Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΟΦΙΑΣ ΒΑΣ.ΚΑΥΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΔΙΑΚΙΔΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΛΑΟΥ ΠΑΤΡΏΝ



                                             «ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΗΘΗ 
ΟΠΩΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ»

                                     Ομιλία Σοφίας Καυκοπούλου


                              (Διακίδειο Σχολή Λαού Πατρών, 10 Νοεμβρίου 2018)
Οι τέσσερις χρονογράφοι τής Άλωσης, όπως είναι διαδεδομένο να λέγονται, ήτοι οι Δούκας, Κριτόβουλος, Σφραντζής και Χαλκοκονδύλης, έχουν μελετηθεί από πολλούς ερευνητές. Τα έργα τους είναι οι κυριότερες πηγές μας για το πρώτο μισό τού 15ου αι. Δεν είναι οι μόνοι που έγραψαν σχετικά την Άλωση, αλλά οι μαρτυρίες τους είναι οι πιο κοντινές στα τεκταινόμενα.
Τί είναι όμως τα Χρονικά; Πρόκειται για έργα που αφηγούνται γεγονότα με αυστηρή γραμμική χρονολόγηση, από μία αρχή, έως κάποιο τέλος. Μπορεί να είναι έμμετρα ή πεζά, ενώ δεν είναι εξακριβωμένη η ιστορική τους αξία, πέραν των στοιχείων που συνεπάγονται από όσα αφήνει ο συγγραφέας να διαφανούν. Πολλές φορές, ερχόμενα στα χέρια κάποιου άλλου, η αφήγηση προχωρά, ενώ μπορεί να υποστούν και κάποια περεταίρω επεξεργασία όσον αφορά την γλώσσα, την μορφή, ενδεχομένως κάποιες προσθήκες κ.λπ. Η συγγραφή Χρονικών, υπήρξε πάντοτε προσφιλής συνήθεια των ανθρώπων, για να διασώσουν πληροφορίες για γεγονότα που έζησαν ή για τα οποία άκουσαν από άλλους. Ιδιαιτέρως στον Μεσαίωνα, ήσαν δημοφιλή και έχουν σωθεί αρκετά, στα οποία μπορούμε να βρούμε πρότυπα από αρχαιοελληνικά Χρονικά. Πολλάκις, η συγγραφή Χρονικών ανατίθετο ως εργασία σε κάποιους λογίους, με σκοπό την απαθανάτιση κατορθωμάτων βασιλέων, ηρώων κ.ά.
Αν και η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε συρρικνωθεί πολύ νωρίτερα, ήδη από το 1204, έτος κατά το οποίο οι Λατίνοι άλωσαν την Πόλη και η αυτοκρατορία είχε κατακερματιστεί στα γνωστά μας κρατίδια, Νίκαιας, Τραπεζούντας, Ηπείρου και Μυστρά, το ελληνικό στοιχείο, σε αυτούς τούς ύστερους αιώνες, είχε γίνει πλέον παραπάνω από εμφανές. Η Παλαιολόγεια Αναγέννηση βρισκόταν σε έξαρση και η ελληνικότητα είχε αρχίσει να γίνεται συνείδηση, αποκομμένη πλήρως από την παλαιότερη ταύτιση με την ειδωλολατρία.
Η οθωμανική κατάκτηση, η οριστική Άλωση τής Ορθοδόξου Ανατολής, βρήκε την Δύση σε θέση θεατή, μη δυνάμενου να κατανοήσει την ρότα των γεγονότων, και την ίδια την Ανατολή σε θέση αμυνόμενου πολεμιστή με συναίσθηση τής αδυναμίας του. Φυσικά, στα ταραγμένα γεγονότα που προηγήθησαν τού 1453, αλλά και στα μετέπειτα, πολλές ήσαν οι γνώμες που διατυπώθησαν από τις σημαίνουσες προσωπικότητες τού καιρού, γνώμες που πολλάκις συγκρούοντο μεταξύ τους, καθώς ο καθένας εξέφραζε το κατά το δοκούν ωφέλιμο για την σωτηρία τού έθνους, τού κράτους, τής παιδείας, τής πίστεως και τού εν γένει πολιτισμού που χαρακτήριζε το χωροχρονικό πλαίσιο των γεγονότων.
Δίνοντας κάποια στοιχεία για τους συγγραφείς που μάς ενδιαφέρουν, σκιαγραφούμε πρωτίστως την προσωπικότητα, τη θέση και το ρόλο που διαδραμάτισαν.
Ο Δούκας, δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε, ούτε το όνομά του. Φαίνεται να έζησε μεταξύ 1400 έως 14701. Εικάζεται πως λεγόταν Μιχαήλ, καθώς αυτό ήταν το όνομα τού παππού του, ο οποίος ετάχθη με το μέρος τού Ιωάννη Στ’ Καντακουζηνού, κατά  τις εμφύλιες διαμάχες τού 1341-1347, αιχμαλωτίστηκε μάλιστα από τον Αλέξιο Απόκαυκο, όμως η δολοφονία τού Απόκαυκου έδωσε την ευκαιρία στον Μιχαήλ Δούκα, να δραπετεύσει μεταμφιεσμένος σε μοναχό και να ζητήσει  άσυλο στον Οθωμανό εμίρη τής Εφέσου, παραμένοντας στην Αυλή του κατά πάσα πιθανότητα ως γιατρός2. Συνεπώς, μεταξύ των Δουκών  και τού εμίρη, δημιουργείται μία σχέση φιλική, ενώ οι Δούκες, ανάγονται σε σημαντικούς μεταφραστές των Οθωμανών με τούς Ιταλούς εμπόρους.
Τα λιγοστά στοιχεία που έχουμε για τον Δούκα, είναι όσα ο ίδιος αφήνει να φανερωθούν, από το ίδιο το κείμενό του. Ουσιαστικά, ο Δούκας σχολιάζει τα τεκταινόμενα κατά τα πρώτα 60 χρόνια τού 15ου αι.. Ο Δούκας γνωρίζει και τις τρεις βασικές γλώσσες τής εποχής του, ελληνικά, ιταλικά και τουρκικά. Η σταθερά γύρω από την οποία πλέκει την αφήγησή του, είναι ο χριστιανισμός, ο οποίος θα έπρεπε κατά την γνώμη του να ενωθεί σε Ανατολή και Δύση3.
Γύρω στα 1421, ο Δούκας από την Μυτιλήνη, ήταν γραμματέας τού Γενουάτη Adorno4. Αργότερα, στα 1451, ενώ βρίσκεται στην υπηρεσία των Gattelousi στην Λέσβο5, πηγαίνει στην Αδριανούπολη. Η Άλωση, απετέλεσε για τον ιστορικό, ένα γεγονός ανάλογο με την πτώση τής Ιερουσαλήμ στα 576 π. Χ., γεγονός το οποίο θρηνεί, έχοντας βαθειά γνώση τής Βίβλου6. Κατά την διάρκεια τής Άλωσης, δεν βρισκόταν ο ίδιος στην Πόλη, ενώ οι περιγραφές του βασίζονται σε στοιχεία που συνέλεξε από αυτόπτες μάρτυρες, τόσο Έλληνες όσο και Τούρκους7.
Ένα γεγονός που προκάλεσε ιδιαίτερη λύπη στον Δούκα, είναι η κατάληψη τής Νέας Φώκαιας από τούς Οθωμανούς, ενώ ο ίδιος παραμένει στην Μυτιλήνη, έως και το 1462, έτος κατά το οποίο ο Μωάμεθ ο Πορθητής καταλαμβάνει τη νήσο8. Ο Δούκας μάλιστα, εστάλη από τον ηγεμόνα τής νήσου, προς υποδοχή τού σουλτάνου με πλούσια δώρα9, ενώ ετοίμασε και πολυτελές δείπνο για εκείνον10.
Η μαρτυρία τού Δούκα έχει μεγάλη ακρίβεια και αξιοπιστία, καθώς πέραν τού προσωπικού χαρακτήρα τής αφηγήσεως, τα γεγονότα που περιγράφει είναι πραγματικά και οι λεπτομέρειες που δίνει, είναι ορθά και λογικά διατυπωμένες. Ιδίως όσον αφορά στα γεγονότα τού 15ου αι.. Οι Οθωμανοί Τούρκοι, παρουσιάζονται ως μία νομαδική φυλή, η οποία θέλει να αφομοιώσει και εξουδετερώσει το ελληνικό στοιχείο. Για εκείνον, η εθνική ανεξαρτησία είναι ζήτημα υψίστης σημασίας, ενώ η φιλενωτική στάση του, υπήρξε αποτέλεσμα τής πεποίθησής του για κοινούς δεσμούς Ανατολής – Δύσης.
Η αφήγηση τού Δούκα κινείται σε δύο αντιθετικούς αλλά τεμνόμενους άξονες. Αφ’ ενός εξιστορεί την άνοδο των Τούρκων, αφ’ ετέρου μιλά για την σταδιακή συρρίκνωση τής Αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι είναι διαρκώς άρπαγες και άνθρωποι δίχως εντιμότητα, ενώ οι Ρωμαίοι, ο χυδαίος όχλος, όπως επανειλημμένως τονίζει, δεν έχουν σθένος και αποφασιστικότητα. Στέκεται με συμπάθεια απέναντι στην φιγούρα τού τελευταίου Παλαιολόγου, τού Κωνσταντίνου, -παρ’ ό, τι δεν τον θεωρεί αυτοκράτορα των Ρωμαίων-, για το γεγονός ότι αμύνθηκε έως το τέλος υπέρ τού Κράτους11. Όσον αφορά τον Μωάμεθ, σε όλο το έργο του, τον χαρακτηρίζει ως τύραννο.
Ο λόγος του ιστοριογράφου είναι γεμάτος λυρισμό με έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις, ενώ το ύφος του, πολλές φορές θυμίζει τραγωδία, πλέκοντας με δεξιοτεχνικό τρόπο τα συναισθήματα που προκαλεί κάθε γεγονός, τις εικόνες με έντονη συγκινησιακή φόρτιση και με κορύφωση τον θρήνο για την πτώση τής Πόλεως12. Παρατηρείται μάλιστα χρήση παρομοιώσεων, με αναφορές τόσο σε χριστιανικά πρότυπα και χωρία των Γραφών13, όσο και σε πρόσωπα τής ελληνικής μυθολογίας, τα οποία συμπλέκονται στην διήγηση, με τις αναφορές στους Οθωμανούς14. Γίνεται φανερό πως η ιστοριογραφία τού Δούκα έχει ως πρότυπο έργα δραματικά, τόσο στις περιγραφές, όσο και στον περιβάλλοντα χώρο που δημιουργεί. Ακόμη, όσον αφορά στις προσωπικότητες τού βασιλέως Κωνσταντίνου και τού σουλτάνου Μωάμεθ, παρουσιάζεται ο μεν πρώτος ως γενναίος υπερασπιστής τού ελληνικού στοιχείου, ο μεν δεύτερος ως καταστροφέας αυτού.
Ο φόβος τού Δούκα είναι διάχυτος και σχετίζεται με την τρομακτική σκέψη πως η πνευματικότητα τού Χριστιανισμού θα υποταχθεί στην σαρκολατρεία τού Ισλάμ. Εξηγείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, το γιατί ο συγγραφέας θρηνεί για τα λείψανα των αγίων, περισσότερο απ’ ό, τι για την υποδούλωση τού λαού15. Ο Δούκας αποστρέφεται τα ερωτικά ήθη των Οθωμανών, τα οποία θεωρεί ότι με την ελευθεριότητά τους θα πλήξουν τα ήθη των Ρωμαίων. Η Κωνσταντινούπολη είναι το κέντρο τής ιστορίας του, όμως πλέον βρίσκεται σε ξένα χέρια. Μετά το 1453, δεν αναφέρεται ξανά σε αυτήν, ενώ το κέντρο ενδιαφέροντος μετατίθεται στην Πελοπόννησο.
Ο Κριτόβουλος, ο επονομαζόμενος Ίμβριος, καταγόταν από αρχοντική οικογένεια τής Ίμβρου, ενώ το πραγματικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Κριτόπουλος. Το πιθανό έτος γεννήσεώς του, μπορούμε να τοποθετήσουμε στην δεκαετία 1400-1410. Ως έφηβος, βρέθηκε κατά πάσα πιθανότητα στην Κωνσταντινούπολη, όπου έλαβε σπουδαία μόρφωση. Διατηρούσε μάλιστα σχέσεις, με πολλούς λογίους τής εποχής του, όπως ο Γεώργιος Σχολάριος, μετέπειτα πατριάρχης Γεννάδιος Β’, ο Ιωάννης Ευγενικός, ο Γεώργιος Αμοιρούτζης, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός.
Ο Κριτόβουλος κατείχε το αξίωμα τού ύπατου αρμοστή τής Ίμβρου, από το 1456 έως το 1460 τουλάχιστον, κατ’ εντολή τού σουλτάνου16. Μετά την κατάκτηση τού νησιού από τούς Βενετούς, στα 1466, φαίνεται πως μετοίκησε στην Πόλη, ζώντας εκ τού σύνεγγυς την επιδημία πανώλης τού 1467. Τελευταία απόδειξη ότι ήταν ζωντανός, είναι στα 1467/8, όταν τού έστειλε μία επιστολή ο Γεώργιος Αμοιρούτζης. Το έργο τού Κριτόβουλου, απαρτίζεται από πέντε βιβλία, στα οποία εξιστορούνται τα γεγονότα των ετών 1451-1467. Ο ίδιος ο συγγραφέας, προβάλλει έντονα την πεποίθηση πως βρίσκεται σε ένα ιστορικό μεταίχμιο, ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, μία αυτοκρατορία που περνά σε άλλα χέρια. Κεντρικός ήρωας τού έργου, είναι ο Μωάμεθ ο Πορθητής.
