βιβλίο θα δει με πόσο βαθιά γνώση, διεισδυτική κριτική παρουσίαση, αλλά και αισθητική τελειότητα παρουσιάζει τα θέματά του. Επίκεντρο: Η ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο πανέμορφος Πλάτανος Αιγιαλείας. Και μέσα σε αυτόν οι άνθρωποί του. Οι άνθρωποι που γνώρισε, οι συντοπίτες του, αυτοί που μείναν στο χωριό με τη ρυτιδωμένη όψη και με την αγνή καρδιά και αυτοί που φύγαν και ξενιτευτήκαν και ξαναγυρίσανε στην πατρίδα τους, στον Πλάτανο, και αποτελούν για το Δήμο το ανθρώπινο στοιχείο πάνω στο οποίο έπλασε όλα αυτά τα δημιουργήματά του. Νομίζω ότι ένα από τα βασικά στοιχεία που πρέπει να ερευνήσουμε είναι τα κίνητρα του Δήμου. Γιατί συνέγραψε αυτά τα χρονογραφήματα και γιατί τα δημιούργησε σαν βιβλίο. Τα κίνητρά του είναι τρία. Και προκύπτουν με τρόπο διάφανο από την ανάγνωση του βιβλίου, αλλά και από τις εξομολογήσεις του ίδιου του συγγραφέα. Το πρώτο : Είναι η βαθιά αίσθηση ευθύνης του, ως μέλους της κοινωνίας απέναντι σε μία ιστορική πορεία που την διατρέχουν στιγμές μεγαλείου, συμφορών και που σήμερα κατατρύχεται από βαθιά οικονομική κρίση. Ήδη από τις εισαγωγικές σκέψεις που παραθέτει τονίζει τα εξής, (διαβάζω από το βιβλίο του) : «τα χρονίζοντα και άλυτα προβλήματα στην περιοχή μας με άγγιζαν και ήθελα να τα πλησιάσω και να προβώ σε δέουσες ενέργειες για την επίλυσή τους. Αιωρούμενα προβλήματα, που ταλανίζουν τους ανθρώπους και υποβαθμίζουν την καθημερινότητά τους. Αυτά ακριβώς υπήρξαν για μένα γενεσιουργά αίτια να ασχοληθώ αυτοπροαίρετα και να εκφέρω γνώμη δια ζώσης ή με τη γραφή μου ή με την πένα μου.» Και παρακάτω : «το γράφειν είναι για μένα θαλπωρή, παραμυθία, ταξίδι ρέμβης, ώριμος καημός, υπενθύμιση χρεών μου προς τους συνανθρώπους μας, χορταστική πνοή μου και κατάθεση ψυχής μου.» Και παρακάτω μας πάει πολύ βαθιά στην ιστορική παράδοση, μας πάει στα λεγόμενα του Θουκυδίδη, εκείνο το «ουκ απράγμονα αλλ' αχρείον ηγούμεθα», και γράφει, τότε λογαριαζόταν ως άχρηστος, αχρείος, κατά τον γνωστό απόφθεγμα του Θουκυδίδη, όποιος δεν έπαιρνε μέρος στα κοινά. Παράλληλα όμως κάνει μία επισήμανση πολύ σημαντική. Και λέει, ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει άχρηστον όχι όποιον δεν πολιτευόταν, με την έννοια που δίνουμε σήμερα σ’ αυτή τη λέξη, αλλά όποιον δεν μετείχε ενεργά σε όλες τις λειτουργίες της πολιτείας σαν άρχων ή σαν αρχόμενος. Το ένα λοιπόν στοιχείο, όπως προαναφέρθηκε, είναι η κοινωνική ευθύνη του συγγραφέα. Η ανάγκη του να πει μερικά πράγματα στους ανθρώπους, να εκφράσει τη σκέψη του, να καθοδηγήσει σαν δάσκαλος που είναι, με τρόπο όμως όχι διδασκαλικό αλλά με τρόπο διδακτικό αγάπης, πατρικό. Το δεύτερο κίνητρό του  ήταν μια πηγαία ανάγκη, ανάγκη να υμνήσει την ομορφιά και τις φυσικές καλλονές του τόπου του, ένα αντίδωρο στη μάνα φύση που του έδωσε την δυνατότητα να χαρεί, να απολαύσει μόνος του και μαζί με τους συντοπίτες του