Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Ι. Δ. Ιωαννίδης: Μνήμη ενός κορυφαίου της παιδικής μας λογοτεχνίας*



Ηρακλής Εμμ. Καλλέργης
Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών

Ι. Δ. Ιωαννίδης: Μνήμη ενός κορυφαίου της παιδικής μας λογοτεχνίας*

Όσο μελετώ τα βιβλία του αείμνηστου Ι. Δ. Ιωαννίδη (στο εξής χάριν συντομίας θα αναφέρω μόνο το επίθετο) και όσο σκέπτομαι το πλήθος των περιστατικών που συνδέονται με την πολύχρονη πνευματική μας σχέση (είχα την τύχη να τον γνωρίζω από το 1972), τόσο ενισχύεται η βεβαιότητά μου ότι –πέρα από αγαπημένος και πολύτιμος φίλος– υπήρξε ένας σπουδαίος συγγραφέας και ένας λαμπρός διανοητής. Θα έλεγα, χωρίς δισταγμό, ότι αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της σύγχρονης παιδικής μας λογοτεχνίας ανήκοντας στους κορυφαίους εκπροσώπους της, που ως τώρα πάλεψαν με υπομονή και μαστοριά, για να διαμορφώσουν τη νέα φυσιογνωμία της. Γι’ αυτό –λαμβανομένου υπόψη και του εντελώς ιδιόρρυθμου συγγραφικού του ύφους– θεωρώ ότι η απώλειά του αφήνει πράγματι ένα δυσαναπλήρωτο κενό.
Η διαπίστωση αυτή, με την οποία αρχίζω την ομιλία μου, αποτελεί το απόσταγμα της αναγνωστικής μου εμπειρίας, δηλαδή την υπεύθυνη άποψή μου για το έργο του, την οποία όμως, προς το παρόν, αδυνατώ να τεκμηριώσω. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε συστηματική και λεπτολόγο προσέγγιση των κειμένων του, που φυσικά είναι αδύνατο να γίνει μέσα στα οπωσδήποτε περιορισμένα χρονικά όρια μιας ομιλίας. Επιφυλάσσομαι να το πράξω σε προσεχές μελέτημά μου, που ελπίζω να αποκαλύψει τη συνολική προσφορά στα νεοελληνικά γράμματα του τιμώμενου σήμερα με την τιμή της μνήμης συγγραφέα.
Στην αποψινή μου ομιλία θα προσπαθήσω απλώς να σκιαγραφήσω το συγγραφικό του πορτρέτο και να εντοπίσω κάποια γνωρίσματα, που συνιστούν την ιδιαίτερότητά του και των οποίων η γνώση είναι ίσως προϋπόθεση για την εκ του σύνεγγυς εξέταση του έργου του.
Το πρώτο, που πρέπει να επισημανθεί, είναι η αδιαμφισβήτητη λογιοσύνη του. Με σπουδές εξαίρετες στην Ψυχολογία και Παιδαγωγική, που έκαμε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και με πολύχρονη εκπαιδευτική εμπειρία στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες, είχε εξελιχθεί σε διανοούμενο περιωπής, που διακρινόταν για τα οξυνούστατα κείμενά του και το λαμπρό χειρισμό της ελληνικής γλώσσας.
Παραλείποντας την αναφορά σε άλλα αξιόλογα κείμενά του, θα σταθώ για λίγο σε κάποια ομιλία του, που είχε γίνει το 1991 στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του 10ου Φεστιβάλ Βιβλίου, με τίτλο «Π. Δέλτα – Όψη Αντιηρωισμού και εσωτερικής αναζήτησης». Εδώ η μεγάλη μας συγγραφέας αντιμετωπίζεται με περισσή σύνεση: χωρίς ιδεολογικές παραμορφώσεις, μέσα στο εποχικό της πλαίσιο και με τη γενναιοφροσύνη, που επιβάλλεται σε μια «αφ’ υψηλού θεώρηση» των πνευματικών θεμάτων. Ας μου επιτραπεί να διαβάσω τον επίλογο του ανεπανάληπτου αυτού κειμένου:
«Δεν είναι της ειδικότητάς μου να αναφερθώ στη γλώσσα. Εκείνο με το οποίο θα ήθελα να κλείσω την αποψινή μου επικοινωνία μαζί σας, σε σχέση με τον εορτασμό για τα πενήντα χρόνια από το θάνατο της Πηνελόπης Δέλτα, είναι ένας σχολιασμός πάνω στο σχολιασμό ότι η χειρονομία της να θέσει τέρμα στη ζωή της, τον Απρίλιο του 1941, τη μέρα που εισέβαλαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, δεν ανταποκρίνεται στο λόγο της: “Δεν χρησιμεύει να πεθάνουμε από αγάπη ή λύπη για την πατρίδα· πρέπει ο θάνατός μας να ωφελήσει σε κάτι, ειδεμή είναι άχρηστος”.
Αυτά είναι λόγια του Αλέξιου στο πρώτο, το πιο ρομαντικό, ιστορικό της αφήγημα Για την Πατρίδα. Κι από τότε κι ύστερα, μεσολάβησαν τριάντα ένα ολόκληρα χρόνια «βαθιάς εξέλιξης». Και στάθηκαν πιο σταθερές αξίες και μπολιάστηκε ο ψυχισμός της με νέα οράματα και τραύματα. Κι αν τελικά το εγχείρημά της έγινε μέσα σε στενό οικογενειακό κύκλο κι όχι δημόσια σα μια πράξη διαμαρτυρίας, τι σημασία έχει; Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί. Και πώς ξέρουμε ότι ο θάνατός της δεν ωφέλησε την Πατρίδα;
Το όφελος δεν μπαίνει σε ζυγαριά, όταν πρόκειται για πράξεις έσχατης απελπισίας. Αυτό καθεαυτό το γεγονός της απάρνησης του πολυτιμότερου αγαθού, που λέγεται ζωή, είναι κάτι που δείχνει το μέγεθος της απελπισίας, αλλά και της συνέπειας προς ό,τι αγάπησε, είχε και έχασε.
Και τουλάχιστο γι’ αυτές τις μεγάλες, τις τραγικές σε απόγνωση, πράξεις, δεν ταιριάζει τίποτε άλλο από τη μόνη και μοναδική λέξη που ζήτησε η ίδια να χαραχτεί πάνω στον τάφο της: ΣΙΩΠΗ. Σιωπή σεβασμού, στοχασμού, εσωτερικής επιταγής και απόγνωσης. Σιωπή. Τίποτε άλλο από ενός λεπτού ή μισού αιώνα Σιωπή…».
Από πολλούς μελετητές των κειμένων του έχουν επισημανθεί η φρεσκάδα και η ευλυγισία της σκέψης του, όπως και η ικανότητά του να διεισδύει, με ταχύτητα και αμεσότητα, στην ουσία ενός θέματος, που το εξετάζει πάντα πολυπρισματικά. Δείγμα αυτής της ικανότητας και της φρεσκάδας της σκέψης του είναι μια συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «Διαδρομές» το 1991 (τεύχ. 23, σσ. 220-223). Διαβάζω ένα απόσπασμα:
Ερώτηση (του Μάνου Κοντολέων): «Είσθε  από τους λίγους άνδρες συγγραφείς της Παιδικής Λογοτεχνίας. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, στο χώρο αυτόν η πλειοψηφία είναι γυναίκες; Κι αυτό το γεγονός επηρεάζει το ύφος που έχουν τα παιδικά βιβλία;».
Απάντηση: «Νομίζω, το γεγονός ότι υπάρχει πλειοψηφία από γυναίκες οφείλεται σε δυο λόγους: Ο ένας είναι γιατί κυριάρχησε η γνώμη πως η γυναίκα, ως μητέρα, είναι πιο κοντά στο παιδί. Και ο άλλος γιατί πολλοί άνδρες πιστεύουν ότι το γράψιμο βιβλίων για παιδιά είναι κάτι το παρακατιανό και έτσι, και γι’ αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο, δεν τους αφορά… Φυσικά, τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, άλλαξαν πολλά. Φάνηκε ότι και οι άνδρες μπορούν, ως πατέρες, αλλά και ως δάσκαλοι –ακόμα και νηπιαγωγοί– να είναι πολύ κοντά στο παιδί. Κι επιπρόσθετα φάνηκε ότι δεν υπάρχει είδος παρακατιανό, αλλά είδος δυνατότητας ή μη δυνατότητας. Ένας λ.χ. που γράφει καλά για μεγάλους, δεν σημαίνει ότι μπορεί να γράψει καλά και για παιδιά. Ή ένας που γράφει καλά για παιδιά, μπορεί να γράψει το ίδιο καλά για μεγάλους. Αλλά είναι βέβαιο ότι ένας που δεν γράφει καλά για μεγάλους, δεν θα μπορέσει να γράψει καλά για παιδιά. Ή κι ακόμα ένας που δεν γράφει καλά για παιδιά, θα μπορεί να γράψει καλά για μεγάλους. Είναι σαν κάποιον που δεν μπορεί να τραγουδήσει σωστά για μεγάλους. Είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορέσει να τραγουδήσει σωστά και για τα παιδιά.
Τώρα, ως προς την ερώτησή σας αν το ποσοστό της πλειοψηφίας επηρεάζει ή όχι το ύφος στα παιδικά βιβλία, πρέπει να πω ότι με βρίσκει κάπως απροετοίμαστο. Είναι κάτι που δεν το έχω εξετάσει. Από μια πρόχειρη ματιά νομίζω πως όχι. Όταν φυσικά δεν υπάρχει η εσκεμμένη υποκοριστική διάθεση (το χρυσούλι, το παιδάκι, το καημενάκι κλπ.). Για την Πηνελόπη Δέλτα, λ.χ., που επισταμένα διάβασα τελευταία, βρίσκω ότι θα μπορούσε το γράψιμό της να περάσει κι ως ανδρικό. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς ορισμένως και για το γράψιμο ανδρών. Η πλειοψηφία επηρεάζει, μόνο όταν κυριαρχεί η απρόσωπη συναισθηματικά φορτισμένη προσέγγιση. Μα όπως η προσέγγιση άρχισε να γίνεται άμεσα κοινωνική και βιωματική, νομίζω πως το ύφος ολοένα γίνεται κάτι κάτι το προσωπικό κι άσχετο από το φύλο».