Η εξιστόρηση τού Κριτόβουλου αρχίζει από το έτος 1451, όταν ο Μωάμεθ ανεβαίνει στον θρόνο. Το έργο άλλως τε, είναι αφιερωμένο στον σουλτάνο17. Η αφήγηση χαρακτηρίζεται από έντονη παραστατικότητα, έχοντας ως πρότυπο την αρχαιοελληνική ιστοριογραφία, κυρίως το ύφος τού Θουκυδίδη18, αλλά και τον Ηρόδοτο, τον Αίλιο Αριστείδη, τον Φλάβιο Ιώσηπο, τον Αρριανό. Μιμούμενος, μάλιστα, ο Κριτόβουλος, υπέρμετρα το ύφος τού Θουκυδίδη, πολλές φορές θέτει υπό αμφισβήτηση την δική του αξιοπιστία19. Η αφήγηση της Άλωσης, περιλαμβάνει σχεδόν όλο το πρώτο βιβλίο, ενώ στα υπόλοιπα τέσσερα βιβλία, περιγράφονται οι εκστρατείες τού Μωάμεθ, αλλά και το έργο του, με σκοπό να γίνει η Κωνσταντινούπολη μία νέα πρωτεύουσα τής Οθωμανικής πλέον, αυτοκρατορίας. Αφ’ ενός η μετοίκηση κατοίκων από άλλα μέρη στην Πόλη, και αφ’ ετέρου η σταδιακή συσσώρευση πλούτου εκεί, συνηγορούν στην δύναμη που ήθελε να δώσει ο Μωάμεθ στην νέα του πρωτεύουσα και αυτή η πρακτική προβάλλεται ιδιαιτέρως από τον Κριτόβουλο, ο οποίος θεωρεί άξια εξιστόρησης όλα τα ανωτέρω, ώστε να δώσει στον αναγνώστη να κατανοήσει ότι το ζητούμενο ήταν η μετάβαση τής εξουσίας από τους Ρωμαίους, στους Οθωμανούς. Ο Κριτόβουλος πολλές φορές συνηθίζει να αναφέρει με τις αρχαίες τους ονομασίες τόπους, ορεινούς όγκους, ποταμούς κ.λπ., συχνά εσφαλμένα20.
Αμέσως μετά την Άλωση, ο Κριτόβουλος ξεκινά να γράφει το έργο του, μέχρι τα γεγονότα τού φθινοπώρου 1461. Το έργο αφιερώνει στον σουλτάνο, όμως έπειτα συνεχίζει την επεξεργασία, έως το έτος 1467, οπότε και πάλι προχωρά σε αφιέρωση στον σουλτάνο. Ο συγγραφέας είναι ευκόλως αντιληπτό, ότι ανήκει σε μία μερίδα τής βυζαντινής αριστοκρατίας, που σε καμμία περίπτωση δεν ήθελε να απωλέσει τα προνόμιά της, ως εκ τούτου είδε ως μόνη λύση την καλή σχέση με την οθωμανική διοίκηση και την συμβιβαστική διάθεση. Για όσα γεγονότα ο ιστοριογράφος μας δεν έχει προσωπική μαρτυρία, στηρίζεται σε προφορικές ελληνικές και οθωμανικές πηγές.
Ο Γεώργιος Σφραντζής γεννήθηκε στις 30 Αυγούστου 1401 στην Κωνσταντινούπολη, όπως ο ίδιος μάς πληροφορεί στον πρόλογο τού χρονικού του21. Ο πατέρας του, ο οποίος καταγόταν από την Λήμνο, υπήρξε παιδαγωγός τού Θωμά Παλαιολόγου, γιού τού αυτοκράτορος Μανουήλ Β’. Ο ίδιος ο Γεώργιος, σε ηλικία 16 ετών, ανέλαβε χρέη τραπεζοκόμου και υπευθύνου για τον κοιτώνα τού αυτοκράτορος. Έμεινε ορφανός το έτος 1416/17 μετά από επιδημία λοιμού από τον οποίο ασθένησαν οι γονείς του22.
Ο ιστοριογράφος μας, δεν δίνει ο ίδιος πληροφορίες για την μόρφωση που ενδεχομένως έλαβε, όμως μπορούμε να αποκτήσουμε σαφή εικόνα, λόγω των υψηλών αξιωμάτων στα οποία γνωρίζουμε πως αναρριχήθηκε. Παρουσιάζεται από το κείμενο ως ο πλέον αγαπητός φίλος και συνεργάτης των Παλαιολόγων, ιδιαιτέρως δε του Κωνσταντίνου ΙΑ’, τελευταίου αυτοκράτορος. Διακατέχεται μάλιστα από τόσο αγαθή προαίρεση απέναντί τους, ώστε δεν θίγει ζητήματα που θα μπορούσαν να προσβάλουν με οποιονδήποτε τρόπο τα μέλη τής δυναστείας τους.
Στα 1425, ο Γεώργιος Σφραντζής, βρέθηκε στην Πελοπόννησο, ακολουθώντας τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Εκεί, πέρασε πολλές δοκιμασίες, πέφτοντας αιχμάλωτος σε χέρια Οθωμανών κι έπειτα Καταλανών, ενώ στα 1430 διορίστηκε διοικητής τής Πάτρας και στα 1432 έλαβε τον τίτλο τού πρωτοβεστιαρίτη. Στις 26 Ιανουαρίου 1438, νυμφεύτηκε την Ελένη, κόρη τού αυτοκρατορικού γραμματέως Αλεξίου Παλαιολόγου Τζαμπλάκωνα. Τα πέντε παιδιά που απέκτησαν, απεβίωσαν όλα σε μικρή ηλικία, έως το 1455. Ο Σφραντζής, στις 6 Δεκεμβρίου 1440, εστάλη στην Λέσβο από τον Κωνσταντίνο, για να ζητήσει σε γάμο την Κατερίνα Gattelousi. Το 1442, ορίστηκε διοικητής Σηλυβρίας, ενώ την 1η Σεπτεμβρίου 1446, ανέλαβε διοικητής τού Μυστρά, με σπουδαία προνόμια. Στα τέλη τού 1448, ανακοίνωσε στον σουλτάνο Μουράτ Β’, την απόφαση όλων των αρχόντων και τού λαού, για να ανέβει ο Κωνσταντίνος στον θρόνο. Στα 1451, μετά από μία δύσκολη διπλωματική επιστολή, του δόθηκε το αξίωμα τού μεγάλου λογοθέτη.
Κατά την Άλωση, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει, δεν ήταν στο πλευρό τού αυτοκράτορος, καθώς είχε αιχμαλωτιστεί, ενώ έπειτα μπόρεσε να διαφύγει με την σύζυγο και την μοναδική κόρη που τού είχε απομείνει, στον Μυστρά. Από τον δεσπότη Θωμά Παλαιολόγο, εστάλη σε αρκετές διπλωματικές αποστολές. Στα 1468, μαζύ την σύζυγό του, Ελένη, απεσύρθησαν σε μοναστήρι και έλαβαν το μοναχικό σχήμα μετονομαζόμενοι Γρηγόριος και Ευπραξία αντίστοιχα23.
Το Χρονικό του, αποτελεί πολύτιμη πηγή για την εποχή που περιγράφει, καθώς το χαρακτηρίζει ακρίβεια και συνέπεια. Ο Σφραντζής, ως κύριος μάρτυρας των γεγονότων που εξιστορεί, μας εκθέτει την πολιτική, εκκλησιαστική και στρατιωτική κατάσταση με τον ορθότερο τρόπο. Χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό εκκλησιαστική ορολογία, αναφέρεται πολλάκις στην Βίβλο και τούς Πατέρες τής Εκκλησίας, χωρίς όμως να απουσιάζουν και διπλωματικοί όροι από το κείμενο24. Η αφήγησή του φθάνει έως το 1477. Έχουν σωθεί δύο παραλλαγές τού χρονικού του, το Μεγάλο Χρονικό και το Βραχύ Χρονικό25.
Ο Σφραντζής χρησιμοποιεί απλή, εύληπτη γλώσσα, την καθομιλουμένη βυζαντινή, με προσθήκη τουρκικών ή λατινικών λέξεων και τοπωνύμια με την αρχαία και σύγχρονή τους ονομασία.
Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, δεν είναι γνωστό πότε και πού ακριβώς έζησε, ούτε πότε συνέγραψε το χρονικό του. Γνωρίζουμε μόνο πως ήταν γυιός τού Αθηναίου Γεωργίου Χαλκοκονδύλη και ότι στην πραγματικότητα λεγόταν Νικόλαος και όχι Λαόνικος. Επίσης, το θέρος τού 1447 ήταν ακόμη νέος και σπούδαζε στον Μυστρά κοντά στον Πλήθωνα26. Η γέννησή του τοποθετείται στα τέλη τού 1420-143027, ενώ σε μικρή ηλικία βρέθηκε στον Μυστρά και μαθήτευσε κοντά στον φιλόσοφο Γ. Γεμιστό –Πλήθωνα28. Ο χρόνος θανάτου του ορίζεται γύρω στο 149029, ενώ μάλλον λόγω αυτού, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την επεξεργασία τού έργου του και να τελειώσει ομαλά την αφήγησή του30.
Ο τελευταίος χρονικά ιστοριογράφος τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, συνέγραψε το έργο Απόδειξις Ιστοριών σε δέκα βιβλία, στα οποία αναλύει την περίοδο 1298-1463, ενώ έγινε γνωστός από τον 16ο αι.31. Τα έργο του γνώρισε επανειλημμένες αντιγραφές, με αποτέλεσμα να σώζεται σε 29 κώδικες σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, Αγγλία32. Μάς παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την ευρωπαϊκή και μεσανατολική ιστορία και εθνογραφία τού 15ου αι., ειδικότερα δε, για την εξάπλωση των Οθωμανών Τούρκων από τον 13ο αι. κ.ε.33.
Το ύφος τού Χαλκοκονδύλη είναι άχρωμο, χωρίς συναισθηματισμούς, ενώ φαίνεται πως δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας, αλλά ένας διανοούμενος, που έγραψε ιστορία επιστημονικά, με αντικειμενικότητα προς τούς Οθωμανούς34. Χρησιμοποιήθηκε μάλιστα εκτεταμένα για τη συγγραφή πρώιμων έργων τουρκικής ιστορίας, από Έλληνες και Ευρωπαίους ερευνητές35. Πρότυπο τής ιστοριογραφίας τού Χαλκοκονδύλη υπήρξε ο Ηρόδοτος, αλλά στην γλώσσα μιμείται τον Θουκυδίδη36.
Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης δεν φαίνεται να κατείχε κάποιο αξίωμα, ούτε στην Βυζαντινή, ούτε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία37. Στην αμέσως μετά την Άλωση εποχή, ο Χαλκοκονδύλης, φαίνεται πως μετοίκησε στην Κρήτη, σύμφωνα με επισταμένη μελέτη τού E. Darkó38, ο οποίος μάλιστα τον ταυτίζει με τον πρωτόπαπα των Χανίων, Λαόνικο, μαθητή τού Μιχαήλ Αποστόλη και πρώτο εκδότη τής Βατραχομυομαχίας, στην Βενετία, το 146839. Αυτός μάλιστα ο Λαόνικος, δεν ήταν κρητικής καταγωγής, αλλά ήρθε στα Χανιά από κάπου αλλού40. Από τις πιο χαρακτηριστικές ομοιότητες που συνηγορούν ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, είναι ότι τόσο ο Χαλκοκονδύλης όσο και ο πρωτόπαπας Λαόνικος, είχαν ασχοληθεί με το φιλοσοφικό πρόβλημα τής διπλής τέχνης τής κίνησης ενώ ήσαν μιμητές τού θουκυδιδικού ύφους41.
Το υψηλό πνευματικό επίπεδο τής Κρήτης42, αλλά και η συχνή θαλάσσια σύνδεση Κρήτης και Βενετίας43, προσέφερε στον Χαλκοκονδύλη την ευκαιρία να αποσυρθεί εκεί και να συγγράψει το χρονικό του44. Ωστόσο το γεγονός ότι έγινε ιερέας, δεν έρχεται σε ολομέτωπη αντίθεση με την προηγούμενη θρησκευτική του ψυχρότητα45, καθώς και οι ιστοριογράφοι Σφραντζής και Κριτόβουλος, έγιναν μοναχοί σε μεγάλη ηλικία.
Όσον αφορά όμως στα θρησκευτικά του πιστεύω, δεν γίνεται καμμία αναφορά, ούτε εκφέρει γνώμη για το βαρυσήμαντο γεγονός τής Συνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας46. Ο Χαλκοκονδύλης, βαδίζοντας στα χνάρια τού δασκάλου του, Πλήθωνα, αποδίδει ενέργειες σε κάποια απρόσωπη υπερφυσική δύναμη, την οποία δεν κατονομάζει, ενώ παρουσιάζεται να πιστεύει σε χρησμούς και στην μοίρα47.