αυτήν την εκπάγλου ωραιότητας φύση. Πράγματι όποιος έχει πάει στον Πλάτανο θα έχει μείνει άφωνος από την ομορφιά του τοπίου, το βουνό και τη θάλασσα, τη φύση, τα δέντρα, το δάσος και όλα αυτά. Θέλω να επισημάνω ότι η φύση για τον Δήμο δεν είναι ένα στοιχείο αντικειμενικό, ουδέτερο, αποξενωμένο. Η φύση είναι μια άρρηκτη ενότητα με την ύπαρξή του. Είναι ένα στοιχείο που τον κάνει να αγκυρώνεται σε αυτή τη ζωή, να μην έχει προβλήματα υπαρξιακά. Γράφει σε ένα σημείο : δεν ξέρω πώς να λεξιντύσω και τι επιθετοαμφιέσεις, (είναι και γλωσσοπλάστης), να βάλω και να φορέσει αυτός ο ευλογημένος και ήρεμος τόπος που ακούει στο όνομα και λέγεται Πλάτανος Αιγιαλείας. Με επιφύλαξη, και ίσως τον αδικώ, όταν τον ονομάσω ελβετικό τοπίο. Θα μείνω λίγο σε αυτό. Κάνει μία σύγκριση ελβετικού τοπίου και του τοπίου του Πλατάνου. Και καταλήγει: μάλλον τον αδικώ. Γιατί το ελβετικό έχει άφθονα θέλγητρα που ελκύουν τα μάτια να στέκονται και να σιτίζονται με κάλλη και πανεμορφιές.
Επέκεινα δεν υπάρχουν για να σταθεί … ο επισκέπτης ή ο περιηγητής του. Εδώ υπάρχει ένα πολύ μεγάλο υπαρξιακό μυστικό για το Δήμο. Η φύση σαν ένα στοιχείο που δικαιώνει την ύπαρξη. Η αγκύρωση του ανθρώπου στο εδώ και στο τώρα. Η χαρά που δίνει η ομορφιά της φύσης να δικαιώνει την ίδια την ύπαρξη, να δικαιώνει την ίδια τη ζωή. Μας θυμίζει εδώ λίγο πολύ τους μεγάλους δημιουργούς μας, δεν θέλω να τους συγκρίνω σε λογοτεχνική αξία, να μην παρεξηγηθώ, αλλά το περιεχόμενο όμως είναι το ίδιο. Είναι οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του Σολωμού, είναι η σύνδεση της υπαρξιακής ελευθερίας με τη φυσική ομορφιά. Η πρόσκληση της φύσης μέσα από αυτήν να δούμε και να αισθανθούμε την ανθρώπινη ελευθερία. Εξάλλου η βιωματική σχέση του λογοτέχνη με το τοπίο είναι πολύ σημαντική και μας έχει δείξει διαχρονικά ότι η χρήση της γλώσσας ακριβώς οδηγεί στην συγκινησιακή μέθεξη του ανθρώπου και τον φέρνει σε επαφή ακριβώς με τη φύση.  Το τρίτο κίνητρο που τον παρεκίνησε να γράψει το βιβλίο μας το λέει ο ίδιος ο Δήμος. Ήταν  η προσπάθειά του να νικήσει τη φθορά του χρόνου, ένας μη συμφεροντολογικός ιδιοτελής σκοπός. Μία ιδιοτέλεια που μας διακρίνει όλους. Δυστυχώς λίγοι τα καταφέρνουν να ξεπεράσουν την εφήμερη ζωή και να δικαιωθούν  στο επέκεινα μέσα από τα έργα τους. Είναι οι μεγάλοι λογοτέχνες, οι μεγάλοι πολιτικοί. Αυτός ο στόχος του Δήμου είναι ευδιάκριτος στο έργο του και κυρίως μέσα από αυτόν η προσπάθειά του να εμφανίσει και να διαιωνίσει τους συντοπίτες του, τους ανθρώπους που έζησε μαζί τους. Να μην τους παρασύρει ο χρόνος στο διάβα του και εξαφανιστούν, να μην τους παρασύρει η στάχτη της ανυπαρξίας, αλλά να μείνουν και μαζί του να μπορέσουν να σταθούν αγκωνάρι, όσο χρονικό διάστημα αντέχουν και τα έργα του. Η θρησκεία για το Δήμο, το θρησκευτικό συναίσθημα, δεν είναι μία απομονωμένη αντιμετώπιση του Θεού, δεν είναι μία αποκομμένη