Ας σημειώσω ακόμη ότι ο αείμνηστος συγγραφέας διακρινόταν για το ιδιαίτερα λεπτό του χιούμορ. Πρόχειρο παράδειγμα είναι ένα σημείο της συνέντευξης που προανέφερα.
Ερώτηση: «Και η καθιερωμένη ερώτησή μας σε κάθε συνέντευξη. Ποια είναι η γνώμη σας για τις “Διαδρομές”;».
Απάντηση: «Τι να πω, αφού πάντα η ευγένεια σκλαβώνει; Μια και είμαι φιλοξενούμενός σας, μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει το φαγητό σας; Γι’ αυτό και καλύτερα η ερώτηση να έλειπε. Μα αν έλειπαν και οι «Διαδρομές», η διαδρομή μας στο χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας θα ήταν δυσκολότερη. Το ότι οι «Διαδρομές» στάθηκαν, αυτό αποτελεί την καλύτερη μέχρι τώρα δικαίωση. Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει και μια στήλη ανοιχτού διαλόγου (ένα είδος λόγου και αντιλόγου). Μα, κάθε περιοδικό έχει τη δική του γραμμή πλεύσης και πορείας. Πάντως, προσωπικά βρίσκω ότι είναι από τα περιοδικά που περιμένω να βγουν, αν αυτό απαντά στην ερώτησή σας. Κι ακόμα, χαίρομαι το μοναδικό πνεύμα συνεργασίας για μια ευπρόσωπη και συνεχώς βελτιούμενη έκδοση».
Όμως, ο Ιωαννίδης είναι ευρύτερα γνωστός κυρίως ως λογοτέχνης. Κύριες πηγές της λογοτεχνίας είναι, βέβαια, η φαντασία και η ικανότητα να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα με τρόπο που να μεταδίδει τη συγκίνηση, όπως υπογραμμίζει και ο Γ. Σεφέρης. Ωστόσο, σύμφωνα με τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, η ικανότητα της συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας δεν προέρχεται μόνο από τον πλούτο και την καλλιέργεια του συναισθηματικού κόσμου ή από το βαθμό εμπειρίας στο γράψιμο, αλλά και από το επίπεδο της πνευματικής καλλιέργειας και το όλο γνωσιολογικό υπόστρωμα του ατόμου. Και αυτός είναι ο λόγος που επέμεινα στη λιγότερο γνωστή πλευρά της προσωπικότητας του τιμώμενου συγγραφέα, δηλαδή σ’ αυτήν του επιστήμονα διανοητή και του ικανού δοκιμιογράφου.
Πιστεύω ότι όλες αυτές οι προϋποθέσεις υπήρχαν στον αείμνηστο Ιωαννίδη και του επέτρεψαν να ακολουθήσει μια άκρως επιτυχημένη συγγραφική πορεία 34 ετών, που άρχισε το 1966 και τελείωσε στις 6 Αυγούστου 2000, όταν ο θάνατος τον πήρε από κοντά μας. Στο διάστημα αυτό κατόρθωσε να γράψει 18 βιβλία για παιδιά και 6 για μεγάλους, αμητός όχι ευκαταφρόνητος, αν ληφθεί υπόψη ότι –πέραν των συγγραφικών του ενασχολήσεων– στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του ήταν ένας μαχόμενος εκπαιδευτικός και ένας δραστηριότατος κοινωνικά άνθρωπος, που κυριολεκτικά όργωνε την Ελλάδα ανταποκρινόμενος σε προσκλήσεις για ομιλίες σχετικές με το έργο του και με άλλα θέματα της παιδικής λογοτεχνίας. (Προσωπικά, και μέσα στο πλαίσιο του μαθήματος της παιδικής λογοτεχνίας, είχα την ευτυχία να τον φιλοξενήσω κατ’ επανάληψη ως ομιλητή).
Η προσωπικότητά του αναδύθηκε μέσα από μια προβληματική και μίζερη παιδική ηλικία, συνυφασμένη με μύριες δυσχέρειες, που με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατόρθωσε να ξεπεράσει. Η επιθυμία του να υπερνικήσει ποικίλες οικογενειακές ατυχίες ή δυσκολίες και να ξεφύγει από το στενό του περιβάλλον με τις πάμπολλες απαγορεύσεις και το πλέγμα προστατευτισμού, τον οδήγησε στο διάβασμα, με το οποίο ανοίχτηκε μπροστά του ο κόσμος της λογοτεχνίας, με τη δυνατότητα να ονειρεύεται και να σχεδιάζει ένα καλύτερο μέλλον. Σύμφωνα με εξομολογήσεις του ίδιου, η προεφηβική και η εφηβική του ηλικία ζυμώθηκαν με το διάβασμα λαϊκών περιοδικών της εποχής εκείνης, όπως το «Ρομάντζο» και ο «Θησαυρός». Εκεί είχε την ευκαιρία να διαβάσει σε συνέχειες μυθιστορήματα της Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, την οποία ως το τέλος της ζωής του θεωρούσε μεγάλη δασκάλα του. Έτσι ερμηνεύεται το γεγονός ότι, μετά από παρέλευση 30 περίπου χρόνων, ανέλαβε το εγχείρημα της έκδοσης των μυθιστορημάτων της αξιόλογης εκείνης συγγραφέως, που σίγουρα αντιπροσωπεύει ένα οριακό σημείο στην ιστορία των γραμμάτων μας. Οι τρεις τόμοι των έργων της, που πρόλαβε ο ίδιος να επιμεληθεί –άλλους τρεις επιμελήθηκε ο καθηγητής Μιχάλης Μερακλής– δεν είναι καρπός μόνο ευγνωμοσύνης προς ένα πρόσωπο που τον επηρέασε καθοριστικά, αλλά και επίγνωσης ότι η Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου εξέφρασε «ως εν κατόπτρω» τον ψυχισμό και τα προβλήματα του λαού μας και –όπως υπογραμμίζει σε κάποια ομιλία της η Τατιάνα Σταύρου– «με το ζωντανό, εύκολο και συναρπαστικό γράψιμό της κατάφερε να αποσπάσει το απληροφόρητο, κάποτε μισομορφωμένο και ασχημάτιστο ελληνικό κοινό, από τους «φαντομάδες», τις Μαύρες Μάσκες, τους μυστηριώδεις κακούργους, τους πύργους με τα φαντάσματα, τις δολοφονίες, τις δούκισσες, τις υποκόμισσες, και να το μεταφέρει σ’ έναν κόσμο ήρεμο, κόσμο ελληνικό, νοικοκυρεμένο».
Αργότερα –στο πλαίσιο πάντα της αναγνωστικής, λογοτεχνικής, και γενικότερα πνευματικής μύησης του εφήβου Ιωαννίδη–, προστέθηκε και το περιοδικό «Ήλιος», όπου για πρώτη φορά διάβασε σε συνέχειες τους Αθλίους του Ουγκώ και πολλά άλλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πράγμα που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως έναν άλλο σταθμό στην πνευματική του πορεία.
Ας προσθέσουμε στα προηγούμενα ότι την εποχή των γυμνασιακών του σπουδών έγραφε ποιήματα –γεγονός ενδεικτικό της ευαισθησίας και της λυρικής του φύσης–, που δημοσιεύονταν σε περιοδικά της Καβάλας, όπως η «Αργώ».
Για την ιστορία σημειώνουμε ότι ο «Ταχυδρόμος» της Καβάλας, ήταν η πρώτη εφημερίδα που φιλοξένησε το πρωτόλειο διήγημά του Η δύναμη της προσευχής.
 Η πορεία του προς την πνευματική ωριμότητα θα ολοκληρωθεί με τις σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρούπολης, στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Αθηνών και, τελικά, στο Πανεπιστήμιο της Φιλαδέλφειας των Η.Π.Α., όπου και απέκτησε το Master στην Παιδαγωγική Ψυχολογία. Όταν το 1965 διορίζεται καθηγητής στην Π. Α. Θεσσαλονίκης, είναι πλέον ένας ώριμος επιστήμονας, παιδαγωγός και ψυχολόγος, πολύ καλός γνώστης της αγγλικής και της λοιπής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αλλά και αρκετά εξοικειωμένος με τους μείζονες τουλάχιστο Έλληνες λογοτέχνες, όπως δείχνουν τα συχνά παραθέματα στα βιβλία του.
Είναι ένας έμφορτος από γνώσεις, ιδέες και εμπειρίες εκπαιδευτικός, ικανός να προσφέρει στους άλλους το απόσταγμα της σοφίας και της ευαισθησίας του. Η προσωπικότητά του θα ολοκληρωθεί έπειτα από τον ευτυχισμένο γάμο του με τη Ρίτα Καλοδήμου, τότε κοινωνική λειτουργό και καθηγήτρια των ΤΕΙ, και τη γέννηση της κόρης του Λητώς, που ήταν πάντα η πρώτη αναγνώστρια των παιδικών βιβλίων του και –σύμφωνα με τον ίδιο– του ασκούσε αυστηρότατη κριτική.