Οθωμανοί Τούρκοι

Το Ισλάμ δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με τούς Οθωμανούς Τούρκους, αλλά ήταν ήδη γνωστό στους Βυζαντινούς, από τον αραβικό κίνδυνο τού 7ου και 8ου αι.48. Βεβαίως, οι διαφορές ποικίλουν, τόσο εξ αιτίας της ιδιοσυγκρασίας και δύναμης του εκάστοτε εχθρού, αλλά και λόγω του τεράστιου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε. Η πολεμική κατά τού Ισλάμ, συνίσταται στο γεγονός τής βίαιης θρησκείας, η οποία επιβάλλεται με το τζιχάντ, τον ιερό πόλεμο κατά των απίστων.
Ο ισλαμικός πολιτισμός, είχε στην βάση του επιδράσεις από τον βυζαντινό και τον περσικό πολιτισμό, που δέσποζαν στην λεκάνη τής Μεσογείου πολλά χρόνια πριν από εκείνον49. Κατά τον 9ο και 10ο αι., παρατηρείται η γονιμώτερη περίοδος επαφών μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, λόγω εμπορίου, συνοριακής γειτνιάσεως, πολιτικών και άλλων προσεγγίσεων50. Μεταφράσεις έργων αρχαίων συγγραφέων στην αραβική γλώσσα, γίνονται συνήθεις51. Στο επίπεδο τής τέχνης επίσης, υπάρχουν δάνεια και αντιδάνεια μοτίβων, σχεδίων και τεχνοτροπίας52. Ας μην ξεχνούμε, πως το αραβικό χαλιφάτο τής Βαγδάτης, ήταν ο μόνος ανταγωνιστής τού Βυζαντίου κατά την πρώιμη μεσαιωνική εποχή, με κορύφωση τής ακμής του, στις αρχές τού 9ου αι.53.
Έως τον 11ο αι., η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε η κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολή, όμως στα μέσα τού αιώνος, ένας νέος εχθρός έκανε την εμφάνισή του54. Πριν τούς Οθωμανούς, ένα άλλο τουρκικό φύλο, οι Σελτζούκοι Τούρκοι, είχαν απειλήσει σοβαρά την Αυτοκρατορία. Η νίκη τους επί των Βυζαντινών στρατευμάτων στο Μαντζικέρτ τής Αρμενίας, το 107155, ήταν μοιραίο πλήγμα· ένας κακός οιωνός για την πτώση τής Πόλεως, που βρέθηκε στην επιθανάτια κλίνη –για να ξεψυχήσει τελικά- 4 αιώνες αργότερα. Στο Μαντζικέρτ, ο αυτοκράτωρ Ρωμανός Διογένης αιχμαλωτίστηκε και στον θρόνο ανέβηκε ο Αλέξιος Κομνηνός, ο οποίος κατάφερε να ενδυναμώσει το φρόνημα των Βυζαντινών και να διατηρήσει αξιόλογη άμυνα, κάτι για το οποίο πάλευαν και όλοι οι μετ’ έπειτα διάδοχοί του56.
Οι μογγολικές εισβολές τού 13ου αι., σε συνδυασμό με τούς γαζήδες57, που δυσανασχετούσαν κάτω από τον έλεγχο των Σελτζούκων και ενώθηκαν με τούς Μογγόλους, αποδυνάμωσαν την σελτζουκική κυριαρχία58. Κατά την διάρκεια τής βασιλείας τού Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1259-1282), ένας νέος εχθρός εκτόπισε βαθμιαίως τούς Σελτζούκους Τούρκους από την Μικρά Ασία. Ήσαν οι Οθωμανοί, ένα τουρκικό φύλο υπό την ηγεσία τού Οθμάν ή Οσμάν, (1288-1326), που αποτελείτο από νομάδες κτηνοτρόφους59. Σταδιακά, οι Οθωμανοί αναμείχθηκαν με Σελτζούκους και Έλληνες τής Ανατολής, ενώ άρχισαν να ασχολούνται με την γεωργία και να αφήνουν τον νομαδικό τρόπο ζωής. Η συνεχόμενη άνοδος των Οθωμανών, δεν είχε προβληματίσει αρχικά την Κωνσταντινούπολη, μέχρι την νίκη των τελευταίων έναντι των βυζαντινών στρατευμάτων, στο Βαφαίο, μεταξύ Νίκαιας και Νικομήδειας, στα 130160. Στα 1326, η Προύσα παραδίδεται έπειτα από συνθηκολόγηση, ενώ ακολουθεί η Νίκαια δύο χρόνια αργότερα και η Νικομήδεια στα 133761. Στα τέλη τού 14ου αι., οι Οθωμανοί ήλεγχαν σχεδόν ολόκληρη την Μικρά Ασία62.
Η πρώτη αναφορά στο έργο του Δούκα για τους Τούρκους, μας πληροφορεί πως κατοικούσαν στη Λυκαονία και εξουσίαζαν τις μακρινότερες περιοχές όπως την Καππαδοκία, τη Γαλατία, την Παμφυλία, την Αρμενία, τον Ελενόποντο, την Πισιδία, τη Λυκία, την Κοίλη Συρία.
Στο έργο του, ο Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος (1391-1425) μιλά για το Ισλάμ63. Η κυριότερη πηγή ωστόσο για την πρώιμη βασιλεία τού ίδιου τού Μανουήλ Β’, είναι η Ιστορία τού Δούκα. Ο αυτοκράτωρ, έγραψε από προσωπική εμπειρία τα όσα γνωστοποιεί για τούς Οθωμανούς, καθώς πολέμησε στο πλευρό τού Βαγιαζήτ, εναντίων κάποιων σκυθικών φύλων. Η ωμότητα, βαναυσότητα και αγριότητα των Οθωμανών, μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στην μνήμη τού Μανουήλ, ενώ το πιο απίστευτο θέμα, είναι πως όλα αυτά «ευλογούνται» από το Κοράνιο. Ο Δούκας κάνει εκτενή αναφορά σε εμφύλιες συγκρούσεις των Τούρκων, απ’ όπου δε λείπει η λεηλασία και η λαφυραγωγία παρ’ ότι ο εχθρός είναι ομοεθνής και ομόθρησκος. Όπως μας λέει ο ίδιος ιστοριογράφος, συνήθης τιμωρία των Τούρκων για τους κακούργους ήταν ο απαγχονισμός δημοσία θέα.
Η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον θεό των Μουσουλμάνων, ο οποίος ευφραίνεται με το αίμα και στον Θεό των Χριστιανών, που πρεσβεύει την αγάπη και τη συγχώρηση, είναι αυτή που κάνει τούς δύο πολιτισμούς να απέχουν παρασάγγας. Ο Μανουήλ Β’, για να κάνει όσο καλύτερα γνωστή την ταυτότητα των Οθωμανών, παρουσιάζει τις θρησκευτικές τους αντιλήψεις, που είναι εν πολλοίς αδιανόητες για τους Ρωμαίους. Φαίνεται ακόμη πως πιστεύουν στην τύχη, τη μοίρα και τη μαντεία.
Οι Τούρκοι, υπέκυπταν συνήθως σε κατώτερα ένστικτα64, ήταν ένα βάρβαρο έθνος με πρωτόγονες συνήθειες, φιλάδικο, που σύμφωνα με τον Δούκα, υποτάσσει τούς αντιπάλους λόγω τού ότι προάγει την αρπαγή και λεηλασία, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες ακόμη και με μηδαμινό οπλισμό, να μάχονται με στόχο την σύληση θησαυρών και αγαθών65. Ο ίδιος χρονικογράφος, χαρακτηρίζει το έθνος αυτό ως εντελώς φιλοχρήματο66.
Το κριτήριο γυναικείας ομορφιάς των Οθωμανών, έβρισκε απεχθείς τις ομόφυλες γυναίκες τους, ενώ οι Ευρωπαίες εξαίρονταν για την ομορφιά τους. Ουσιαστικά, ποτέ οι Τούρκοι δεν είχαν συνδέσει το μέλλον τού έθνους και την δημιουργία απογόνων, με την τεκνοποίηση από γυναίκες Τουρκάλες. Τουναντίον, στα χαρέμια υπήρχαν όμορφες Ευρωπαίες, Ρωσίδες ή Σκανδιναβές, οι οποίες επιλέγονταν με κριτήριο την ομορφιά τους και μόνο. Σε αυτό, διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο, η θέση της θρησκείας τους, η οποία ήταν σαφώς προσανατολισμένη στην υποβάθμιση της γυναίκας, ως εκ τούτου η προέλευση ή το θρήσκευμά της δεν έπαιζαν κανένα ρόλο για να τεκνοποιήσει ένα Οθωμανός Τούρκος μαζύ της. Άλλως τε, το δεύτερο σκέλος έχει να κάνει με τους απογόνους, οι οποίοι ασχέτως προς την εθνικότητα ή την πίστη τής μητέρας τους, μεγάλωναν με όλες τις αρχές και την εκπαίδευση που όφειλε να έχει ένας σωστός Μωαμεθανός.
Πολλοί Βυζαντινοί, πίστευαν πως η ραγδαία εξάπλωση των Οθωμανών, ήταν ένα σημάδι από τον Θεό, ο οποίος είχε δυσαρεστηθεί από την συμπεριφορά τού χριστεπώνυμου λαού του, ιδιαιτέρως δε την ψευτοένωση των Εκκλησιών με την Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας. Σε επίπεδο πολιτικής τώρα, η συνήθεια των γάμων για λόγους διπλωματίας, καλά κρατούσε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά και στις όμορες Αυτοκρατορίες Βουλγαρίας, Ρωσίας, κ.λπ. Με τον τρόπο αυτό, πολλές ευγενείς νέες, αλλά ακόμη και χήρες με ευγενική καταγωγή, συνήπταν γάμους με Οθωμανούς διοικητές κ.ο.κ.
Με εμφανή τον κίνδυνο από την πλευρά των Οθωμανών, αλλά και τον απόλυτο αλυτρωτισμό τής Δύσης, ο λαός της συρρικνωθείσας Αυτοκρατορίας, άρχισε να ψάχνει στήριγμα σε κειμήλια του παρελθόντος, προρρήσεις, ακόμη σε όλα όσα θα μπορούσαν να θυμίσουν στους χριστιανούς Ανατολής και Δύσης την κοινή τους ρίζα, με σκοπό να απωθηθεί από κοινού η τουρκική απειλή. Ο Μανουήλ Β’ στο έργο του Διάλογοι, παρουσιάζει όλο το εύρος τής μουσουλμανικής θρησκείας, έως το βάθος τής υλιστικής της δομής, εν πλήρη αντιθέσει με την πνευματικότητα τού Χριστιανισμού. Το Ισλάμ παρουσιάζεται από τον Μανουήλ Β’, ως η αναβίωση – αντιγραφή μιας παλαιότερης θρησκείας, τής ιουδαϊκής. Εφόσον όμως το Ευαγγέλιο αναγνωρίζεται από τον Μωάμεθ, ως ανώτερο τής Πεντατεύχου, τότε και ο Χριστιανισμός είναι ανώτερος τού Ισλάμ.
Ας μην λησμονούμε λοιπόν, ότι η σύγκρουση Ρωμαίων και Οθωμανών, δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά και θρησκευτική, γεγονός που πολλάκις παραθεωρείται. Έχουμε να κάνουμε για περίπτωση τριβής ανάμεσα στον πολιτισμό και την βαρβαρότητα. Όμως οι κάτοικοι και οι βασιλείς τής Ρωμανίας, δεν θα προσπαθούσαν να αντιστρέψουν την τουρκική συνείδηση, αλλά θεώρησαν υπευθύνους τούς εαυτούς τους για όλα τα δεινά, γεγονός που στόχευε στον επαναπροσδιορισμό τού ποιμνίου προς τον αληθεινό Θεό. Κάτι που αν γινόταν απτή πραγματικότητα, θα εμπόδιζε εν τέλει την Άλωση και υποδούλωση στους Οθωμανούς. Εκείνοι ήσαν η τιμωρία τού Θεού για την αμαρτία και την απάθεια των Ρωμαίων.
Ο θρησκευτικός συγκρητισμός μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού είναι εμφανέστατος στα χρόνια του Μωάμεθ Α’, οπότε ξεσπούν κάποια κινήματα στην περιοχή της Ανατολίας. Προφανώς, αρκετοί είναι εκείνοι που επιλέγουν να ασπαστούν το Ισλάμ, διατηρώντας ταυτόχρονα την πατροπαράδοτη χριστιανική τους πίστη, ίσως με σκοπό να απολαύσουν προνόμια. Ο Δούκας είναι ο μόνος από τους ιστοριογράφους της Άλωσης, που αναφέρεται στο πολιτικοθρησκευτικό κίνημα του Μουσταφά Περκλητζία, το οποίο εκδηλώθηκε στη Σμύρνη στα 1416.
Οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι με αρχαΐζουσα ορολογία, αποκαλούσαν τούς Τούρκους (Οθωμανούς και Σελτζούκους), με τον φυλετικό χαρακτηρισμό «Πέρσες». Ακόμη, μερικές φορές χρησιμοποιούσαν τον όρο «Αχαιμενίδες»67. Ο Κριτόβουλος μας δίνει την αντίληψη που επικρατούσε τον 15ο αι., σύμφωνα με την οποία οι Τούρκοι θεωρήθησαν απόγονοι των Τρώων (Turci = Teucri), οι οποίοι μάλιστα εκδικήθηκαν την προ αιώνων άλωση τής Τροίας, προβάλλοντας το μοτίβο τής αμοιβαίας αντεκδίκησης Ασίας και Ευρώπης68. Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, παρομοιάζει την συμφορά που βρήκε την Κωνσταντινούπολη με την καταστροφή τής Τροίας, τονίζοντας πως οι βάρβαροι Οθωμανοί τιμώρησαν τούς Έλληνες για εκείνο το γεγονός69.