αντιμετώπιση, αποκομμένη από την γήινη ύπαρξη. Αλλά είναι ο ιμάντας που τον συνδέει με τον συνάνθρωπό του, με την κοινωνία του χωριού του, με τη φύση και τις ομορφιές της, με τον ίδιο το Θεό. Μέσα από το θρησκευτικό συναίσθημα, μέσα από την ομορφιά της φύσης, πλέκει και τα ιστορικά στοιχεία και εμφανίζει μία κοινωνία, που ίσως φεύγει τώρα την χάσαμε εμείς εδώ στην πόλη τουλάχιστον, μία κοινωνία η οποία δένεται μέσα από τις παραδόσεις αυτής της θρησκευτικής, της ιστορικής, της κοινωνικής ενότητας. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι ξεκινώντας από την περιγραφή της φάτνης της Βηθλεέμ, μπαίνει σε φιλοσοφικούς στοχασμούς και λέει ότι η φάτνη συμβολίζει κάτι. Είναι το μεταίχμιο από την υπανάπτυξη του ανθρώπου στην ανάπτυξή του. Είναι ο φάρος που φέρνει το φως και την ελπίδα για ηθική ανάπλαση, για εγκαθίδρυση δικαιοσύνης πάνω στην κοινωνία με τον ερχομό του Χριστού. Εκεί που ξεπερνάει τον εαυτό του, ας μου επιτραπεί η έκφραση, είναι η περιγραφή που κάνει στα εξοχικά ερημοκλήσια του Αϊ Τρύφωνα, στις πλαγιές του Χελμού, όπου πίσω από τα ξωκλήσια, πίσω από τα ρυτιδωμένα πρόσωπα των ιερέων του χωριού του, ψηλαφεί το ίδιο το πρόσωπο του Θεού. Μέσα σε κάθε αγριολούλουδο, σε κάθε ταπεινό θάμνο που στολίζει την περιφέρεια του χωριού του, ανακαλύπτει το ίδιο το χέρι του Θεού. Εκτός από τα θρησκευτικά και τα τοπικά τον απασχολούν και τα ιστορικά στοιχεία. Μέσα στο βιβλίο του υπάρχει ένα πανόραμα μιάς ιστορικής διαδρομής της χώρας μας από την άλωση της Πόλης μέχρι και σήμερα. Με πολύ επιτυχία και δραματικούς τόνους μας περιγράφει τι γινόταν πριν από την άλωση της Πόλης. Μας περιγράφει τι έγινε μετά. Μας περιγράφει την περίοδο της Βαυαροκρατίας και από εκεί τη διαχρονική περιπέτεια της χώρας μας μέσα από τις καταστροφικές δανειακές συμβάσεις, μέχρι τη σημερινή οικονομική κρίση και τις αιτίες της. Θέλω να σας διαβάσω μόνο ένα κομμάτι από το βιβλίο, που αναφέρεται στο δάνειο του 1821, γράφει :  την άνοιξη του ’21 υποθηκεύτηκαν στο βωμό των δανειστών μας τα εξής, δύο δάνεια του 1823  800.000 λίρες και του 1825  2 εκατομμύρια λίρες. Αυτά είναι που υποκίνησαν και τον εμφύλιο πόλεμο και έριξαν σε κίνδυνο την έκβαση της επανάστασης. Προσέξτε, από το πρώτο δάνειο των 800.000 λιρών, πήραν  287.700   λίρες, δηλαδή πήραν ούτε το 1/3   και από το δεύτερο δάνειο των 2 εκατομμυρίων 816.000 λίρες. Η διαφορά κρατήθηκε από τους Άγγλους δανειστές για προκαταβολές τόκων, έξοδα, προμήθειες και μεσιτείες διαφόρων επιτηδείων. Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Δεν ψηλαφεί τις σύγχρονες πληγές; Αναφέρει έναν Ραίχεμπαχ που ήρθε μαζί με τον Οθωνα και ο οποίος ασχολήθηκε με τα οικονομικά της χώρας μας. Και κάνει μία επιτυχημένη ιστορική σύγκριση αναφερόμενος στον σημερινό, στον πρόσφατο, Ράιχεμπαχ ο οποίος ήταν απεσταλμένος των δανειστών μας που θέλησε να ρυθμίσει αυτά τα πράγματα.