Στα γράμματά μας ο Ιωαννίδης εμφανίστηκε επίσημα το 1966 με το βιβλίο του Παραλλαγές, συλλογή 10 διηγημάτων, που απέσπασε πολύ ευνοϊκές κριτικές. Η εσωτερική υφή των διηγημάτων αυτών έχει τον τρυφερό παλμό μιας ομιλίας για τη μοναξιά, την ανάγκη του ανθρώπου για κατανόηση και αγάπη. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με την καθημερινότητα, αλλά δεν μένει στο επιμέρους και τυχαίο· αυτό μεταπλάθεται και αναγωγικά γίνεται σύμβολο γενικότερων καταστάσεων, οδηγώντας τον στη διαπίστωση, που υπάρχει σε κάποιο διήγημα της συλλογής: «Πόσο αλληλένδετη με πρόσωπα και πράγματα είναι η ζωή μας!».  Στο επόμενο βιβλίο του για μεγάλους Μυστικά ταξίδια, συλλογή 11 διηγημάτων, αναζητείται επίσης ο άνθρωπος στην οικουμενική του διάσταση. Και εδώ κυριαρχούν το όνειρο και η φαντασίωση και τα πάντα αποκαλύπτουν την έγνοια του Ιωαννίδη για τον ανθρώπινο πόνο όπου γης: έγνοια που εκφράζεται σαφέστερα στο διήγημα «Τ’ αστέρια»: «Δεν μπορείς να ξέρεις, δεν μπορείς να θυμάσαι τι έγινε, τι γίνεται,σε κάθε γωνιά της γης. Τ’ αστέρια, σου λένε, το ξέρουν και γι’ αυτό δακρύζουν και πέφτουν».
Ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της πεζογραφίας του Ιωαννίδη είναι εμφανής και στη νουβέλα Η ακτινογραφία, απόπειρα προσέγγισης και εξεικόνισης του χαώδους εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου της εποχής μας, ο οποίος συνθλίβεται ανάμεσα σε ποικίλες δυσχέρειες, στερημένος από αγάπη και συμπόνια.
Το επόμενο βιβλίο του αείμνηστου συγγραφέα, με τίτλο Το μαστίγιο και η ομπρέλα, είναι συλλογή 16 διηγημάτων, γραμμένων στα 1970 και 1975 και χωρισμένων σε 2 ενότητες. Είναι όλα τους αδρές αναφορές σε αγχώδεις ανθρώπινες σχέσεις και παράξενες καταστάσεις ζωής. Μερικά αποτελούν βαθιές τομές στον κοινωνικό περίγυρο, άλλα δίνουν βιαστικά σκίτσα φορτισμένων στιγμών. Μολονότι ο συγγραφέας παρουσιάζει τον αγλύκαντο ανθρώπινο πόνο, τις κραυγές απελπισίας ανθρώπων, που ψάχνουν εναγώνια να βρουν στήριγμα μέσα στο χάος της σύγχρονης εποχής, στο τελευταίο διήγημα της συλλογής, «Τα τριαντάφυλλα», αφήνει μια χαραμάδα, για να εισχωρήσει το φως της ελπίδας, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει κακό, που να μη μπορεί να το αντιμετωπίσει η αγάπη.
Αυτή η αισιόδοξη αντιμετώπιση του ανθρώπινου πόνου πιστεύω πως έχει σχέση με τη συντελεσμένη ήδη στροφή προς το χώρο της παιδικής λογοτεχνίας. Μεταφέρεται, λοιπόν, εδώ –κατά την άποψή μου πάντα– μια στάση ζωής, που για τους συγγραφείς βιβλίων για παιδιά αποτελεί όρο απαράβατο, εφόσον βέβαια είναι αδιανόητη σε παιδικά λογοτεχνήματα η ύπαρξη ατμόσφαιρας μελαγχολίας και πεσιμισμού και το happy end θεωρείται αυτονόητο και αναγκαίο.
Η στροφή του Ιωαννίδη προς την παιδική λογοτεχνία έγινε το 1968 με τη συλλογή διηγημάτων Το άσπρο άλογο, που είναι όλα αναμνήσεις από τη ζωή του και ευτύχησαν να έχουν 6 εκδόσεις ως τώρα.
Από τότε, με κάποια χρονικά διαλείμματα που τα αφιέρωσε στη συγγραφή των βιβλίων για μεγάλους, ο Ιωαννίδης αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην παιδική λογοτεχνία. Όπως ήδη ανέφερα, συνολικά έγραψε 18 παιδικά βιβλία. Από αυτά τα 13 έχουν εκδοθεί δύο ή και περισσότερες φορές. Για παράδειγμα, Το άσπρο άλογο και Τα τρία παιδιά αριθμούν 6 εκδόσεις, ενώ Το κορίτσι με τις δυο μητέρες 13.
Πέρα όμως από γραμματολογικές παρατηρήσεις, που θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, ενδιαφέρει, νομίζω, να δούμε με ποια εφόδια ο τιμώμενος συγγραφέας εισήλθε στην εξαιρετικά ακανθώδη και ιδιότυπη περιοχή της παιδικής λογοτεχνίας. Ήταν, πρώτα απ’ όλα, ένας δόκιμος λογοτέχνης ασκημένος στην τέχνη της γραφής από τα παιδικά του χρόνια, όπως ήδη αναφέρθηκε. Αυτό, και για την παιδική λογοτεχνία, είναι η πρώτη και ουσιωδέστερη προϋπόθεση επιτυχίας και καταξίωσης. Έπειτα, ήταν ένας άρτια συγκροτημένος παιδαγωγός και ψυχολόγος και ένας πολύ πεπειραμένος δάσκαλος, που γνώριζε τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντα των παιδιών και κατείχε τα μυστικά της επικοινωνίας μαζί τους.
Πέραν όμως τούτων, όσοι τον γνωρίσαμε από κοντά μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι ήταν ένας πολύ ευαίσθητος και καλοσυνάτος άνθρωπος, κυριολεκτικά ένα μεγάλο παιδί. Αυτή η έμφυτη παιδικότητά του του έδινε την ικανότητα να ατενίζει τον κόσμο με το θάμβος και την έκπληξη ενός μικρού παιδιού και να μεταπηδά με εκπλήσσουσα ευχέρεια από την πραγματικότητα στον κόσμο της φαντασίας και του ονείρου. Μόνο ένα παιδί με οργιάζουσα φαντασία θα μπορούσε να επινοήσει συσκευή για την παρακολούθηση των ονείρων των ελεφάντων (Ζαζά, όνειρα ελεφάντων) ή χρονοδιαβήτη, με τον οποίο γινόταν δυνατή η επιστροφή στο παρελθόν (Καβάλα στο χρονοδιαβήτη). Μόνο ένα παιδί θα μπορούσε να πλάσει ανιμιστκά αυτό το εξαίσιο Ανεμόδεντρο, σύμβολο, δηλαδή σημείο συνάντησης, όλων των ευεργετικών δυνάμεων της φύσης και της ψυχής (Μια πόρτα στο δέντρο).
Στην πλούσια αυτή αρματωσιά, με την οποία μπήκε στον αγώνα για τη συγγραφή άξιων λόγου παιδικών λογοτεχνημάτων, πρέπει να προστεθεί και το αμίμητο χιούμορ του, που δυστυχώς μόνο σε ελάχιστους συγγραφείς, απ’ όσους θητεύουν στο χώρο του παιδικού βιβλίου, απαντάται. (Και εννοώ κυρίως τον Ευγένιο Τριβιζά, την Αγγελική Βαρελλά, τη Θέτη Χορτιάτη και τον Δημήτρη Μανθόπουλο).
Αλλά και πάλι τα εφόδια αυτά θα ήταν ανεπαρκή, αν ο Ιωαννίδης δεν υιοθετούσε ένα άλλο ύφος στα παιδικά του βιβλία. Ο υπαινικτικός και κάποτε ασθματικός ή παραληρηματικός λόγος της συλλογής διηγημάτων Το μαστίγιο και η ομπρέλα δεν είχε καμιά πιθανότητα ανταπόκρισης στο παιδικό αναγνωστικό κοινό. Έπρεπε ν’ αλλάξει. Και άλλαξε. Έτσι, ο Ιωαννίδης υιοθέτησε το γνωστό σε όλους ύφος, φαινομενικά ατημέλητο, τη ζωντανή και σχεδόν αφρόντιστη γλώσσα της καθημερινής ζωής, διανθισμένη όμως με ευφυέστατους αφορισμούς και λογοπαίγνια.
Χαρακτήρισα το ύφος του φαινομενικά ατημέλητο. Αντίθετα απ’ ότι μερικοί πιστεύουν, φρόντιζε πολύ και γλωσσικά τα κείμενά του και ήταν ικανός, όταν ο ίδιος το έκρινε σκόπιμο, να εκφράζεται με ύφος γλαφυρό και απόλυτα ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις της ποιητικής γλώσσας. Το ατημέλητο ύφος ήταν δική του επιλογή, γιατί έτσι νόμιζε ότι ανταποκρινόταν στο αίτημα της εκφραστικής λιτότητας και φυσικότητας, που πρέπει να διακρίνουν ένα παιδικό λογοτέχνημα.
Είχε ακόμη ο αγαπημένος μας συγγραφέας, που έφυγε, ένα μέγα προσόν: γνώριζε να στήνει τα πρόσωπα μέσα στον τόπο και στο χρόνο και να μας δίνει –είτε στα διηγήματα είτε στα μυθιστορήματά του– ιστορίες με συναρπαστική πλοκή, πολλά απρόοπτα και ζωντανούς διαλόγους.
Μολονότι το εκφραστικό επίπεδο είναι εντελώς διαφορετικό στα βιβλία για μεγάλους και στα βιβλία για παιδιά, το συγγραφικό του πρόσωπο και ο ιδεολογικός του κόσμος παραμένουν τα ίδια.
Και στο χώρο, λοιπόν, της παιδικής λογοτεχνίας, παρά τα πολλαπλά ανοίγματά του στην εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα, τον απασχολεί –κατά κύριο λόγο– ο άνθρωπος, η πρώτη προτεραιότητά του είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Η κριτική επιτροπή της Γ.Λ.Σ., που απένειμε έπαινο στο Χρυσαφένιο Τόξο, επισημαίνει το γνώρισμα αυτό, που τον συνοδεύει σε όλα τα παιδικά του βιβλία. «Ο κ. Ι. Δ. Ιωαννίδης –αναφέρεται στην απόφασή της– θέτει ως στόχο του Τόξου του την αγάπη και τη συνεννόηση ανάμεσα στους μικρούς ήρωές του». Η Τατιάνα Σταύρου θα του γράψει σε επιστολή της: «Σας συγχαίρω ιδαίτερα για τη θέρμη και ευγένεια των αισθημάτων σας». Χωρίς δισταγμό, θα έλεγα ότι ο Ιωαννίδης δικαιωματικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο πεζογράφος της αγάπης. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος και ο Γιώργης Κρόκος είναι επίσης γνωστοί ως ποιητές της αγάπης, από ένα σημείο όμως και πέρα, η αγάπη στο έργο τους εμφανίζεται ως ένα ποιητικό μοτίβο, που τους διακρίνει από τους άλλους ποιητές. Όσοι γνώρισαν τον Ιωαννίδη είναι πεπεισμένοι ότι η αγάπη ήταν γι’ αυτόν μια υπαρξιακή ανάγκη, όχι μοτίβο, συναίσθημα πανίσχυρο, που διαχυνόταν κάθε στιγμή στα κείμενά του, ώστε θα μπορούσε να λεχθεί ότι το καρτεσιανό «σκέπτομαι, άρα υπάρχω» γίνεται στην περίπτωσή του «αγαπώ, άρα υπάρχω».