Ο Σφραντζής, εκφράζει στο έργο του όλα τα άσχημα συναισθήματα που τού προκαλούν οι Οθωμανοί, καθώς εξ αιτίας τους υπέφερε τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του, δολοφονήθηκε μάλιστα ο γυιος του από αυτούς. Περιγράφει την ωμή και βάρβαρη συμπεριφορά τους. Ο Δούκας θεωρεί ότι η υποχώρηση των Οθωμανών σε κατώτερα ένστικτα –ιδιαιτέρως έναντι των χριστιανών-, είναι τα επίχειρα των αμαρτιών εκείνων και η δικαία τού Θεού αμοιβή70. Ο ίδιος ιστοριογράφος, περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια και τις εσωτερικές αντιπαλότητες μεταξύ των Οθωμανών, με κύριο σημείο τριβής την απόκτηση τής εξουσίας, ανάμεσα σε συγγενικά πρόσωπα71.
Από τους τέσσερις χρονικογράφους που μελετούμε στην παρούσα εργασία, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης είναι αυτός που ασχολήθηκε περισσότερο με την ιστορία και εξάπλωση των Οθωμανών. Χωρίς ίχνος καχυποψίας, παρουσιάζει τον εχθρό που άλωσε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1453, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιστημονική εγκυρότητα. Περιγράφει την πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική τους οργάνωση72, όπως επίσης και τα ήθη και έθιμά τους, λεπτομερώς73. Ο Χαλκοκονδύλης χαρακτηρίζεται από ευρύτητα πνεύματος απέναντι σε θεολογικά και εθνολογικά ζητήματα74. Και ο Δούκας όμως δίνει στοιχεία τής παραδόσεως των Τούρκων, όπως ήταν η τακτική τής αδελφοκτονίας, που ακολουθείτο κατά κανόνα ανάμεσα στους διαδόχους τής εξουσίας των Οθωμανών75∙ -ακόμη και τα βρέφη δεν ξεφεύγουν από τη μοίρα τους όταν υπάρχει φόβος μεγαλώνοντας να διεκδικήσουν τον θρόνο- ή η κληρονομική διαδοχή τής εξουσίας με μόνο κριτήριο την καταγωγή από τον γενάρχη τους, Οθμάν ή Οσμάν.76 Παρατηρείται λοιπόν κάποια τυφλή υποταγή στην παράδοση και απόλυτος σεβασμός στο πρόσωπο του σουλτάνου. Άλλη βάρβαρη συνήθεια των Οθωμανών, λέγεται από τον Δούκα, πως ήσαν και οι στασιάσεις κατά τις μεταβατικές περιόδους, ανάμεσα στον θάνατο ενός σουλτάνου και την αναγόρευση νέου77.
Ο Κριτόβουλος, ξεκινά το έργο του με μία επιστολή προς τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους προέβη στην ιστοριογραφική του αφήγηση. Αφού επαινεί τον σουλτάνο και μιλά με τα πιο εγκωμιαστικά λόγια για εκείνον, συνεχίζει λέγοντας πως το εφαλτήριο για την συγγραφή του είναι η μαρτυρία τής μεγαλειότητας εκείνου78. Θεωρεί, πως είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει περιγραφή των έργων τού σουλτάνου στην ελληνική γλώσσα, η οποία έχει το μεγαλύτερο κύρος79. Η ιστορία τού Κριτόβουλου επεκτείνεται στα δεκαεπτά έτη βασιλείας τού Μωάμεθ, δήλα δη στην περίοδο από το 1451 έως το 1467. Συχνές είναι οι αναφορές τού συγγραφέως σε παράξενα υπερφυσικά σημεία, καθώς ο ίδιος ο Μωάμεθ υπήρξε έντονα προληπτικός. Η πίστη στο θέλημα τού Θεού, που άλλοτε ευνοεί και χαρίζει την εξουσία και άλλοτε την απομακρύνει, είναι κοινή τόσο στους Ρωμαίους όσο και στους Οθωμανούς80. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά τού Δούκα, στην αναμονή τού Μωάμεθ για υπόδειξη τής ημέρας για την γενικευμένη επίθεση, από τούς μάντεις του81.
Επίσης, ο Κριτόβουλος παραλληλίζει ιδιαιτέρως τον Μωάμεθ με τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Πομπήιο και τον Καίσαρα82, ενώ υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες που συνηγορούν στο ότι ο σουλτάνος είχε ως ίνδαλμά του τον Αλέξανδρο. Ο Μωάμεθ παρουσιάζεται ως συστηματικός μελετητής τής επιστήμης και φιλοσοφίας, από τα συγγράμματα τα οποία είχαν μεταφραστεί στην περσική ή αραβική γλώσσα83. Η ευγένεια και η καλλιέργεια τού Πορθητή, αλλά και η πολιτική του ευσυνειδησία, τονίζεται ιδιαιτέρως από τον Κριτόβουλο, ιδίως όταν εξιστορεί πως πριν από κάθε πολεμική επιχείρηση, προσπαθούσε να πείσει τούς εχθρούς να υποταχθούν ειρηνικά, αποφεύγοντας την βία84. Ωραιοποιώντας όσο γίνεται την εικόνα τού Πορθητή, ο Κριτόβουλος προβάλλει δικαιολογίες σχετικά με την -κάποιες φορές- άγρια συμπεριφορά του και τις σφαγές που πραγματοποίησε, λέγοντας πως είχε οργισθεί από την στάση των εχθρών85. Ο Δούκας όμως, θεωρεί τον Μωάμεθ οξύθυμο και κρυψίνου, η ανισορροπία τού οποίου προκαλούσε τρόμο86.
Ως κυβερνήτης, ο Μωάμεθ ανέβασε τον αριθμό των γενιτσάρων σε 10.000. Αυτοί ήσαν η προσωπική του σωματοφυλακή, τα μέλη τής οποίας στρατολογούνταν με την μέθοδο τού παιδομαζώματος. Οι γενίτσαροι ήσαν επίλεκτο τάγμα αποτελούμενο από σκλάβους Έλληνες, Βουλγάρους, Βλάχους, Αλβανούς και Σλάβους, η εκπαίδευση των οποίων ήταν αυστηρή και διαποτισμένη με θρησκευτικό φανατισμό, ενώ αναβιβάζονταν σε υψηλά αξιώματα. Πολλές φορές γίνονταν επικίνδυνοι για τούς ίδιους τούς σουλτάνους, λόγω τής επιρροής και τής δύναμής τους. Γενίτσαροι (yeniçeri) εσήμαινε τον νέο στρατό87. Η γενναιότητα τού Μωάμεθ είναι επίσης φανερή στο κείμενο τού Κριτόβουλου88.
Ο Δούκας, εξιστορεί τις επεκτατικές βλέψεις των Οθωμανών εναντίον τής Πόλεως, από τούς προκατόχους τού Μωάμεθ, έως τον ίδιο τον Πορθητή. Την τακτική τής δέσμευσης των αγαθών από και προς την Πόλη, ακολούθησε εν πρώτοις ο σουλτάνος Βαγιαζήτ, αυτοκράτορος όντος τού Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου89. Ο αποκλεισμός αυτός, έστρεψε τον Μανουήλ για βοήθεια στην Δύση, η οποία μάλιστα ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα90. Ωστόσο, η ήττα των χριστιανών στην Νικόπολη το 1396, έδωσε μεγαλύτερη ώθηση στον Βαγιαζήτ, ο οποίος απαίτησε την παράδοση τής Πόλεως91. Επί Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου, η Αυτοκρατορία περιελάμβανε πλέον μόνο την περιοχή τής Κωνσταντινουπόλεως92. Ο διάδοχος τού Βαγιαζήτ, Μωάμεθ Α’, ακολούθησε μία ήπια και φίλα προσκείμενη πολιτική93. Αντιλαμβανόμενος μάλιστα, πως μετά τον θάνατό του, ο διάδοχός του, Μουράτ, θα ακολουθήσει την τακτική της αδελφοκτονίας, πρόσταξε με διαθήκη, να παραδοθούν τα άλλα παιδιά του στην κηδεμονία τού αυτοκράτορος Μανουήλ94. Η πράξη αυτή, είχε αφ’ ενός την σκοπιμότητα να διαφυλαχθούν τα παιδιά ασφαλή και η εξουσία τού Μουράτ σταθερή, αφ’ ετέρου έδινε στον αυτοκράτορα τής Πόλεως την πεποίθηση ότι θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις με τον νέο σουλτάνο, πράγμα που δεν επιβεβαιώθηκε95. Ο Μουράτ αρνήθηκε να παραδώσει τα αδέλφια του στον Μανουήλ, με την αιτιολογία πως δεν μπορούν εκείνα ως τέκνα μουσουλμάνων, να ανατραφούν από χριστιανούς, τούς οποίους θεωρεί απίστους96. Παρ’ όλα ταύτα, διαβεβαίωσε τούς πρέσβεις τού Μανουήλ, ότι μπορεί να υπάρξει σύμπνοια ως προς την διατήρηση των κοινών συμφερόντων97. Οι πρέσβεις, σύμφωνα με τον Δούκα, μετέφεραν όλα τα παραπάνω στον αυτοκράτορα, τονίζοντας ιδιαιτέρως τα υπονοούμενα τής συζητήσεως, τα οποία εξόργισαν τον Μανουήλ98.
Στα μάτια των Βυζαντινών, η πολιτική των Οθωμανών, ειδικά στα χρόνια των τελευταίων σουλτάνων, είχε αποκρυσταλλωθεί στην εχθρική της διάσταση, καθώς τα σύνορα τής Αυτοκρατορίας βάλλονταν διαρκώς από τις επιθέσεις τους99. Ο Μουράτ, θέλησε να επιτεθεί στην Πόλη, ενώ η εξουσία είχε μεταπηδήσει από τον Μανουήλ, στον αυτοκράτορα Ιωάννη, οπότε οι Βυζαντινοί απέστειλαν πρεσβευτή να διαπραγματευτεί τις μεταξύ τους σχέσεις100. Την αποστολή αυτή, ανέλαβε κάποιος Θεολόγος Κόρακας, ο οποίος όμως, σύμφωνα με τον ιστοριογράφο Δούκα, ετύγχανε απατεώνας και συνωμότης101. Η εκστρατεία τού Μουράτ εναντίον τής Πόλεως, άρχισε στις 20 Ιουνίου 1422 και τερματίστηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1423102. Ο Μουράτ, λόγω τής αποτυχημένης απόπειρας για κατάληψη τής Πόλεως, έτρεφε εχθρική διάθεση για τον βασιλέα Ιωάννη και δεν επιθυμούσε να συνδιαλλαγεί μετ’ αυτού, ενώ έστρεψε το ενδιαφέρον του προς την Θεσσαλία και τις εισόδους προς την Πελοπόννησο103. Βέβαια, χρόνια αργότερα, στα 1424, ο Μουράτ και ο Ιωάννης συνήψαν συνθήκη ειρήνης, παραχωρώντας στον σουλτάνο κάποιες περιοχές κατά μήκος τού Ευξείνου Πόντου104.
Ο Μουράτ παραιτήθηκε για χάρη τού γυιού του Μωάμεθ, στα 1444, αλλά μετά από τις καίριες πιέσεις τού Ιωάννη Ουνιάδη από τον βορρά και τού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου από τον νότο, επέστρεψε στον θρόνο του το 1446105. Η Σταυροφορία τής Βάρνας, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες πιέσεις, ανάγκασε τον Μουράτ να συμφιλιωθεί με τούς χριστιανούς, έχοντας βάσιμες υποψίες πως ιδίως μετά την Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας, οι χριστιανοί, ενωμένοι πλέον, θα επιτεθούν συντονισμένα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία106.
Κατά την εκστρατεία τού Μουράτ στην Πελοπόννησο, ο δεσπότης Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και ο αδελφός του Θωμάς, οχυρώθηκαν στο Εξαμίλιο και ετοιμάστηκαν για την επικείμενη πολιορκία, όμως μετά από προδοσία, οι Οθωμανοί κατέστρεψαν το Εξαμίλιο και οι Παλαιολόγοι μόλις που πρόλαβαν να αποδράσουν σώοι107. Ο θάνατος τού Μουράτ όμως, λίγο αργότερα, άφησε την Πόλη μπροστά στον επερχόμενο κίνδυνο τού Μωάμεθ, που ήταν όντως συντριπτικός. Ο Δούκας, αναφερόμενος στον Μουράτ, εκθέτει την προσωπική του άποψη, σύμφωνα με την οποία ο θάνατός του δεν ήτο οδυνηρός, καθώς ο Θεός διέκρινε την καλή διαγωγή που είχε έτι ζων, απέναντι σε όλους ανεξαιρέτως, αλλά και την ορθή διαφύλαξη των συνθηκών που υπέγραφε108. Αυτή η προτίμησή του στην λήξη των εχθροπραξιών και την ειρήνη, εξασφάλισε στον Μουράτ έναν ειρηνικό θάνατο109.