Κάνει και κοινωνική κριτική, έχει ένα οξύτατο βλέμμα. Θέλω να σας πω ότι η παρουσίαση είναι με λογοτεχνικό τρόπο δοσμένη, με καλλιέπεια, έτσι που να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αλλά, εκτός από τα θρησκευτικά, τα φυσιολατρικά, τα ιστορικά θέματα, που έχουν το κύριο βάρος της προσπάθειάς του, κάνει και μία κοινωνική κριτική για το σύγχρονο Έλληνα. Μιλάει για την κατάσταση της χώρας μας, στην οποία αυτή περιήλθε όχι χωρίς δική μας ευθύνη και την άρνησή μας να αποδεχτούμε μέρος έστω αυτής της ευθύνης. Τόσο που έχει αναχθεί σε μόνιμη μέθοδο των Ελλήνων   να φορτώνουμε τις ευθύνες για όλα τα κακοπαθήματά μας στον ξένο παράγοντα, στον ξένο δάκτυλο ή στις ξενικές εξαρτήσεις. Στάθηκε ακόμα ένα βασικότατο άλλοθι για να αποσείουμε τις δικές μας ευθύνες και ενοχές. Μία από τις βαρύτερες είναι συνήθως η προθυμία πολλών πολιτικών μας να προσφέρουν τη χώρα μας σαν σφάγιο και οι ίδιοι σαν συνεκδοροσφαγείς. Και συνεχίζει, θα επιμείνω εδώ γιατί ακριβώς η αιτία της κακοδαιμονίας βρίσκεται μέσα μας. Ας μην γελιόμαστε. Φταίνε οι ξένοι; Φταίνε οι ξένοι. Εμείς τι κάνουμε; Και λέω, λέγαμε ότι για την θρονοκρατία του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα ευθύνονται οι ξενόφερτοι μονάρχες, όχι ασφαλώς οι πολιτικοί μας, αυτοί που έγιναν εργαλεία τους με το αζημίωτο, για την κομματοκρατία και ρουσφετοζητιανιά ευθύνονται μόνο οι πολιτικοί και οι κομματοπαράγοντες, όχι και η ψηφοπελατεία που ρουσφετολογεί και παζαρεύει ψήφους με μανία και ακαταπόνητα για την παράλυση και ασύστολη παραλυσία της δημόσιας διοίκησης ευθύνεται μόνο το κράτος. Ακόμα ευθύνονται οι νόμοι, οι κυβερνήσεις, όχι ασφαλώς και οι υπάλληλοι όσοι σκοπεύουν να εμπλακούν ευσχήμως στα γρανάζια της κρατικής μηχανής προς ίδιον όφελος. Πικρή ειρωνεία και καυστικό σχόλιο για τη σημερινή κοινωνία μας. Ας μου επιτραπεί να πω κάτι, να ξεφύγουμε λίγο, μου έχει εντυπωθεί μία γελοιογραφία του Δημήτρη Μητρόπουλου. Είναι τρεις Έλληνες και συζητούν και δύο ακούνε, και λέει ο ένας στην ομήγυρη των τριών: Καλά, λέγανε ότι για τη μικρασιατική καταστροφή φταίγανε οι Γάλλοι, για τον εμφύλιο φταίγανε οι Άγγλοι, για τη χούντα φταίγανε οι Αμερικάνοι, για την κρίση φταίγανε οι Γερμανοί, εμείς δεν φταίγαμε σε τίποτα; Ο ένας που ήταν ωτακουστής από την άλλη παρέα πετάγεται και λέει κοίτα,  βρίζει τους Έλληνες! Να μην θίξουμε καθόλου τις δικές μας ευθύνες. Είναι το εύκολο να μεταφέρουμε τα βάρη των δικών μας ευθυνών στους άλλους.