Χωρίς να διακρίνεται για τη θρησκευτικότητά του, ήταν άνθρωπος της καταλλαγής, αφανάτιστος και ακομμάτιστος, που ανεχόταν την ετερότητα του συναθρώπου του, που πίστευε στην αναγκαιότητα και δυνατότητα συνύπαρξης των λαών. Σε μια εποχή, όπου εν πολλοίς ήταν άγνωστα στους ιστορικούς τα προβλήματα των εθνοτικών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων όμορων λαών της Βαλκανικής, όπου δε γινόταν λόγος για πολυπολιτισμικότητα, αυτός με τη διορατικότητά της σκέψης του έθεσε το σχετικό πρόβλημα στο ιστορικό του μυθιστόρημα Τα τρία παιδιά, έξοχο δείγμα ισορροπίας ιστορίας και μύθου. Εδώ το Ελληνόπουλο, το Βουλγαρόπουλο και το Τουρκόπουλο, που μέσα στη δίνη των Βαλκανικών πολέμων υπήρχε κίνδυνος να μεταβληθούν από φίλοι σε άσπονδους εχθρούς, υποκούουν στη φωνή της φιλίας, της λογικής και της σύνεσης, στέλνοντας σ’ εμάς μήνυμα δηλωτικό της πιο υψηλόφρονης αγάπης και φιλίας, που υπερνικά κάθε φανατισμό και εθνικιστική έξαρση. «Ό,τι πικρό είπαμε –λέει ο Γιοβάν, το Βουλγαρόπουλο, αποχαιρετώντας το Ελληνόπουλο– ας το πάρει ο άνεμος, ας το πάει μακριά, ας το σκορπίσει στα πέρατα. Ό,τι καλό είπαμε, ό,τι καλό νιώσαμε, ας μείνει βαθιά μέσα μας».
Το ίδιο ευεργετικό συναίσθημα της αγάπης διαχέεται και στο κοινωνικό μυθιστόρημα Το κορίτσι με τις δυο μητέρες, υπόδειγμα απλότητας και αμεσότητας λόγου, ευρηματικότητας και συναρπαστικής πλοκής, όπου θίγεται το φλέγον θέμα της υιοθεσίας. Η ευτυχής λύση, που δίνεται στη σύγκρουση ανάμεσα στη φυσική και τη θετή μητέρα και στα συναφή ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το κορίτσι, είναι σύμφωνη με το moto του βιβλίου, παρμένο από τον Κύκλο με την Κιμωλία του Μπρεχτ: «Κανένα πράγμα δεν είναι κανενός ή, αν όχι, τότε είναι σίγουρα εκείνου που το ’χει μεράκι και τ’ αγαπά και το γνωρίζει. Ένα παιδάκι ανήκει σ’ όποιον το φροντίζει». Το moto εκφράζει a priori τη θέση του συγγραφέα στο επίμαχο θέμα και, οπωσδήποτε, προδικάζει την εξέλιξη του μύθου, όμως η καλοσυνάτη ψυχή του δεν μπορούσε να νιώθε δυστυχισμένη τη φυσική του μητέρα. Έτσι, επινοεί τον τρόπο οι δυο μητέρες –η Μόνα, η φυσική, και η Μαρία, η θετή– να ζήσουν μαζί έχοντας και οι δύο κοντά τους το κορίτσι, την Ελένη ή Λουλούδι.
 Παραλείποντας τη λεπτομερειακή αναφορά στα μυθιστορήματα Χωρίς κοτσάνι και Απαγορεύεται η αγάπη, όπου και πάλι το κύριο θέμα είναι η αγάπη –στο πρώτο με τη μορφή της παιδαγωγικής σχέσης δασκάλου και μαθητή, και στο δεύτερο ως κατάσταση απουσίας μέσα στο χώρο του Αναμορφωτηρίου Ανηλίκων–, θέλω να τονίσω ότι ακόμη και η οικολογική ευαισθησία του Ιωαννίδη, που τόσο μας συγκινεί –ιδιαίτερα στα βιβλία του Ζαζά, όνειρα ελεφάντων και Μια πόρτα στο δέντρο–, πρέπει να ερμηνευτεί ως απόρροια της αγάπης του που τον συνείχε όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και τη λοιπή έμψυχη και άψυχη φύση. Όπως συχνά μου έλεγε, ένιωθε τον εαυτό του απόλυτα δεμένο με το φυσικό περιβάλλον, και ένιωθε ευτυχισμένος μόνο στη στενή και αδιάκοπη σχέση του με το όλο οικοσύστημα. Η λατρεία που είχε για το σπίτι του στον Άγιο Λαυρέντιο και η συχνή παρουσία των σκυλιών στα κείμενά του βεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
Για να συμπληρώσουμε το συγγραφικό πορτρέτο του αείμνηστου πεζογράφου μας, πρέπει να υπογραμμίσουμε κάτι πολύ βασικό, ότι δηλαδή οι εμπνεύσεις του αντλούνται κυρίως από προσωπικές εμπειρίες. Δεν πολλαπλασιάζει το εγώ του υποκρινόμενος ρόλους, όπως θα έλεγε ο Παλαμάς, αλλά κατά κανόνα εκφράζει βιώματα και σκέψεις του, χρωματίζοντας με τον ψυχισμό του τα κείμενα, ακόμη και όταν η αντικειμενική πραγματικότητα έχει τον πρώτο λόγο. Μας το υπενθυμίζει ο ίδιος στην εισαγωγή του βιβλίου του Η χαμένη συνέχεια: «Πιστεύω και εγώ ότι η ζωή είναι η καλύτερη συγγραφέας. Κι έτσι φροντίζω να τα έχω καλά μαζί της, ώστε να βρίσκομαι κοντά της και να εμπνέομαι από τις εμπνεύσεις της».
Ας προσθέσουμε στα παραπάνω ότι ο τρόπος γραφής του σε κάθε βιβλίο επιβάλλεται από το είδος της θεματολογικής του έμπνευσης. Αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται, σε κάθε βιβλίο του είναι διαφορετικός. Ο υφολογικός αυτός πρωτεϊσμός είναι ίσως από τα εντονότερα γνωρίσματά του.
Αυτό που θα ήθελα να τονίσω ιδιαίτερα, είναι η διακειμενικότητα, που χαρακτηρίζει τα κείμενά του. Ίσως είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς παιδικών βιβλίων, στον οποίο εντοπίζονται τόσα παραθέματα από Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του Ο ερχομός της Βεατρίκης μεταφέρει –σε προσεγμένη δική του μετάφραση– το ποίημα του Joseph Strauss Τα κόκκινα δέντρα, όπως και το ποίημα Να καταλαβαίνεις της Λένας Παπά. Στο τελευταίο του βιβλίο Τα απομνημονεύματα ενός αυτοκινήτου, χρησιμοποιεί ως moto –απόλυτα εναρμονισμένο με το ύφος του βιβλίου– ένα παράθεμα από τη Νοσταλγό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Επίστευεν εκείνην την στιγμήν ότι υπάρχει νους και εις τα άψυχα πράγματα και ότι όλα υπόκεινται εις Θεού τινός επιστασίαν».
Τελειώνοντας την αναφορά μου στο συγγραφικό πορτρέτο του εκλιπόντος Ι. Δ. Ιωαννίδη, θα έλεγα, συγκεφαλαιώνοντας κάποια κύρια σημεία της ομιλίας μου, ότι όσον αφορά την παιδική λογοτεχνία στο πρόσωπό του έχουμε το ιδανικό ζητούμενο. Ήταν δόκιμος λογοτέχνης, οξυνούστατος διανοητής, πολύ συγκροτημένος παιδαγωγός, προικισμένος δάσκαλος, τρυφερός και γεμάτος καλοσύνη άνθρωπος, ευαίσθητος δέκτης των μηνυμάτων της εποχής του. Γι’ αυτό και μπόρεσε να μιλήσει με εγκυρότητα για μερικά από τα πιο φλέγοντα ζητήματα του καιρού μας: τα ναρκωτικά, την ειρήνη, το οικολογικό πρόβλημα, την υιοθεσία και γενικότερα τις διαπροσωπικές σχέσεις, προσπαθώντας να μεταδώσει πρότυπα ζωής και αξίες υπερεθνικές, γνήσιος Ευρωπαίος και κοσμοπολίτης, όντας ταυτόχρονα δεμένος με την παράδοση και την ιστορία μας.
Δεν ισχυρίζομαι ότι απουσιάζουν από το έργο του οι αδύνατες στιγμές, φαινόμενο άλλωστε συχνό και στους μεγαλύτερους συγγραφείς. Αυτό που για μένα έχει σημασία, είναι ότι ποτέ δεν έπαψε να γράφει, ότι έζησε με την παιδική λογοτεχνία και για την παιδική λογοτεχνία και ότι δεν άφησε να χαθεί ούτε στιγμή από το χρόνο της ζωής του, τιμώντας έτσι την παρουσία του στη γη ως μια από τις κατ’ εξοχήν ευγενικές και δημιουργικές υπάρξεις.
Άσχετα από την απήχηση του έργου του στο μέλλον –θα το δείξει ο χρόνος: habent sua fata libelli μας λένε οι Λατίνοι–, είμαι βέβαιος ότι θα μείνει για πάντα στη μνήμη όσων τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, όπως είπε πάνω από τον τάφο του ο ποιητής Δημήτρης Μανθόπουλος.