ΑΛΩΣΗ 
Ο σουλτάνος πριν την οριστική κήρυξη τού πολέμου, υπέβαλε μία συμβιβαστική πρόταση στους Βυζαντινούς, να παραδώσουν την Πόλη και να μείνουν ασφαλείς σε αυτήν. Όμως εκείνοι αρνήθηκαν να την παραδώσουν110. Σύμφωνα με τον Χαλκοκονδύλη, ο γιός τού άρχοντα τής Σινώπης, Ισμαήλ, ήταν αυτός που έκανε προτάσεις ειρήνης στους Βυζαντινούς και τούς προέτρεψε να στείλουν πρεσβείες στον σουλτάνο, για να διαπραγματευθούν την ελευθερία τους111. Εκείνοι έπραξαν αναλόγως, στέλνοντας ανεπίσημο πρεσβευτή, όμως ο σουλτάνος απαίτησε 10.000 νομίσματα τον χρόνο ως φόρο, σε αντίθετη περίπτωση να εγκαταλείψουν την Πόλη112. Ο παραπάνω χρονικογράφος, εκφράζοντας την προσωπική του γνώμη, θεωρεί ότι ο σουλτάνος με αυτόν τον τρόπο, θέλησε να διαπιστώσει τις προθέσεις των αμυνομένων. 113
Εντύπωση προκαλεί στον Χαλκοκονδύλη, το γεγονός ότι οι Οθωμανοί σε αντίθεση με όλους τούς άλλους ανθρώπους,  φροντίζουν να υπάρχει έντονη επάρκεια σε εφόδια, αλλά και υποζύγια, στα στρατόπεδά τους114.
Ο Κριτόβουλος προχωρώντας την αφήγηση στα γεγονότα τής μάχης, δίνει πολλές λεπτομέρειες για τα συμβάντα, ενώ παραθέτει δημηγορία τού Μωάμεθ προς τον στρατό του. Και ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης όμως, διασώζει την δημηγορία τού Μωάμεθ, πριν την τελική επίθεση. Σε αυτήν διαφαίνεται η σημαντικότητα τού σώματος των Γενιτσάρων, αλλά δίνονται και οι κατάλληλες υποσχέσεις προς αυτούς που θα καταφέρουν να εκπορθήσουν τα τείχη τής Βασιλεύουσας115. Τονίζονται μάλιστα στην διήγηση, τα εκλεκτά λάφυρα, πλούτη, γυναίκες, δούλοι και παιδιά που θα δοθούν στους νικητές, ενώ εκείνοι πλήρεις από τον πυρετό τής αρπαγής, πείθονται και ρίχνονται στην μάχη116.
Ο Χαλκοκονδύλης, περιγράφει το δέος που ένοιωσαν οι Έλληνες εμπρός σε αυτόν τον φοβερό εχθρό, ενώ οι διαδικασίες γίνονταν πολύ στοχευμένες· οι γενίτσαροι, το επίλεκτο σώμα τού οθωμανικού στρατού, έσκαβαν προχώματα στην τάφρο, γύρω από τα τείχη τής Πόλεως και χτυπούσαν χωρίς να γίνονται ορατοί117. Ακόμη, προωθώντας το σχέδιο τού ανηλεούς πολέμου, σεΐχηδες γυρνούσαν το στρατόπεδο των Οθωμανών και μιλούσαν για τις πεποιθήσεις σχετικά με τον θάνατο και την ευτυχία που υπόσχεται ο Προφήτης στους νεκρούς μαχητές, στην άλλη ζωή118.  Αυτός ο θρησκευτικός φανατισμός γύρω από το λεγόμενο τζιχάντ, έφερνε το επιθυμητό αποτέλεσμα, μέσω των συναισθηματικών διεργασιών στην ψυχοσύνθεση των στρατιωτών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’, βλέποντας την έκρυθμη κατάσταση, ζήτησε επανειλημμένως από τον Μωάμεθ να συνάψουν κάποια συμφωνία, αλλά ο σουλτάνος ήταν αρνητικός119.
Σε επόμενο σημείο, ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει τούς Οθωμανούς με τον χαρακτηρισμό «βάρβαροι»120. 
Μετά την οριστική πτώση τής Πόλεως, έλαβε χώρα μεγάλη σφαγή τού πληθυσμού και λεηλασία παλατιών, εκκλησιών, οικιών. Άνθρωποι αδιακρίτως ηλικίας και τάξεως κακοποιούνταν ή αιχμαλωτίζονταν και μία φοβερή τραγωδία εκτυλισσόταν121. Η ιεροσυλία, η σύληση και η λεηλασία των εκκλησιών, είναι γεγονότα τα οποία δυσκολεύεται ο Κριτόβουλος να περιγράψει. Και τούτο, διότι ήταν όπως λέει, φοβερή η μανία με την οποία αρπάζονταν τα ιερά και πολύτιμα αντικείμενα, διασκορπίζονταν και καίγονταν οι εικόνες και τα ιερά σκεύη, συντρίβονταν και πετώνταν τα άγια λείψανα122. Την ίδια απαίσια εικόνα, μεταφέρει και ο Δούκας123. Εν συνεχεία όμως, ο Κριτόβουλος βάζει τον Πορθητή να καταλαμβάνεται από συμπόνια για τούς κατοίκους τής Πόλεως και μετάνοια για την προκληθείσα καταστροφή, ενώ δεν ξεχνά να τονίσει πως η καταστροφή εκείνη ήταν η μεγαλύτερη που είχε γίνει ποτέ στην ιστορία τής ανθρωπότητος124. Ο Χαλκοκονδύλης μεταφέρει την εικόνα τής λεηλασίας, καθώς οι γενίτσαροι άρπαξαν κάθε είδος πολυτελείας, ενώ επισημαίνει ότι δεν είχαν καμμία γνώση τής αξίας των αντικειμένων, με αποτέλεσμα να πωλούν χρυσάφι στην τιμή τού χαλκού(!)125.
Άρπαξαν ακόμη και τα Τίμια Σκεύη από τα Μοναστήρια και τούς Ναούς126. Σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, μία πόλη που καταλαμβάνεται εξ εφόδου, χωρίς συνθηκολόγηση, δεν απολαμβάνει για τούς κατοίκους της, κανένα δικαίωμα127. Η λεηλασία από μέρους των νικητών, διαρκεί τρεις ημέρες και δεν έχει κανένα όριο128. Με αυτόν τον τρόπο, οι Οθωμανοί συμπεριφέρθηκαν στην ηττημένη Κωνσταντινούπολη129, σκοτώνοντας αδιακρίτως τούς κατοίκους της, καταστρέφοντας δημόσια κτήρια, καταπατώντας ιερά και εκκλησίες, καίγοντας σπουδαία έργα τής ανθρώπινης διανόησης και αρπάζοντας κάθε θησαυρό, μικρό ή μεγάλο. Όμορφα νεαρά αγόρια και κορίτσια αποκόπησαν βιαίως από την μητρική αγκαλιά για να στελεχώσουν τα χαρέμια των Οθωμανών ή να πωληθούν ως σκλάβοι. Η ανεκδιήγητη καταστροφή και οι φρικαλεότητες απλώθηκαν σε όλη την περιοχή, μη γνωρίζοντας συστολή και αιδώ για το κάλλος και την ιστορία τής Βασιλεύουσας.
Οι Οθωμανοί, κανένα ενδιαφέρον δεν έδειξαν για την κλασσική παιδεία, τα συγγράμματα των Πατέρων τής Εκκλησίας, γενικώς για τα πνευματικά δημιουργήματα τού Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να παραδώσουν στον όλεθρο σημαντικά μνημεία τής ανθρωπότητος130. Όσα περισώθηκαν, πωλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές131, σε όσους γνώριζαν την αξία τους και ιδίως σε όσους μετά την Άλωση, έθεσαν ως σκοπό τής ζωής τους, να περισυλλέξουν τα έργα εκείνα και να τα κάνουν γνωστά στην Δύση που εισερχόταν σε μία νέα εποχή, στην Αναγέννηση.