Ο Δήμος δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτά τα θέματα, προχωρεί και η έγνοια του είναι μεγάλη για τα τοπικά ζητήματα που καίνε τον τόπο. Τρεις, αν δεν κάνω λάθος, τρεις φορές αναφέρεται στον αμιαντοσωλήνα από τον οποίο υδρεύεται το χωριό. Και φωνάζει και κραυγάζει ότι κάτι πρέπει να γίνει για να ξεφύγουν οι άνθρωποι από αυτή την εξάρτηση από ένα νοσογόνο τρόπο να έχουν την ύδρευσή τους.
Αναφέρεται σε ανθρώπους που έχασε, σε φίλους του αγαπημένους με τους οποίους έζησε αξέχαστες στιγμές και στους οποίους αφιερώνει σαν μνημόσυνο ορισμένα λόγια, προκειμένου να μείνουν και να τον συντροφεύουν και να συντροφεύουν και εμάς σε όλη τη διαδρομή της ύπαρξής μας.
Θέλω να κλείσω εδώ και να επισημάνω ότι η φιλοπατρία είναι συνδεδεμένη με την αγάπη του τόπου και η αγάπη του τόπου δίνει ένα αντάλλαγμα υπαρξιακής δόμησης και υπαρξιακής αγκύρωσης. Μας λέει για το χωριό του τον Πλάτανο : εδώ όλα ευαγγελίζονται  και   γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Βρίσκεις γαλήνη σαν τα ακροβότσαλα σε ακύμαντους όρμους και σε γαλήνιους κολπίσκους. Ο,τι βλέπεις σε εμπνέει σαν να ξέρεις το βιογραφικό του που σε άγγιξε βιωματικά. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, είναι κομμάτι της ψυχής του, δεν είναι ξένα. Το δένδρο, το λουλούδι, το εξωκκλήσι είναι κομμάτια από την δική του ύπαρξη, είναι κομμάτια από τη δική του υπόσταση. Εδώ, λέει, διαπιστώνεις την αντίληψη για λίγες ώρες που θα παραμείνεις ότι ξεφορτώνεσαι το άγχος, αυτή την περίεργη αίσθηση που υπάρχει στο διηνεκές του χρόνου και ταλανίζει τον άνθρωπο. Και καταλήγει : όφειλα να γράψω αυτά αντί ύμνου και επαίνου και κυρίως από ξεχείλισμα ευγνωμοσύνης για τον Πλάτανο Αιγιαλείας που όταν προφέρω το όνομά του με περιλούζει μία σχηματότητα αιώνιας και αδιατάρακτης αγάπης.
Ο Δήμος τελειώνοντας το βιβλίο του μας αφήνει μία παρακαταθήκη που είναι το καταστάλαγμα της δικής του εμπειρίας, όπως το ένιωσε όταν τελείωσε το βιβλίο. Λέει, λοιπόν, τα Χαιρετήματα από τον τόπο μας, το συγκεκριμένο βιβλίο, έχουν μία συγκινησιακότητα απτή και έναν απαντητικό λόγο στην νοσταλγία μας. Μιλάει με το παρελθόν του, μιλάει με το παρόν του, μιλάει για όλη του τη ζωή, μιλάει με την ίδια του την ύπαρξη. Αλήθεια, χαίρομαι σαν οι γαλήνιες θάλασσες στις ανταύγειες   του θελκτικού ηλιοβασιλέματος με την πολυχρωμία του. Εικόνα που άντλησε απευθείας από τον Πλάτανο και από το ατένισμα του Κορινθιακού και της απέναντι πλευράς της Ρούμελης. Αλήθεια, χαίρομαι σαν το πηγαίο επίθετο στην αυτόκλησή του να στολίσει έναν ρομαντικό στίχο. Εδώ δείχνει την λογοτεχνική του υπόσταση  η οποία είναι συνδεδεμένη με τη φυσική ομορφιά. Και τέλος, το φιλοσοφικό επιστέγασμα  όλης αυτής της προσπάθειάς του : Αλήθεια, χαίρομαι σαν οι σειρήνες όταν περιχαρείς διαλαλούν λήξη πολέμου οριστικά και για πάντα. Η λήξη αυτών των εφιαλτικών στιγμών του πολέμου που έζησε ο Δήμος και αυτών των εφιαλτικών στιγμών του μη πολέμου που ζει η Ελλάδα σήμερα κάτω από το βάρος της κρίσης.
Ευχαριστώ!    
Γιώργος Αμπατζής