*  Διάλεξη στην Εταιρεία Λογοτεχνών Νοτιοδυτικής Ελλάδος (12 Φεβρουαρίου 2018 – Αίθουσα Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών)

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

ΟΜΙΛΙΑ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΡΝΑΡΟΥ ΣΤΟ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ 12ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 2018



                                                                   ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ N.Δ. ΕΛΛΑΔΟΣ

 

                                         Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


                             ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΠΑΤΡΕΩΝ



Σας προσκαλούν

στο Φιλολογικό βραδινό  της Δευτέρας
12ης  Μαρτίου    2018   και ώρα 7.00 μ.μ.
στην αίθουσα του αναγνωστηρίου της,
        στο οποίο θα  μιλήσει ο Συγγραφέας και Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος

ΛΕΩΝΙΔΑΣ  ΚΑΡΝΑΡΟΣ 


Με θέμα:

«Οι επιπτώσεις της πτώχευσης. Η ιστορία σε επανάληψη»

Την εκδήλωση θα προλογίσει και θα συντονίσει ο πρόεδρος της Εταιρείας Λεωνίδας Μαργαρίτης.

Η παρουσία σας  θα μας τιμήσει ιδιαιτέρως.

ΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

 

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ



ΟΜΙΛΙΑ  ΣΤΗ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

                    ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

 

                    ΣΤΟ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ  ΒΡΑΔΙΝΟ

                                  ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ


 

Mε θέμα: «Ο Μιχάλης Γκανάς συνομιλεί με τη φύση» θα  μιλήσει την προσεχή Δευτέρα 5ηΜαρτίου  το απόγευμα στις 7 .00 στο Αναγνωστήριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης,   η Φιλόλογος και Πεζογράφος  Γεωργία Γκοτσοπούλου.

Η κ.Γκοτσοπούλου είναι   Δόκιμο μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών και  επί σειρά των τελευταίων  ετών    τιμά με επιτυχία    το βήμα των Φιλολογικών Βραδινών και έχει απόλυτα ικανοποιήσει το ακροατήριό τους.

Πρέπει να σημειώσουμε ακόμη ότι η
κ. Γκοτσοπούλου απέσπασε το Α΄ Βραβείο Διηγήματος από την Ακαδημία Αθηνών το 2008 για την νουβέλα της με τίτλο: «Το όνειρο», ενώ η πρώτη συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε στην πόλη μας τον περασμένο χρόνο με τον τίτλο:  «Νερό στις ρίζες»  έτυχε θερμής αποδοχής από το Πατρινό κοινό και κολακευτικών λόγων από τους  κριτικούς  της Λογοτεχνίας μας.

Την εκδήλωση θα προλογίσει  και       θα παρουσιάσει  ο  πρόεδρος της Εταιρείας   Λεωνίδας Μαργαρίτης .

Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.



Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΒΕΡΡΑ - Υπερβατική αφή.