Ο Κριτόβουλος θρηνώντας για την Πόλη, λέει πως αυτή έχασε τα πάντα και βυθίστηκε στην δυστυχία και την συμφορά. Η ντροπή της διαμοιράστηκε παντού, όπως οι κάτοικοί της διασκορπίστηκαν, σκλάβοι, αιχμάλωτοι και κακοπαθημένοι. Έτσι έγινε μνημείο συμφορών, σύμβολο κακής τύχης και δίδαγμα ζωής132. Η πεποίθηση πως η ιστορική αυτή μεταβολή ήταν θέλημα τού Θεού, συναντάται σε όλους τούς ιστοριογράφους. Ο Κριτόβουλος θεωρεί πως τα τόσα δεινά ήταν γραφτό να βρουν την Πόλη, διότι έτσι θέλησε ο Θεός133. Ο Δούκας, λυπάται σφόδρα για τον διασκορπισμό των Ελλήνων μετά την Άλωση, σε άλλα μέρη, όπου ομιλούν και γράφουν διαφορετικές γλώσσες και έχουν άλλες θρησκείες, όμως αυτήν είναι η τιμωρία των αμαρτιών τους134. Αλγεινή εντύπωση τού προκαλούν επίσης, οι δουλοπρεπείς επευφημίες των χριστιανών στον νικητή σουλτάνο, για την κατάκτηση τής Πόλεως135.
Το εποικιστικό έργο τού Μωάμεθ, ξεκίνησε αμέσως μετά την λεηλασία, ενώ ο Κριτόβουλος λέει πως είχε πολλά καλά σχέδια και για τούς κατοίκους της, όμως τα ματαίωσε λίγο αργότερα ο φθόνος136.
Φυσικά, στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι για τούς Δούκα και Χαλκοκονδύλη, η εκτέλεση τού Μεγάλου Δουκός Λουκά Νοταρά και των δικών του ανθρώπων, δεν ήταν συνέπεια μίας πολιτικής μηχανορραφίας, αλλά προβάλουν ως αιτία την άρνηση τού Λουκά Νοταρά να δώσει στον σουλτάνο τον ανήλικο γιό του, υποκύπτοντας σε σεξουαλικές απαιτήσεις εκείνου137. Βέβαια, η εκδοχή τού πολιτικού ανταγωνισμού φαίνεται πολύ πιο λογική. Ο Χαλκοκονδύλης, γράφει ότι όταν ο Λουκάς Νοταράς και ο εξάδελφος τού Μωάμεθ, Ορχάν, ο οποίος είχε αυτομολήσει στους Έλληνες, έμαθαν για την Άλωση, κατέφυγαν σε έναν πύργο, από όπου ο μεν Ορχάν φορώντας τα κουρέλια ενός καλογέρου πήδησε στο κενό και σκοτώθηκε, ο δε Νοταράς και οι γιοί και ακόλουθοί του, αιχμαλωτίστηκαν138. Η άποψη τού ιστοριογράφου Χαλκοκονδύλη είναι πως ο σουλτάνος εξαγόρασε τον Νοταρά, την σύζυγο και τα τέκνα τους, ενώ αναγνώρισε τον τίτλο του, ως πρωθυπουργού139, ωστόσο αργότερα προέβη στην εκτέλεσή τους, μετά την άρνηση τού Νοταρά να παραδώσει στον σουλτάνο τον δωδεκαετή γιό του140.  Το αποτέλεσμα ήταν να θανατωθεί ο Νοταράς και οι δικοί του, με τον τρόπο που περιγράφεται παρακάτω.
Σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, όταν ο σουλτάνος, πλανηθείς, έδωσε εντολή να εκτελεστούν οι άνδρες, ο Νοταράς παρακάλεσε να σκοτώσουν πρώτα τα παιδιά του και μετά εκείνον, υπομένοντας αυτόν τον αβάσταχτο πόνο, ώστε να είναι σίγουρος πως δε θα δείλιαζαν αν έβλεπαν τον θάνατό του, ούτε θα απαρνούνταν την πίστη τους141. Το ίδιο υποστηρίζει υποστηρίζει και ο Δούκας.
Ο Μωάμεθ παρουσιάζεται από τον Κριτόβουλο ιδιαιτέρως ευρυμαθής και ενσαρκώνει το πρότυπο τού φιλοσόφου - μονάρχη, καθώς μάλιστα φαίνεται ότι γνωρίζοντας τον φιλόσοφο Γεώργιο Αμηρούκη, θαύμασε τις γνώσεις του και απολάμβανε τις συζητήσεις μαζύ του142. Περνούσε μάλιστα τον ελεύθερο χρόνο του με την παρέα φιλοσόφων και συζητούσε μαζύ τους ιδιαιτέρως επάνω στην Λογική143, ενώ ζήτησε επ’ αμοιβή από τον Γεώργιο Αμηρούκη, να συντάξει ενιαία την κατακερματισμένη γεωγραφία τής Γης, τού Πτολεμαίου144. Με την ίδια ζέση, ο Μωάμεθ φρόντισε να εξωραΐσει και την Πόλη, ανεγείροντας θαυμαστά κτήρια και εισάγοντας κάθε τέχνη κι επιστήμη που θα πρόβαλε το κύρος της πανταχόθεν, ενώ με πολύ ακριβά υλικά, όπως χρυσάφι, ασήμι, μάρμαρα και πολύτιμους λίθους, έδωσε εντολή να κατασκευαστούν τα ανάκτορά του. 145.  Για όλα τα παραπάνω, ο Μωάμεθ χαρακτηρίστηκε ως «ελληνίζων σουλτάνος».
Ο Κριτόβουλος μιλώντας για την άφιξη τού σουλτάνου στην Πελοπόννησο, την δικαιολογεί -με τον ίδιο τρόπο που δικαιολογεί πολύ συχνά την επεκτατική πολιτική του146- λέγοντας πως οι δεσπότες Θωμάς και Δημήτριος Παλαιολόγος, δεν απέδιδαν τον συμφωνηθέντα φόρο, ενώ βρίσκονταν συχνά σε εμφύλιες διαμάχες μεταξύ τους147. Αυτό φόβισε τον σουλτάνο, πως ίσως φέρει τούς Δυτικούς στην Πελοπόννησο, ώστε θέλησε να την καταλάβει πρώτος εκείνος148.
Το βασίλειο τής Τραπεζούντος, σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, περιήλθε στα χέρια των Οθωμανών, μιας και τα στενά τού Ευξείνου Πόντου μετά την Άλωση τής Πόλεως, ήσαν ανοιχτά για να την καταλάβουν και να γίνει φόρου υποτελής149. Οι κάτοικοι παραδόθηκαν μετά από ειρηνική διαπραγμάτευση και ο Πορθητής θαύμασε την πόλη και πήρε πολλούς εφήβους μαζύ του στην Κωνσταντινούπολή150. Στον τέως βασιλέα τής Τραπεζούντος, παρεχώρησε αρκετή έκταση στον Στρυμόνα ποταμό, όμως το 1463 εκτελέστηκε μαζύ με έξι από τούς επτά γιους του151. Η δε Κωνσταντινούπολη, μέσα σε έναν αιώνα από την τουρκική κατάκτηση, γνώρισε τόση ευημερία, που ο πληθυσμός της ξεπέρασε τις 500.000152.
Οι Οθωμανοί Τούρκοι, ερχόμενοι ως κατακτητές, επηρέασαν βεβαίως με την ισχύ τού νικητή, τα πολιτισμικά πρότυπα, όσο επέτρεπε ωστόσο η χριστιανική πίστη και η ιστορική πορεία τής γηραιάς ηπείρου. Επί τού θέματος, χαρακτηριστική είναι η επίδραση τής τουρκικής μόδας στην Ανατολική Ευρώπη, μετά την πτώση τού Βυζαντίου153, μία επίδραση που συνεχίστηκε μάλιστα για αιώνες.