Γαλάτειας Ι. Βέρρα, Υπερβατική αφή,
του Μιχάλη Καραγεωργίου, M.ed. Φιλολόγου
(Βιβλιοπαρουσίαση, 07-02-2018, Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών)

Σαν υπερβατική αφή, αφιερωμένη, όπως αναφέρει η ποιήτρια, στους αναγκεμένους των αιώνων, αλλά και ίαμα για τις ψυχές όλων στους αναγκεμένους καιρούς που διάγουμε, κάνει την εμφάνισή της η πέμπτη ποιητική συλλογή της αγαπημένης μας Γαλάτειας Βέρρα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Κάθε της ποίημα ένας ψίθυρος της αιωνιότητας, ένα τραγούδι γραμμένο σε μια παρτιτούρα που μόνο η καρδιά και η ψυχή μπορούν να αποκωδικοποιήσουν.
Πραγματικός ποιητής, όπως λένε, είναι αυτός που μπορεί να μετατρέψει το προσωπικό του συναίσθημα, να σπάσει σε κομμάτια, να κατακερματίσει τη δική του ατομική ψυχή, για να συναντήσει τη συμπαντική ψυχή, ενεργεία καθαρή, και να μεταφέρει διά του λόγου του τη συμπαντική μελωδία, κάτι που η Γαλάτεια Βέρρα επιτυγχάνει με μοναδική ευχέρεια.
Τα 142 ποιήματα της συλλογής δομούνται με στίχους που ξεχειλίζουν ευαισθησία, αλλά και με λέξεις–σύμβολα που ακουμπούν στις παρυφές της πρόζας. Οι αφηγήσεις αντανακλούν και διαλέγονται με το βιόκοσμό της, που είναι συχνά συνυφασμένος με τον προσωπικό - στοχαστικό διαλογισμό, στο διάκενα του χρόνου. Στην ύλη των στίχων προσπαθεί να αποδομήσει κρυπτογραφημένους εφησυχασμούς, αναδεικνύοντας τη στοχαστική της νηφαλιότητα. Η Γαλάτεια Βέρρα έχει την ικανότητα με τη γραφή της να αποθέτει στο χρόνο την υψηλή θερμοκρασία των λέξεών της. Συγκινησιακά, καταφέρνει να ανοίγει μονοπάτια σε σκοτάδια στην ποιητική τοπογραφία. Νιώθει έφηβη που αντιστέκεται στην εσωστρέφεια των εποχών, στη γηρασμένη, αρρωστημένη ατμόσφαιρα του εφησυχασμού, στα μολυσμένα ρεύματα της αδιαφορίας, στη νέκρωση της παραίτησης.
Η ποιητική της φαρέτρα είναι ανεξάντλητη από λεξιλογικές συνυφάνσεις που σηματοδοτούν μια αναπάντεχη ανοικείωση στο γλωσσικό επίπεδο. Παρά το αρχικό ξάφνιασμα, γίνεται οικεία στον αναγνώστη, κάτι που επιτυγχάνεται με την υψηλού επιπέδου εικονοπλασία, που με χαρακτηριστική ευχέρεια και άνεση αποθέτει στον ποιητικό καμβά. Με αυτό τον τρόπο οι ιδέες, οι σκέψεις, τα βιώματα, οι μνήμες, τα αισθήματα γίνονται χειροπιαστά, αποδίδονται με ακρίβεια, μεταβιβάζονται, προκαλούν ενσυναίσθηση, καθώς αποτυπώνονται με χρώμα, δύναμη, παλμό και ένταση.
Με τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα που χαρακτηρίζουν την ποιητική της διαδρομή, οι λιτοί και ευαίσθητοι στίχοι της οικοδομούν το αρχιτεκτόνημα ενός αναλυτικού στοχασμού, στη βάση του οποίου ανιχνεύεται ένα μωσαϊκό περιεχομένων με αποχρώσεις κοινωνικές, φιλοσοφικές, ερωτικές, ενώ σε υπερκείμενο επίπεδο, στην κορυφή, εδράζεται η αγάπη για το άφθαρτο, αιώνιο και ζωογόνο φως.
Αναφορικά με την κοινωνική διάσταση της ποίησής της, η ποιήτρια με τις ευαίσθητες ποιητικές κεραίες της αφουγκράζεται και συντονίζεται με τον παλμό της πολύπτυχης σύγχρονης πραγματικότητας, της οποίας αποτελεί ενεργό κύτταρο. Ατενίζοντας τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής, η Γαλάτεια Βέρρα έχει την ικανότητα να ρίχνει διεισδυτικές ματιές στο γίγνεσθαι του κόσμου και να συλλαμβάνει τα φαινόμενα στην πραγματική τους διάσταση. Πνεύμα ανήσυχο κι ευαίσθητο, αντιδρά στα ερεθίσματα του καιρού της, δεν εφησυχάζει. Διακρίνει μια γενικότερη απώλεια προσανατολισμού σε επίπεδο τόσο συλλογικό  όσο και ατομικό. Διαπιστώνει ότι ο κόσμος έφτασε πλέον σε ύστατους καιρούς και ο αιώνας έχει υποταχθεί στο αιρετικό άγγιγμα μιας βαθιάς αποξένωσης. Οι άνθρωποι δεν μιλάνε γιατί οι «λέξεις δεν έχουν αλάτι». Οι καιροί που διάγουμε είναι «ουδέτεροι και άχρωμοι», όπως η ανοιξιάτικη φράουλα, που έχασε το χρώμα της.
Αδιάφορες όμως χαρακτηρίζονται και οι ψυχές, καθώς θυμίζουν αγωγούς από τους οποίους δεν περνάει ρεύμα πνοής. Όπως η ίδια γράφει, η ταυτότητα των πραγμάτων στο σύγχρονο κόσμο ενοχλεί,  και τα σύννεφα της ισοπέδωσης είναι πλέον πολύ απειλητικά. Οι «σοφοί» μπορεί να διατείνονται ότι γνωρίζουν τη λύση, παρόλα αυτά η ανθρωπότητα καθημερινά καταπίπτει σε μεγαλύτερα βάραθρα. Οι αξίες πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας, ενώ η οικουμένη αντιμετωπίζει το φάσμα της δυστυχίας και η ανθρωπότητα κρατείται σε κρατητήρια θηριωδίας έχοντας απωλέσει το στοιχείο του διαχωρισμού του ανθρώπου από το θηρίο.
Ο δεύτερος πυλώνας του ποιητικού οικοδομήματος διαθέτει χροιά φιλοσοφική - διδακτική. Συχνά, ποίηση και φιλοσοφία βαδίζουν χέρι χέρι στην αληθινή δημιουργία, στην τέχνη ίσως δεν υπάρχει το ένα χωρίς το άλλο. Ο ποιητικός οίστρος την ωθεί να διατυπώσει αξίες διαχρονικές που αποπνέουν μια αίσθηση διδακτισμού. Ανθρωποκεντρική η ποίησή της, εμπνέεται από τον άνθρωπο και καταλήγει στον άνθρωπο. Θεωρεί ότι ο βίος, η ζωή του ανθρώπου κρύβει ανατροπές, που πολλές φορές μπορεί να είναι πολύ αιχμηρές. Όμως ίσως να είναι προτιμότερες οι έστω αιχμηρές ανατροπές από τον εξαναγκασμό της βίωσης της τραγικότητας μιας ζωής αδιάφορης ή μιας ζωής που η προσπάθεια για «ευθυγράμμιση του βίου» επιδιώκεται με επιφανειακά ανθρώπινα μέτρα. Επισημαίνει ότι πολλές φορές ο άνθρωπος ωθείται σε αναβλητικότητα, από φόβο μήπως το τέλος της πορείας φέρει μια καινούρια αρχή. Όταν φτάσουν στο τέλος οι άνθρωποι εκτιμάνε το όμορφο, στο τέλος, όμως, έχοντας χάσει την απόλαυση του όμορφου σε όλη τη διαδρομή. Ως άνθρωπος του πνεύματος πιστεύει ότι δεν έχει νόημα και ουσία ο πλούτος, η επιτηδευμένη εικόνα, το «επίπλαστο κοινωνικό προφίλ». Ουσία, σημασία έχει η γενναιότητα και το μεγαλείο της ψυχής.
Μια ακόμα διάσταση της ποίησης της Γαλάτειας Βέρρα αποτελεί το στοιχείο του έρωτα με διττή φύση, ανθρώπινη αλλά και θεολογική. Σε όλη την ποιητική συλλογή είναι διάχυτος ένας ερωτισμός υφασμένος με το αδράχτι της ψυχής, αγνός, εξιδανικευμένος, άδολος, ευγενικός, όμορφος, που άλλοτε φωτίζει το πρόσωπο και την ψυχή, και είναι δύναμη ζωής, και άλλοτε, όπως το κρασί, προκαλεί επικίνδυνη ζάλη, ενώ άλλοτε προβάλλει σαν σφοδρός άνεμος που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά του. Ματαιωμένος τις πιο πολλές φορές, γίνεται μια απλή κατάθεση ψυχής σε παλιά χέρια, κλείνει τα μάτια για να δει πιο καθαρά τη συγκίνηση που προκαλεί, δύει σαν δειλινό κάθε φορά που απομακρύνεται. Ο διάλογος, όμως, μέσω της ποίησης είναι πάντα μια διέξοδος, ένας τρόπος αποφόρτισης από όσα δεν έχουν ειπωθεί στον καιρό τους.
Ακρογωνιαίος λίθος στην Υπερβατική Αφή, που συνέχει κάθε δομικό υποσύνολο αλλά και στηρίζει καταλυτικά το ποιητικό οικοδόμημα είναι το πνευματικό – μεταφυσικό – θεολογικό στοιχείο. Η ποιητική συλλογή σε κάθε της διάσταση διαπνέεται από μια κρυστάλλινη, διαυγή αναζωογονητική ριπή πνευματικού ανέμου, που αποτελεί το στοιχείο της όσμωσης με τους υπόλοιπους θεματικούς άξονες. Η θεία παρουσία ανιχνεύεται παντού: στη φύση που είναι γενναιόδωρη και διδακτική, στο «ανέμελο παιδικό και χαριτωμένο σημείωμα, φορέα ουράνιων μηνυμάτων με δύσκολη αποκωδικοποίηση», στους απλούς ανθρώπους, όπως «η γριούλα που σκουπίζει ευλαβικά, ο οδοκαθαριστής που επιτελεί το ιερό του έργο, ο μικρούλης που ανάβει το κερί στην αγκαλιά της μητέρας, ο άνομος που αφήνει δάκρυα μετάνοιας». Η υπέρτατη αγάπη για το θείο την οδηγεί σε «πύρηνα μονοπάτια προσευχής». Διαγράφει ελλειπτικές τροχιές σε μία μερική διαδρομή, σε ένα μεγαλύτερο σύνολο με υπερκείμενο το θείο. Αφήνεται, όπως αναφέρει, στο «εργόχειρο της υπακοής του κυρίου», στη «χάρη των λυγμών και στη «νοητή χαρά». Είναι διάχυτη παντού η θεία αγάπη, που δροσίζει με φως τις σκιερές γωνιές, «που μπορεί και μετρά με τρυφερότητα στη ζυγαριά της σιωπής με μεγάλη ακρίβεια». Σ’ αυτήν εναποτίθεται η ελπίδα για τη σωτηρία και από αυτήν πηγάζει η βεβαιότητα ότι μπορούμε να κατακτήσουμε «το όνειρο, το ουράνιο ανάκτορο, την ηγεμονική χαρά, το τραπέζι των αιώνων».
Στο μικροεπίπεδο της ποιητικής συλλογής θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ποιητικό ύφος της Γαλάτειας Βέρρα. Ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζουν τα αντικείμενα που η ποιήτρια τοποθετεί με τάξη στο ποιητικό σκηνικό και ανάγονται σε σύμβολα ή γίνονται φορείς μύχιων συναισθημάτων. Επενδύει συναισθηματικά σε «καθημερινά πράγματα», μικρά ενθυμήματα, που την εμπνέουν, γεγονός που αποκαλύπτει τα αξιολογικά της κριτήρια, αλλά και είναι δείγμα της εφηβικής της διάθεσης και νεανικής της ψυχής. Απλά αντικείμενα αποκτούν διαφορετική υπόσταση. Το πέτρινο παράθυρο μετουσιώνεται σε εστία μιας γόνιμης ζωής με ευτυχία,  με δυσκολίες, που θρέφει την ελπίδα, η πέτρα μεταμορφώνεται σε εξομολόγο απόθεσης του βάρους της ζωής και κατάθεσης του προσωπικού πένθους, μια πορτοκαλάδα γίνεται αφορμή δροσιάς, σύμβολο παιδικής ανεμελιάς και ζωηρότητας, ο φάρος φαντάζει σαν «νυμφίος των  πλοίων», η κίτρινη εσάρπα φέρνει στο μυαλό τη «μυστική συμφωνία με τον ήλιο».
Ιδιαίτερη διάσταση, χαρακτηριστική στην ποίηση της Γαλάτειας Βέρρα, αποτελεί η παρουσία των ήχων, της μουσικής, της μελωδίας. Μουσικολόγος και πιανίστρια η ίδια δεν θα μπορούσε να αφήσει εκτός ποίησης τη μουσική και την ποίηση εκτός μουσικής. Καταφέρνει να σπάσει τις διαχωριστικές γραμμές και να συμπλέξει τις δύο αυτές μορφές τέχνης σε ένα επίπεδο συμβολικό, με το να μετασχηματίσει και να μετατρέψει τους ήχους σε φορείς συναισθημάτων, θεωρώντας ότι ο ήχος, η μουσική αναγεννά, δημιουργεί «σφρίγος αξιέραστο». Η δύναμη των ήχων στην ποίηση της Γαλάτειας είναι τόσο μεγάλη που ζωντανεύει το παρελθόν, ξυπνά «νεκρές μνήμες» και φέρνει στη σκέψη αγαπημένα πρόσωπα. Ο ήχος άλλοτε με τη μορφή του πάθους που μένει κλειδωμένο στο στέρνο, άλλοτε ως συναίσθημα απαρηγόρητης μοναξιάς, κρυμμένο στο σόλο της τρομπέτας, άλλοτε ως εξιδανικευμένη σαρωτική αγάπη που πλημμυρίζει τις αισθήσεις και άλλοτε με το πρόσωπο του Έρωτα σε ένα τρυφερό ρεφραίν καταφέρνει «να αγγίζει κορυφές».
Πολύ ενδιαφέρουσα, τέλος, είναι η εστίαση της ποιήτριας σε δύο σημεία του ανθρώπινου σώματος που αποτελούν το καθρέφτισμα της ψυχής, της καρδιάς και των συναισθημάτων: στα μάτια, «που δεν συνθηκολογούν, δεν υποκύπτουν, που κλείνουν για να δουν πιο καθαρά  τη συγκίνηση», και στο χαμόγελο «που μαγνητίζει, που αποτελεί σημάδι ελπίδας στη μεθόριο της ύπαρξης».
Εν ολίγοις η Ποίηση της Γαλάτειας Βέρρα κάνει πράξη αυτό που διατύπωσε ο ένας φιλόσοφος: Ποίηση δεν σημαίνει φαντασίωση. Η βαθύτερη υφή της ποίησης είναι να επιστρέφει στο ον, να μένει στο «ξέφωτο», εκείνο που φωτίζει ακριβώς τον άνθρωπο.
Αγαπημένη μας Γαλάτεια, σε ευχαριστούμε για το ταξίδι αυτό στην γαλήνια θάλασσα του ποιητικού σου κόσμου. Η ποίηση είναι λυτρωτική για όλους, ακόμη κι αν δεν είναι δημιουργοί της αλλά οι αποδέκτες της.
.