1 Tusculum Lexikon, Δούκας, σ. 160.
2 Δούκας, Βυζαντινοτουρκική Ιστορία, σ. 8.
3 Tusculum Lexikon, Δούκας, σ. 160.
4 Όπ. π., σ. 160.
5 Όπ. π., σ. 160.
6 Όπ. π., σ. 575-585.
7 Όπ. π., σ. 12.
8 Tusculum Lexikon, Δούκας, σ. 160.
9 Δούκας, Βυζαντινοτουρκική Ιστορία, σ. 603-605.
10 Όπ. π., σ. 611.
11 Όπ. π., σ. 13.
12 Όπ. π., σ. 575-585. Πρόκειται για θρήνους τού προφήτου Ιερεμίου, αποδιδόμενους στην άλωση τής Ιερουσαλήμ από τούς Βαβυλωνίους. Αυτοί οι θρήνοι αποδίδονται τώρα από τον Δούκα στην άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως, που παραλληλίζεται με εκείνη τής Ιερουσαλήμ.
13 Όπ. π., σ. 517, 539, 553-555.
14 Όπ. π., σ. 269, 271.
15 Όπ. π. σ. 577.
16 Tusculum Lexikon, Μιχαήλ Κριτόβουλος, σ. 294.
17 Όπ. π., σ. 294.
18 Όπ. π., σ. 294.
19 Όπ. π., σ. 294.
20 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 607.
21 Σφραντζής, Βραχύ Χρονικό, σ. 46.
22 Όπ. π., σ. 59.
23 Όπ. π., σ. 263.
24 Σφραντζής, Χρονικό, σ. 12.
25 Tusculum Lexikon, Σφραντζής, σ. 463.
26 Χαλκοκονδύλης, Βυζαντίου Άλωσις, σ.18.
27 Όπ. π., σ. 20.
28 Tusculum Lexikon, Χαλκοκονδύλης, σ. 497.
29 Το αυτό πιστεύουν οι περισσότεροι μελετητές, όπως οι Ι. Μισκόλζι, Φ. Γρηγορόβιος, Δ. Καμπούρογλου, S. Baştav και κάποιοι γραμματολόγοι, όπως οι Colonna, Moravcsik, Hunger.
30 E. Darkó, «Zum leben des Laonikos Chalkondylas», BZ 24 (1923-1924), σ. 37.
31 Η εγκυρότερη έκδοση έγινε από τον Ούγγρο φιλόλογο E. Darkó, Historiarum Demonstrationes, τ. Α’-Β’, Βουδαπέστη 1922-1927.
32 Moravcsik, Byzantinoturcica, Α’, σ. 391.
33Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ.11.
34 Όπ. π., σ. 12.
35 Όπ. π., σ. 18.
36 Tusculum Lexikon, Χαλκοκονδύλης, σ. 498.
37 Χαλκοκονδύλης, Βυζαντίου Άλωσις, σ σ. 20.
38 E. Darkó, «Neue beiträge zur biographie des Laonikos Chalkokandyles», BZ 27 (1927), σ. 276-285.
39 Geanakoplos, Greek scholars in Venice, σ. 58.
40 E. Darkó, «Neue beiträge», σ. 280-281.
41 Όπ. π., σ. 278-279.
42 Ζακυθηνός, Le despotat grec de Morée, τ. Β’, σ. 319.
43 Geanakoplos, Greek scholars, σ. 54.
44 Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ. 28.
45 Turner, «Pages from the late Byzantine philosophy of history», BZ 57 (1964), σ. 359-361.
46 Χακοκονδύλης, Άλωσις, σ. 38.
47 Όπ. π., σ. 40.
48 Vasiliev, Ιστορία τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324-1453), τ. Α’, σ. 265-278.
49 Γιαννακόπουλος, Μεσαιωνικός Δυτικός Πολιτισμός, σ. 200.
50 Όπ. π., σ. 201-202.
51 Όπ. π., σ. 205.
52 Όπ. π., σ. 203-204.
53 Όπ. π., σ. 469.
54 Runciman, Η Άλωση, σ. 61-62.
55 Γιαννακόπουλος, Μεσαιωνικός Δυτικός Πολιτισμός, σ. 188.
56 Όπ. π., σ. 189.
57 Η ονομασία «Γαζής», αποδίδεται στον παραμεθόριο μωαμεθανό άρχοντα, τον υπερασπιστή τής πίστεως. Κάτι αντίστοιχο με τον τίτλο τού χριστιανού ιππότη. Ο γαζής, έδινε όρκο σε κάποιον επικυρίαρχο, ενώ τηρούσε την φουτούβα, έναν μυστικό κώδικα ηθικής συμπεριφοράς, που αναπτύχθηκε κατά τον 10ο και 11ο αι., κώδικα τον οποίο είχαν υιοθετήσει και οι συντεχνίες τού ισλαμικού κόσμου. Βλ. Runciman, Η Άλωση, σ. 84.
58 Runciman, Η Άλωση, σ. 86.
59 Γιαννακόπουλος, Μεσαιωνικός Δυτικός Πολιτισμός, σ. 474-475.
60 Runciman, Η Άλωση, σ. 90.
61 Όπ. π., σ. 91. Σχετικά με την πίεση των Οθωμανών Τούρκων σε Προύσα, Νίκαια και Νικομήδεια, και στην στάση τού Βυζαντίου, βλ. Vasiliev, Ιστορία τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τ. Β’, σ. 306-307.
62 Vasilev, Ιστορία, τ. Β’, σ. 326.
63 Αγγέλου, «Ο Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος και το Ισλάμ», σ. 211-222.
64 Δούκας, Ιστορία, σ. 321.
65 Όπ. π., σ. 283.
66 Όπ. π., σ. 545.
67 Ένα από τα δύο βασιλικά γένη των Περσών. Εκτός από τους Αχαιμενίδες, το άλλο ήσαν οι Περσείδες.
68 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 555. Πρβλ. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Α’, 1-4 & Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Α’ 17-29 & Β’ 4,8.
69 Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ. 91.
70 Δούκας, Ιστορία, σ. 155, 441.
71 Όπ. π., σ. 191-213, 219-221, 231-261, 273-281, 305-323, 337-359, 377-383.
72 Χαλκοκονδύλης, Αποδείξεις Ιστοριών, Β’, Ι, σ. 51-52 & ΙΙΙ, σ. 152.
73 Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ. 40-41.
74 Όπ. π., σ. 42.
75 Δούκας, Ιστορία, σ. 271.
76 Όπ. π., σ. 283.
77 Όπ. π., σ. 439.
78 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 31.
79 Όπ. π., σ. 33.
80 Όπ. π., σ. 113, 617, 645-647.
81 Δούκας, Ιστορία, σ. 523.
82 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 59.
83 Όπ. π., σ. 61.
84 Όπ. π., σ. 481, 597-599.
85 Όπ. π., σ. 483-485.
86 Δούκας, Ιστορία, σ. 639.
87 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 63. Πρβλ. Inalcik, The Ottoman Empire. The Classical Age 1300-1600, σ. 76-88 & Δούκας, Ιστορία, σ. 287-289.
88 Όπ. π., σ. 523.
89 Δούκας, Ιστορία, σ. 143.
90 Όπ. π., σ. 143-145.
91 Όπ. π., σ. 145-147.
92 Όπ. π., σ. 155.
93 Όπ. π., σ. 221, 231.
94 Όπ. π., σ. 271, 367.
95 Όπ. π., σ. 271-273.
96 Όπ. π., σ. 279.
97 Οπ. π., σ. 281.
98 Όπ. π., σ. 281.
99 Όπ. π., σ. 315-317.
100 Όπ. π., σ. 359.
101 Όπ. π., σ. 359-361.
102 Η αρχή τού έτους για τούς Βυζαντινούς, ήταν τοποθετημένη την 1η Σεπτεμβρίου. Οπότε, η εκστρατεία ξεκίνησε τον Ιούνιο τού 1422, αλλά τελείωσε τον Σεπτέμβριο τού 1423, τρεις μήνες αργότερα.
103 Δούκας, Ιστορία, σ. 373.
104 Όπ. π., σ. 383.
105 Όπ. π., σ. 431.
106 Όπ. π., σ. 455-457.
107 Όπ. π., σ. 433.
108 Όπ. π., σ. 441-443.
109 Όπ. π., σ. 443.
110 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 145. Δούκας, Ιστορία, σ. 529-531.
111 Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ. 73.
112 Όπ. π., σ. 74.
113 Όπ. π., σ. 74.
114 Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ. 62.
115 Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ. 75.
116 Όπ. π., σ. 76.
117 Όπ. π., σ. 66.
118 Όπ. π., σ. 77.
119 Δούκας, Ιστορία, 525.
120 Όπ. π., σ. 78, 79.
121 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 239-243.
122 Όπ. π., σ. 243.
123 Δούκας, Ιστορία, σ. 587.
124 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 255.
125 Χαλκοκονδύλης, Άλωσις, σ. 84.
126 Όπ. π., σ. 545, 553.
127 Runciman, Η Άλωση, σ. 199.
128 Όπ. π., σ. 199.
129 Όπ. π., σ. 199-200.
130 Όπ. π., σ. 200-202.
131 Όπ. π., σ. 201.
132 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 265-267.
133 Όπ. π., σ. 269.
134 Δούκας, Ιστορία, σ. 585.
135 Όπ. π., σ. 589-591.
136 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 275-277.
137 Όπ. π., σ. 89-90 & Δούκας, Ιστορία, σ. 571.
138 Όπ. π., σ. 83.
139 Όπ. π., σ. 88. Δούκας, Ιστορία, σ. 557.
140 Όπ. π., σ. 89-90.
141 Κριτόβουλος, Ιστορία, σ. 283. Δούκας, Ιστορία, σ. 573.
142 Όπ. π., σ. 541.
143 Όπ. π., σ. 623.
144 Όπ. π., σ. 625-627.
145 Όπ. π., σ. 541-543, 619-621.
146 Πρβλ. όπ. π., σ. 629-631, όπου περιγράφεται η εκστρατεία στην χώρα των Ιλλυριών.
147 Όπ. π., σ. 395 & 465-467.
148 Όπ. π., σ. 395.
149 Όπ. π., σ. 501-503, 515 & 531.
150 Όπ. π., σ. 533-537.
151 Όπ. π., σ. 539-541.
152 Runciman, Η Άλωση, σ. 211.
153 Boucher, Histoire du costume en Occident de l’ antiquite a nos jours, σ. 192.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