Ποιος μισεί...τον ευεργέτη του; Της Νατάσας Κοντολέτα



Ποιος μισεί...τον ευεργέτη του;

\
 Της  κ. Νατάσας Κοντολέτα  Δικηγόρου-Συγγραφέως

 
 Ας συλλογιστούμε το εξής σύνηθες, για τον ανθρώπινο βίο, «σκηνικό»…   
     Ξαφνικά η ζωή μας ανατρέπεται εξαιτίας ενός είτε λιγότερο, είτε περισσότερο επώδυνου γεγονότος που μας πλήττει είτε οικογενειακά, είτε προσωπικά, είτε επαγγελματικά, είτε οικονομικά, είτε ηθικά είτε και συνδυαστικά ακόμα σε σχέση με ορισμένα από τα προαναφερόμενα πλαίσια…
     Τι κάνουμε τότε;; Προσφεύγουμε σε κάποιο ή κάποια προσφιλή πρόσωπα τα οποία εμπιστευόμαστε απόλυτα και τα οποία έχουμε πολλές φορές συνδράμει ηθικά και υλικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά κατά τον παρελθόντα χρόνο, χωρίς ουδέποτε να περάσει από το μυαλό μας ούτε η πιο τυπική σκέψη ανταποδοτικότητας στο ελάχιστο… και φυσικά ούτε η πιο μικρή υποψία προδοσίας της συναισθηματικής μας αφοσίωσης και της προσωπικής μας εμπιστοσύνης…
     Και ιδού η απάντηση του προσώπου που πολλάκις ευεργετήθηκε από εμάς: όχι απλά στοιχειωδώς δεν μας συμμερίζεται ή προσπαθεί να δείξει την ελάχιστη κατανόηση, έστω και υποκρινόμενο, αλλά, προκειμένου να μας επιτείνει τον πόνο, μας κλείνει κάθε δίοδο οποιασδήποτε στοιχειώδους επικοινωνίας, πόσο μάλλον ελάχιστης ηθικής ή συναισθηματικής έστω στήριξης…, κοινώς «μας λακτίζει», ενώ εμείς μένουμε άναυδοι και συναισθηματικά ακόμα πιο φορτισμένοι, ερχόμενοι αναπόφευκτα αντιμέτωποι μ’ έναν έντονο ψυχικό πόνο που αδυνατεί να διαχειρισθεί ορθά η λογική μας σε συνδυασμό με την εμπειρία μας….
     Μετά από λίγο ανακάμπτουμε συναισθηματικά, μέσω των μηχανισμών άμυνας την ύπαρξη και τον τρόπο ενεργοποίησης των οποίων συχνά οι ίδιοι αγνοούμε και τις περισσότερες φορές ζητούμε ή μάλλον προσφεύγουμε στη Θεία βοήθεια, υποσχόμενοι ότι θα γίνουμε έμπρακτα καλύτεροι άνθρωποι στο μέλλον… Και ιδού η άμεση ανταπόκριση και η επενέργεια της Θείας Πρόνοιας…
     Εμφανίζεται ένα άτομο ή κάποια άτομα που ουδέποτε τα είχαμε ευεργετήσει, που ουδέποτε τους είχαμε δώσει «σημασία», που ουδέποτε είχαμε στοιχειωδώς επιδιώξει τον ελάχιστο κοινωνικό και διαπροσωπικό συσχετισμό μαζί τους και οι οποίοι, εντελώς αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη, μας συνδράμουν «λυτρωτικά»… Και όχι απλά μας συνδράμουν, αλλά μας στηρίζουν τόσο ανέλπιστα που αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι όλη αυτή η δοκιμασία ίσως, τελικά, να ήταν για το καλό μας…, αφού, όχι απλά απομακρυνθήκαμε από ψεύτικους ανθρώπους – με τυπικά προσωπεία εξασφάλισης μικρότερων ή μεγαλύτερων κάθε φορά συμφερόντων – , αλλά, επιπλέον και κυρίως, μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε αυθεντικούς ανθρώπους με ειλικρίνεια, δοτικότητα, μαχητικότητα και ήθος…
     Τα πράγματα αποκαθίστανται σιγά-σιγά, εμείς έχουμε οικειοποιηθεί αναπόφευκτα με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που μας ευεργέτησαν και όλα κυλούν ομαλά προς την πλήρη ανάταξη όλων των δεδομένων της εφησυχαστικής μας καθημερινότητας, τα οποία είχαν ανατραπεί…
     Ωστόσο, προς απογοήτευσή μας και εντελώς απροσδόκητα, «κάτι» αρχίζει  να μας ενοχλεί… Το πρόσωπο που μας ευεργέτησε δεν ήταν τόσο τέλειο όσο νομίζαμε.. Μας ενοχλεί «πάνω του» το α΄ το β΄ το γ΄…. στοιχείο ή χαρακτηριστικό! Η εικόνα του μας δημιουργεί μια κλιμακούμενη αρνητικά δυσαρέσκεια, ενώ οι αφορμές για διαπροσωπικές αντιπαραθέσεις και αψιμαχίες καθίστανται όλο και πιο συχνές μέσα στο πλαίσιο μιας διαγεγραμμένης πορείας απόλυτης σύγκρουσης και αντιπαράθεσης και μάλιστα με επιχειρήματα μη συγχωρούμενων λαθών του προσώπου ή των προσώπων των οποίων οι αρχές και το ηθικό τους υπόβαθρο μας έσωσαν σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής μας… Γιατί όμως;;; Τι συμβαίνει;;;
     Δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε αγνώμονες, ούτε άδικοι, θεωρώντας ότι μέσω κάποιας ευγενούς χειρονομίας – έκφρασης φιλοφρόνησης…. «έχουμε βγάλει την υποχρέωση» όπως συνήθως λέγεται… Και για να εκφραστώ πιο απλά και ταυτόχρονα πιο ακραία… «Εσύ μου σώζεις τη ζωή ή με γλυτώνεις από διάφορους κινδύνους και ο ίδιος ή η ίδια προσωπικά με ένα υπέροχο τραπέζι (γεύμα ή δείπνο) που σου προσφέρω ή με ένα δώρο «συμψηφίζω» την υποχρέωση…». Πλέον, η μονόπλευρη σωτήρια προσφορά του ευεργέτη μας έχει γίνει μια αμοιβαία συναλλαγή που έχει χάσει και κάθε νόημα… για περαιτέρω συγχρωτισμό.
     Άλλωστε έχουμε επιχειρήματα… Μου έκανες αυτό…, μου έκανες εκείνο… Εκείνη την ημέρα μου είπες αυτό και με πρόσβαλες ή μείωσες την αξιοπιστία της προσωπικότητάς μου και άλλα συναφή… Εκτός αυτού, δεν έπραξες το γ’, το δ’ κ.λ.π…. Τελειώσαμε… Η αγανάκτηση μας πνίγει….
     Το εντελώς παράδοξο το οποίο ακολουθεί στο εν λόγω περιγραφόμενο «σκηνικό»» είναι ότι επιζητούμε μια «αυθόρμητη» ή και τυχαία συνάντηση ή επιδιώκουμε ασυναίσθητα ή και συνειδητά ακόμα να συγχρωτισθούμε με το πρόσωπο που κάποτε μας είχε τόσο βάναυσα απορρίψει, εάν και είχε ευεργετηθεί από εμάς και αρχίζουμε να του περιγράφουμε «τον πόνο μας», δηλαδή την απογοήτευση που βιώνουμε απ’ αυτόν που μας ευεργέτησε και μάλιστα αφηγούμενοι τα «μεταφραζόμενα» στο μυαλό μας ως ατυχή δεδομένα, αφού φυσικά έχει απέλθει πλέον η δύσκολη συγκυρία με την οποία βρεθήκαμε αντιμέτωποι….
     Το πρόσωπο που μας είχε απορρίψει και μας είχε φερθεί απάνθρωπα και σκληρά, μας συμμερίζεται πλήρως τώρα, βρίσκει δίκαιο στα επιχειρήματά μας και κυρίως, λόγω της ουδετερότητάς του στην εν λόγω σχέση, μέσα από τις αφηγήσεις μας, επισημαίνει και άλλα τρωτά σημεία που είχαν διαφύγει της προσοχής μας και τα οποία θα πρέπει να μας «εξεγείρουν» περισσότερο έναντι του προσώπου που μας  ευεργέτησε… «Ευτυχώς που μας τα επεσήμανε…», σκεφτόμαστε… Ακολούθως και οι δυο μαζί στρεφόμαστε κατά αυτού που μας έσωσε….
     Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά εμείς αισθανόμαστε ότι έχουμε δίκαιο. Μπορεί να μας έσωσε το συγκεκριμένο πρόσωπο τότε, τη δύσκολη συγκυρία όπου όλοι οι άλλοι μας εγκατέλειψαν, αλλά …, τώρα η συμπεριφορά του είναι «ενοχλητική» και τα επιχειρήματά μας βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία, του τύπου «με στραβοκοίταξε ο σκύλος του και μου νιαούρισε περίεργα η γάτα του» !!!
     Ο πρώην ευεργέτης «απορρίπτεται» από τον διαπροσωπικό μας ορίζοντα, πολλές φορές σχολιάζεται και συκοφαντείται και εμείς αγκαλιάζουμε το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είχαν ευεργετηθεί από εμάς, αλλά όταν, για μια και μόνο φορά, προσφύγαμε σε αυτά, μας φέρθηκαν με ασύλληπτη σκληρότητα…. «Δεν βαριέσαι», «ας τα ξεχάσουμε όλα» – τους συγχωρούμε –  «άνθρωποι είναι…». «Ίσως δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης μας, ίσως αντιμετώπιζαν κάποια δικά τους προβλήματα το δεδομένο χρονικό διάστημα…, ας δώσουμε μια ακόμα ευκαιρία στη σχέση ή στη φιλία μας ή στην κοινωνική μας συναναστροφή…, τώρα, άλλωστε, που όλα στην καθημερινότητά μας ανέκτησαν την προηγούμενη (φαινομενική) τους ισορροπία…».
     Απίστευτο… και όμως τόσο συχνά διαπραττόμενο…
     Γιατί συγχωρούμε αυτόν που εντελώς άπονα «μας εγκατέλειψε στην τύχη μας» και αδιαφόρησε πλήρως την ώρα της μέγιστης ανάγκης μας και στρεφόμαστε εναντίον αυτού που μας ευεργέτησε και αναπόφευκτα οικειοποιήθηκε μαζί μας μέσω μιας ουσιαστικής διαπροσωπικής σχέσης που δεν βασίζεται σε τυποποιημένες μορφές συμπεριφοράς συχνά υποκριτικής, αλλά στην αυθεντικότητα των συναισθημάτων και στην ανεπιτήδευτη γενναιοδωρία;;;
     Γιατί αυτήν την οικειοποίηση τη μεταφράζουμε σε εχθρικότητα και μάλιστα μέσω ανόητων αφορμών;;;
     Τι μας ενοχλεί τελικά; ο διαφορετικός τους χαρακτήρας;  η δύναμη και η πηγαία θέληση να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν υπολογίσει τα ενδεχόμενα οφέλη και τις αντίστοιχες απώλειες από μια τέτοια ενέργεια;;; Οι απόψεις πολλές και οι απαντήσεις διάφορες, μέσα από το πρίσμα διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων και επιχειρημάτων ηθικής, ψυχολογικής – ψυχιατρικής, κοινωνιολογικής και  θρησκευτικής ερμηνείας…
     Μήπως, τελικά, αυτό το μεγαλείο που αποπνέουν οι δοτικοί συνάνθρωποί μας, όντας ευγενείς και γενναιόδωροι συναισθηματικά αγγίζει τις εσωτερικές μας ανασφάλειες;
     Μήπως αισθανόμαστε αδύναμοι και ελλειμματικοί, θεωρώντας ότι στερούμαστε της εσωτερικής ικανότητας και της ψυχικής δύναμης να προσφέρουμε αντίστοιχα και εμείς…. κάτι τόσο όμορφο, τόσο τρυφερό, τόσο σωτήριο, τόσο άυλο και όμως τόσο λυτρωτικό, ευγενές και μοναδικό;;;
     Μήπως δεν έχουμε δυστυχώς συνειδητοποιήσει ότι όλοι μας διαθέτουμε χαρίσματα και ικανότητες, οι οποίες δεν συνιστούν συγκρινόμενα – ανταγωνιστικά μεγέθη κοινωνικής προβολής – επιβολής, ενώ, ταυτόχρονα, σκιαγραφούν το μεγαλείο της μοναδικής μας προσωπικότητας, το οποίο οι ίδιοι «κατασπαράζουμε» υιοθετώντας ατυχώς τα προβαλλόμενα πρότυπα στάσης ζωής και υλικού ευδαιμονισμού, τα οποία αναιρούν κάθε θετική μας προαίρεση, «εκμηδενίζουν» κάθε αγνό μας συναίσθημα και κάθε πρόθεση δημιουργικότητας και αναζήτησης της ευχαρίστησης κάθε στιγμή της ζωής μας που δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω, εγκλωβίζοντάς μας στην περιδίνηση των παθών μας και μόνο;;;
    Ερωτήματα που ο καθένας και η καθεμία από εμάς θα πρέπει να θέσει με πολύ αυστηρότητα προς τον εαυτό του/της, αντίστοιχα.
    Την επόμενη φορά που θα νιώσουμε θυμό ή απογοήτευση ενθυμούμενοι κάποια γεγονότα ή «ελαττώματα» – ανόητες αφορμές σε σχέση με το πρόσωπο που μας ευεργέτησε, όταν όλοι οι άλλοι προέβαλαν λογικοφανή επιχειρήματα αποχής από κάθε στοιχειώδη έννοια ανθρώπινης συμπόνιας ή επικαλούνταν ευφάνταστες δικαιολογίες ή επέδειξαν παράλογη αναλγησία, ΑΣ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ότι συχνά φαντάζει «άψογο»… οτιδήποτε στέκεται μακριά μας και είναι απρόσιτο στην ουσία του…  
     Όποιος αυθόρμητα και ασυναίσθητα και χωρίς δεύτερη σκέψη μας παρέχει μαθήματα ηθικής ανωτερότητας θα πρέπει, τουλάχιστον, να του αποδίδουμε τον πρέποντα σεβασμό και την αντίστοιχη ευγνωμοσύνη, εάν δεν θέλουμε να απολέσουμε κάθε έννοια αυτοσεβασμού και να στερηθούμε συνειδητά κάθε ευκαιρία θετικού παραδειγματισμού και προσωπικής αυτοπραγμάτωσης, που δεν στηρίζεται στην ωμότητα μιας εμπορικής συναλλαγής, καμουφλαρισμένης ως κοινωνικής ή φιλικής συναναστροφής, η οποία, αλλοίμονο, σπάνια φέρει το χαρακτήρα της αμφίδρομης πορείας (επί ίσοις όροις), αλλά στην ουσία της υποκρύπτει τη στυγνή εκμετάλλευση της μιας ανθρώπινης οντότητας από την άλλη… σε κάθε εποχή, σε κάθε κοινωνικό συσχετισμό, σε κάθε επαγγελματικό χώρο, σε κάθε ηλικιακό στάδιο…
    Άλλωστε, μια απλή αναζήτηση της ετυμολογίας της λέξης «ευεργέτης» θα μας λύσει εύκολα όλες τις απορίες: ευ+ έργον= το καλό έργο!


Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ Ι.ΒΕΡΡΑ



ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

 ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Σας προσκαλούμε να παραστείτε στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής  της Γαλάτειας Ι. Βέρρα


«ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗ ΑΦΗ»
Εκδόσεις; Γαβριηλίδης


Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί αύριο 7η Φεβρουαρίου 2018
και ώρα 7.30 μμ στην αίθουσα του Αναγνωστηρίου της
Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Οι Φιλόλογοι:
ΜΑΡΙΑ ΨΑΧΟΥ, ΝΟΤΑ ΜΗΛΙΩΝΗ ΚΑΙ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την εκδήλωση θα προλογίσει και θα  συντονίσει ο  Πρόεδρος  της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεωνίδας  Γ. Μαργαρίτης.

Η παρουσίας σας θα μας τιμήσει ιδιαιτέρως.


TA ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


ILIAZ  BOBAJ
Αλβανός  Συγγραφέας, Ακαδημαϊκός.  


TA  ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, Λεωνίδα  Μαργαρίτη
Αξιότιμοι φίλοι, κυρίες και κύριοι !

Παρότι τόσο κοντά ο ένας στον άλλο γεωγραφικά, πολλές φορές μας χώριζαν τα κρατικά συρματοπλέγματα που στόχευαν μεταξύ των άλλων, να κρατήσουν τους συγγραφείς και τους ποιητές μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Αλλά, αν και κατάφεραν να τους κρατήσουν μακριά, η λογοτεχνία ξεπερνούσε πάντα τα συρματοπλέγματα και ήταν παρούσα στις γειτονικές μας χώρες. Η λογοτεχνία δε γνώρισε ποτέ σύνορα. Τα παραβίαζε και περνούσε απ’ τη μια χώρα στην άλλη. Ενώ πριν από δύο δεκαετίες, τα κρατικά μας σύνορα ήταν απροσπέλαστα, λογοτεχνικά σύνορα δεν υπήρξαν ποτέ. Και αυτό συνέβαινε διότι η λογοτεχνία, από τη φύση της, είναι τελείως ανεξάρτητη. Ή, καλύτερα, τείνει πάντα προς την ανεξαρτησία. Δεν ανέχεται όρια. Και αυτό συμβαίνει διότι αυτή φέρει πανανθρώπινα μηνύματα, τα οποία γνωρίζουν μόνο ένα σταθμό: την ανθρώπινη ψυχή. Και η ψυχή δεν έχει όρια. Είναι αυτός ο λόγος που οι παγκόσμιες κορυφές της λογοτεχνίας: ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Αίσωπος, μαζί τους η Σαπφώ και ο Αλκαίος, μεγάλοι ποιητές της αρχαιότητας και αργότερα ο Σολωμός, ο Παλαμάς, Καβάφης, ο Μυριβήλης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καζαντζάκης, Ρίτσος και άλλοι μετέπειτα, ήταν πάντα παρόντες στις αλβανικές βιβλιοθήκες, διότι γνώριζαν να αγγίζουν τις ψυχές των ανθρώπων, μιλώντας στους Αλβανούς με την ίδια φιλοσοφία που μιλούν και στους Έλληνες και σε άλλους, έτσι όπως ήταν παρόντες στην Ελλάδα, ο μεγάλος εθνικός μας ποιητής Ναϊμ Φράσερι, ο οποίος αφού αποφοίτησε από τη Ζωσιμαία σχολή των Ιωαννίνων, έγραψε στα ελληνικά το πρώτο του έργο: «Ο αληθής πόθος των Σκιπετάρων». Έτσι, καθώς ήταν παρόντες ο Σαϊμ Φράσερι, ο Μιγκένι, ο Κανταρέ, υποψήφιος πάνω από μία δεκαετία για το βραβείο Νόμπελ, ο Γκέργκι Φίστα, ( ο καλός φίλος του Κωστή Παλαμά), ο Λασγκούς Ποραντέτσι, ο Μαρτίν Τσάμαϊ, ο Ντριτερό Αγκόλι, ο Αλί Ποντρίμια, ο Τζεβαϊρ Σπαχίου κ.α.
Εντωμεταξύ, άλλοι ποιητές και συγγραφείς από τις χώρες μας, εξακολουθούν να επισκέπτονται τους γείτονές τους και όχι μόνο ο ποιητές των δύο χωρών μας, αλλά και όλου του κόσμου, ήταν πάντα παρόντες. Και θα είναι πάντα. Είναι η οικουμενική τάση της λογοτεχνίας, η οποία με τη γλώσσα της, ζητάει να επικοινωνεί με όλον τον κόσμο.
Εάν θα αναφερόμουν στις σημερινές απόψεις, συμπεριλαμβάνοντας και αυτές του μεγάλου μας σύγχρονου συγγραφέα, Ισμαήλ Κανταρέ, και όχι μόνο, θα επισήμανα ότι υπάρχουν δύο απόψεις για τη λογοτεχνία. Η μία, η πιο παλιά, είναι ότι η λογοτεχνία, όπως όλες η τέχνες, μπορεί να κάνει θαύματα στον κόσμο. Η άλλη άποψη, η σύγχρονη, είναι ότι η λογοτεχνία και οι τέχνες μπορούν να εξυπηρετήσουν μόνο τον εαυτό τους. Μόνο που αυτές οι δυο απόψεις δεν είναι κάθετες και απόλυτες. Ας αναφερθούμε στον Ορφέα, ο οποίος έχει αποκληθεί «ο πιο μυστηριώδης μύθος της ανθρωπότητας». Αυτή η μυθική μορφή σχετίζεται άμεσα με το χώρο της τέχνης. Ο Ορφέας, με την τέχνη του, πλησίασε όσο κανένας άλλος το ακατόρθωτο.
Η άποψή μου για τη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν ταυτίζεται ούτε με την πρώτη, ούτε με τη δεύτερη. Σαν συγγραφέας και ποιητής δεν απορρίπτω τη μία άποψη για χάρη της άλλης. Ως ποιητής, μου αρέσει και το θαύμα, και η αλήθεια. Και επειδή η λογοτεχνία και οι τέχνες εξευγενίζουν τον άνθρωπο και τον ωθούν προς την τελειότητα, θα επισήμανα, ότι, εάν η λογοτεχνία τείνει να κάνει θαύματα, τα θαύματα αυτά ωφελούν τον άνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό, η λογοτεχνία δεν είναι το παν, ούτε δημιουργεί τα πάντα, αλλά ό,τι δημιουργεί δε μένει μόνο στο χώρο της. Η λογοτεχνία ως τέχνη, στην ουσία, ήταν και παραμένει ανεξάρτητη. Ο λόγος για τον οποίο παραμένει τέτοια, είναι ότι η εξάρτηση, και οι περιορισμοί θα ήταν μοιραίοι γι αυτή.
Η λογοτεχνία ως τέχνη πρέπει να είναι ελεύθερη. Εδώ και πολύ καιρό η λογοτεχνία είναι γνωστή με τον πολυσήμαντο όρο «Δημοκρατία των Γραμμάτων». Όχι άδικα ονομάζεται έτσι. Αυτή η «Δημοκρατία των Γραμμάτων» διαθέτει όλο το οπλοστάσιο της δημιουργίας και της άμυνας. Ένας Γερμανός ρομαντικός ποιητής παρομοιάζει τα τρίστιχα του Δάντη Αλιγκιέρι με απειλητικά ακόντια και σύνεργα βασανιστηρίων για της βεβαρημένες από τα ανομήματα συνειδήσεις. Κάποιος, για τη «Βένερα» (Αφροδίτη) του Τιτσιάνο έχει πει ότι το έργο αυτό ταρακούνησε την εξουσία των πάπων περισσότερο και από τις εξεγέρσεις των δούλων. Ναι, λοιπόν, αυτή η «Δημοκρατία των Γραμμάτων» δεν είναι τόσο εύκολη όσο μπορεί να τη φανταστεί κανείς. Φυσικά, η λογοτεχνία, παρ’ όλη την ανεξαρτησία της σχετίζεται με τη ζωή. Και ως τέτοια, εξαρτάται απ’ αυτή. Η σύγχρονη άποψη είναι ότι η λογοτεχνία και οι τέχνες εξαρτώνται μέχρι ενός βαθμού απ’ τη ζωή. Οπότε, συμπεραίνουμε ότι η λογοτεχνία όπως και οι άλλες τέχνες ακολουθούν γενικά την ανεξαρτησία τους παράλληλα με τη ζωή. Ουσιαστικά, η λογοτεχνία και οι τέχνες, εφόσον αφενός τείνουν στην ανεξαρτησία τους και αφετέρου σχετίζονται με τη ζωή, έστω και εν μέρει, βρίσκονται σε συνεχή σύγκρουση με την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι ότι, στην ουσία, η λογοτεχνία έχει βγει νικήτρια απ’ αυτές τις συγκρούσεις, σε κάθε επίπεδο, ανεξαρτήτως απωλειών και στασιμοτήτων σε κάποιες περιόδους. Το γεγονός αυτό δηλώνει την αριστοτεχνία της. Ο συγγραφέας Πάμπλο Φουέντες γράφει: « Ο πολιτισμός είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας». Όντας σημαντικό μέρος του πολιτισμού, και η λογοτεχνία είναι και θα παραμείνει πρωταγωνίστρια της ιστορίας.
Η λογοτεχνία μας, την περίοδο της κομουνιστικής διδακτορίας, η οποία δεν διέφερε πολύ από τις άλλες διδακτορίες, αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες. Υπέστη ουκ ολίγες απώλειες, αλλά εκείνη που έχασε τελικά τη μάχη ήταν η διδακτορία. Η λογοτεχνία βγήκε νικήτρια. Όμως, οι επιθέσεις κατά της λογοτεχνίας και των άλλων τεχνών δεν έχουν σταματήσει ποτέ. Η λογοτεχνία και η τέχνη δεν έχουν επιτεθεί ποτέ σε κανέναν. Μόνο έχουν δεχτεί επιθέσεις.    
Ο Διονύσιος, ο τύραννος των Συρακουσών, κάλεσε κοντά του τον ποιητή Φιλόξενο και του διάβασε μερικά από τα ποιήματά του. Ο Φιλόξενος είπε με παρρησία τη γνώμη του ότι δεν του άρεσαν. Ο τύραννος τον φυλάκισε στα λατομεία των Συρακουσών. Γρήγορα όμως μετάνιωσε και τον αποφυλάκισε. Μια άλλη φορά τον ξανακάλεσε και του διάβασε πάλι κάποια ποιήματα που είχε γράψει. – Πώς σου φαίνονται; -τον ρώτησε. Ο Φιλόξενος κοίταξε προς τους φρουρούς του Διονυσίου και τους είπε: «Ξαναγυρίστε με στα λατομεία!».
Τη λογοτεχνία δε την βλάπτουν μόνο οι δικτάτορες, οι οποίοι την αποκαλούν «όπλο για τη διαπαιδαγώγηση των μαζών», φυσικά, για τους δικούς τους σκοπούς. Μερικοί τη βλάπτουν και άθελά τους. Ακόμα και οι ίδιοι οι συγγραφείς και οι ποιητές. Όχι απλά με έργα χαμηλής ποιότητας, αλλά περισσότερο αναδείχνοντας τις υποαξίες και τις αντιαξίες.
Κατά τη γνώμη μου, σήμερα η «αχίλλειος πτέρνα» της λογοτεχνίας είναι η υπερεκτίμηση και η υποκριτική στάση απέναντι της. Κάπου σ’ ένα από τα βιβλία μου γράφω: « Ο ανάξιος έπαινος μοιάζει με έναν μεγάλο σακί γεμάτο άχυρα, χωρίς κόκκους, γι’ αυτό χαρίζεται εύκολα στους άλλους». Οι δωρητές αυτού του μεγάλου σακιού με άχυρα, είναι σήμερα, δυστυχώς, περισσότεροι από ποτέ άλλοτε. Έτσι, ενώ συγκρούεται με την πραγματικότητα, έστω και όχι σε ευρύ μέτωπο, έστω και κατά διαστήματα, η λογοτεχνία, δυστυχώς, εξακολουθεί να συγκρούεται και με τους δημιουργούς της, έστω και άθελά τους. Αλλά, οπωσδήποτε της ανοίγει ένα νέο μέτωπο. Και οι δυσκολίες αυξάνουν.
Υπάρχει η σκέψη ότι το μέλλον της λογοτεχνίας ανήκει στον πεζό λόγο και ότι η ποίηση, η προαιώνια κόρη της, μπορεί ολίγον κατ’ ολίγον να σβήσει. Τη σκέψη αυτή την εκφράζουν κυρίως κάποιοι κριτικοί. Οι μεγαλύτεροι σύγχρονοι συγγραφείς είναι της γνώμης ότι η ποίηση δεν μπορεί να σβήσει τόσο εύκολα. Η άποψή μου είναι ότι η ποίηση, θα ζήσει πολύ, πάρα πολύ. Και υπάρχουν επιχειρήματα γι αυτό. Από την άλλη, έχω τη γνώμη ότι, ενώ οι μορφές της θα εξελιχτούν, η ουσία της δεν θ’ αλλάξει ποτέ. Θα μου άρεσε να διευκρινίσω τη σκέψη μου με μία παρομοίωση. Εάν η λογοτεχνία είναι ένα δέντρο, ο πεζός λόγος είναι τα φύλλα του και η ποίηση τα άνθη του. Και οι δύο ομορφαίνουν το δέντρο της λογοτεχνίας. Και οι δύο είναι απαραίτητες   Εξάλλου, η ποίηση σήμερα έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις. Και εξακολουθεί να λαμβάνει αποδεικνύοντας έτσι την τάση της εξέλιξής της. Και, έχοντας υπόψη και το σημαντικό μερίδιο που κατέχει στην αισθητική ικανοποίηση των ανθρώπων, συμπεραίνουμε ότι συνεχώς κερδίζει έδαφος. Από τον πρώτο λυρικό ποιητή, τον Αρχίλοχο από την Πάρο (τον έβδομο προ Χριστού αιώνα) και μέχρι σήμερα η ποίηση γνώρισε συνεχή ανάπτυξη. Όπως και η λογοτεχνία γενικά. Η ποίηση, αυτή η ωραία κόρη της λογοτεχνίας στο πέρασμα των αιώνων έγινε ωραιότερη.
Ως άνθρωπος της τέχνης, αισθάνομαι όχι μόνο τιμή που ανήκω στον κόσμο της λογοτεχνίας, αλλά έχω και την ατράνταχτη πεποίθηση ότι το κάστρο της δεν θα πέσει ποτέ. Εμείς, οι συγγραφείς και οι ποιητές, μπορούμε να κατορθώσουμε μόνο δύο, πλην πολύ σημαντικά πράγματα: να κάνουμε την λογοτεχνία πιο ισχυρή με τη δημιουργικότητά μας και να την υπερασπιστούμε από τις άδικες επιθέσεις.
Όλες οι άλλες απόψεις, κατά τη γνώμη μου, στην ουσία, τείνουν να κλείνουν τα σύνορα της λογοτεχνίας.
Σας ευχαριστώ πολύ !
Με την εκτίμησή μου.