ΟΜΙΛΙΑ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΜΕΛΟΥΣ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ





Ο κυνισμός των φιλοσόφων
(και ο κυνισμός των απάνθρωπων)


«Έχουμε χιλιάδες όνειρα χαράς και ζούμε χιλιάδες εφιάλτες λύπης.
Έχουμε χιλιάδες επιθυμίες αλλά και χιλιάδες απαγορεύσεις εναντίον τους.
Έχουμε χιλιάδες πράγματα να κάνουμε μα και χιλιάδες αδυναμίες να μας εμποδίζουν.»,
Γ.Χ. Κάτι είναι να κάνουμε για τούτο.

Ας φιλοσοφήσουμε!

Ο μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Διογένη του κυνικού, ο Αντισθένης, δίδασκε πως «Αρετή διδακτή εστί», δηλαδή, «Η αρετή είναι επίκτητη». Αν δεν γεννήθηκες ενάρετος μπορείς να γίνεις λοιπόν; Κι αν δεν γεννήθηκες φιλόσοφος μπορείς να γίνεις; Κι αν όχι «Έλληνας» μπορείς να γίνεις; Μα φυσικά! Για ποιον άλλο λόγο τόση διδαχή από δασκάλους πυγμαχίας, αστρονομίας, γνωστικούς, αγίους και ποιητές;
Ένα από τα κορυφαία μαθήματα κυνικής φιλοσοφίας είναι ο συγκλονιστικός περίπατος του Διογένη στην αρχαία Αθήνα, μέρα μεσημέρι, με ένα φανάρι στο χέρι, και να αναζητά έναν Άνθρωπο («Άνθρωπον ζητώ» είπε, όταν τον ρώτησαν τι κάνει).
Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε που είδε ενάρετους άντρες (σύμφωνα με τις αρχές του), αποκρίθηκε: «Άντρες πουθενά, στην Σπάρτη όμως, είδα παιδιά».
Το ότι (ο Διογένης) ζούσε μέσα σε ένα πιθάρι, δεν είναι κάτι που μπορούμε να μιμηθούμε, άλλωστε δεν είναι η μίμηση εκείνο που απαιτεί η σοφή στάση ζωής αλλά η προσαρμογή μας στο μέτρο της λιτότητας που πληροί όλους τους κανόνες της υγειούς διαβίωσης -και εννοείται- υπό τον όρο να μην γινόμαστε θύματα εκμετάλλευσης λόγω της απλότητας που μας διέπει, όταν άλλοι επιδιώκουν να πλουτίσουν από τον κόπο μας.

Ο Κυνισμός είναι εδώ από την αρχαιότητα είτε ανθρώπινος, είτε απάνθρωπος ανάλογα με το άτομο, μα σίγουρα απόμακρος από τις συνηθισμένες συμπεριφορές των ανθρώπων.
Ασύνορος, Ασυμβίβαστος, Ακαλούπωτος ο κυνισμός.
Αισθήσεις, αισθήματα, λογική και συναισθήματα δεν τα έχει σύμφωνα με πρέπουσες σημασίες και νοήματα.
Τον σπέρνεις και δεν φυτρώνει, τον πατάς και πολλαπλασιάζεται.
Κατέχει την τέχνη της κωμωδίας και σατιρίζει-σαρκάζει-καυτηριάζει, συναισθάνεται την ροή των πραγμάτων και δεν αποχαυνώνεται με τα εφήμερα.

Αν δεχτούμε υποθετικά, ως ιστορικό γεγονός έναν διάλογο, όπου εξελίσσεται μεταξύ ενός μαθητή και του δασκάλου, θα βρεθούμε εμπρός σε μια -κατά πολύ- ασυνήθιστη τοποθέτηση απέναντι σε ένα γεγονός: Όταν ένας από τους μαθητές του Ιησού Χριστού, του είπε: «Κύριε, συγχώρησόν μοι να υπάγω πρώτον και να θάψω τον πατέρα μου», τότε, ο Ιησούς του απάντησε: «Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς∙ συ δε απελθών κήρυττε την βασιλείαν του Θεού», Κατά Ιωάννην Θ’ 59 & Κατά Ματθαίον Κεφ. Η’ 22. Με άλλα λόγια… «Άσε του νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους.», αλλά μήπως-μήπως αυτή του η ψυχρή –φαινομενικά- στάση δεν είναι το απόλυτο δείγμα κυνισμού και με έντονα μάλιστα τα στοιχεία του ρατσιστικού διαχωρισμού από εκείνους που δεν ήταν μαθητές του στον δρόμο της σωτηρίας, άρα: κατώτεροι πνευματικά; Μα «Άσε του νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους»; Πόσο ανήθικο, σκληρό, αλαζονικό θα ακουγόταν στ’ αυτιά μας, αν το ακούγαμε σε μια δική μας περίπτωση; Είναι όμως; Πόσο και πως αλλιώς μπορεί να βλέπουν τα πράγματα άνθρωποι που έχουν απ’ αγκιστρωθεί από τις παγκοσμίως κοινές αντιλήψεις, πεποιθήσεις, ηθικές;

Με ένα άλλο παράδειγμα κυνικής συμπεριφοράς του «δίκαιου του ισχυρού», με σκληρές έως ολέθριες συνέπειες εναντίων των αδυνάτων –πράγμα γνώριμο και στις μέρες μας, όσον αφορά το εγχώριο και παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό-  θα πάμε πίσω ιστορικά, στον Μάρτιο του 416 π.Χ. σε ένα διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, στον οποίο αναφέρεται ο Θουκυδίδης (βιβλίο 5ο κεφ. 84-116). Η αλαζονεία της αυτοκρατορίας των Αθηνών έκανε απόβαση με μεγάλες πολεμικές δυνάμεις στο νησί της Μήλου, απαιτώντας από τους ανυπότακτους κατοίκους της να παραδοθούν στην υποτιθέμενη συμμαχία. Ο κτηνώδης κυνισμός των Αθηναίων υφαίνει ένα παρανοϊκό σκηνικό και ένας εκπληκτικός διάλογος μεταξύ τους εξελίσσεται. Παραθέτω μόνο την απαραίτητη λεπτομέρεια, ενδεικτική της λύσσας για όλο και περισσότερη εξουσία των ηγεμόνων Αθηναίων… «Έχουμε την απαίτηση να επιδιώξουμε πιο πολύ να επιτύχουμε τα δυνατά από όσα κι οι δυο μας αληθινά έχουμε στο νου μας, αφού ξέρετε και ξέρουμε ότι κατά την κρίση των ανθρώπων το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του κι ότι, όταν αυτό δε συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται.»
Όλοι γνωρίζουμε πως στους νόμους της πρωτόγονης συμπεριφοράς, την δίχως πολιτισμό και σοφία: το «μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Αλλά, πριν το φάει να του επισημάνει τόσο εκκωφαντικά και με τόσο θράσος αυτό, το: «οι δυνατοί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται», είναι το άκρον άωτον της κτηνωδίας.
Το αποτέλεσμα του διαλόγου (που όλοι αξίζει να μελετήσουμε) μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων ήταν η άρνηση των Μηλίων να παραδοθούν και συνέπια αυτού ήταν να σφαγιαστούν όλοι οι άνδρες, ενώ όλες οι γυναίκες και τα παιδιά να πουληθούν ως δούλοι.

Η έλλειψη της κοινής ηθικής είναι ένα από τα γνωρίσματα του κυνικού και δεν συνιστά απαραιτήτως ανηθικότητα (με την κοινή έννοια) αλλά συντάσσεται με την δυνατότητα αντικειμενικής αντίληψης, η οποία (αντίληψη) δεν γίνεται γεύμα παρορμήσεων, μήτε σύντροφος κυκλοθυμίας ή ανόητος αυτουργός σπασμωδικών και υστερικών δράσεων. Ανηθικότητα είθισται να θεωρείτε η συμπεριφορά η προερχόμενη από έκκλητες ή ανάρμοστες ηθικά πράξεις (σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή ηθική). Ο κυνικός δεν θα λάβει υπόψη του την ηθική του συρμού για να αντιδράσει σε κάτι ή απλά για να την υιοθετήσει ως στάση ζωής του. Με την διαφορά πως ο κυνικός που νοιάζεται για το κοινό καλό θα έχει αλτρουιστική αντίδραση σε μια αιτία, ενώ, ο κυνικός που νοιάζεται για τον κοινό εαυτό του θα λειτουργήσει βρώμικα απέναντι στο κοινό συμφέρον ή το συμφέρων των αδυνάτων, όπως στην περίπτωση των Μηλίων. Ο Κυνικός φιλόσοφος -με την αλτρουιστική διάθεση- είναι ο φίλος της αρετής με γνώμονα την αγάπη ενώ, ο Κυνικός -με την εγωιστική διάθεση- είναι ο κακούργος, με την έννοια που του προσδίδουν οι όποιες απεχθείς του πράξεις.

Περί Κυνισμού και Κυνικών!

Η Σάτιρα, η Παρρησία, η Απλότητα, η Αυτάρκεια, η Ψυχραιμία είναι από τα βασικά δομικά στοιχεία-γνωρίσματα του φιλοσοφικού κυνισμού.
Ο Διογένης ο «Κυνικός» (ή Κύων: Σκύλος), γνωστός κι ως ο Διογένης ο Σινωπεύς, μια μέρα βρισκόταν στην αγορά της Αθήνας και τον έβρισε ένας φαλακρός. Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ ου λοιδωρώ αλλά τας τρίχας επαινώ, ότι κρανίου κακού απηλλάγησαν», δηλαδή «Δεν θα σε βρίσω, αλλά θα παινέψω τις τρίχες που εγκατέλειψαν ένα τέτοιο κρανίο».
Βλέποντας κάποτε ο Διογένης μια θρησκόληπτη γυναίκα να σκύβει βαθιά στα αγάλματα των θεών, της είπε «Δε φοβάσαι καλή μου γυναίκα, μήπως κανένας θεός από πίσω σου σε δει σε άσεμνη στάση;».
Λέγετε, πως όταν από τα βάθη της Ασίας ο Μ. Αλέξανδρος έστειλε στον τοποτηρητή του Αντίπατρο μήνυμα με κάποιον αγγελιοφόρο, που λεγόταν Αθλίας, τότε, ο Διογένης ο Κυνικός, σχολίασε: «Αθλίας παρ΄αθλίου δι΄αθλίου προς άθλιον», δηλ. Ο άθλιος στέλνει άθλια επιστολή με τον Άθλιο προς ένα άθλιο.

Τι μπορεί να είναι ο κυνισμός λοιπόν, όχι πως θα τον ορίζαμε φιλολογικά;
Τον βλέπω σαν ένα οπτικό εργαλείο παρατήρησης, μέσω του οποίου διευκρινίζονται ή γίνονται ορατά διάφορα στοιχεία της συμπεριφοράς ή στάσης ζωής των ανθρώπων, ή γενικά του περιβάλλοντός μας. Το εργαλείο αυτό (ο κυνισμός) είναι μια ιδιότητα αντίληψης όπου διακρίνεις και βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά, δίχως την παρουσία παρορμητικών συναισθημάτων. Όταν βλέπεις και παρατηρείς κάτι και αφήνεσαι να επηρεαστείς από τα συναισθήματα του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς σου δεν μπορείς να είσαι αντικειμενικός στον σχολιασμό, την κρίση ή τις αποφάσεις σου. Το συναίσθημα μπορεί και λειτουργεί αυθεντικά όχι όταν σε επηρεάζει παρορμητικά αλλά, όταν νηφάλια παίξει τον δικό του ανθρώπινο ή ανθρωπιστικό ρόλο εκεί, όπου πλέον τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει, έχουν γίνει κατανοητά και υπάρχει πνευματική διαύγεια. Διαφορετικά η εμπλοκή του αποτελεί μειονέκτημα στην συμπεριφορά, το οποίο «συν τοις άλλοις» άνετα δύνανται να εκμεταλλευτούν εις βάρος μας όποιοι ασκούν οποιαδήποτε επιρροή ή εξουσία στην ζωή μας. Στην δράση του (ο κυνικός φιλόσοφος), στωικά υπολογίζει τις συνέπειες -όσο του είναι δυνατών- και δεν αποφασίζει «εν βρασμό». «Η φιλοσοφία μου χάρισε την ετοιμότητα να αντιμετωπίσω οποιαδήποτε στροφή της μοίρας.», έλεγε, ο Διογένης.

Ατρόμητος ο Κυνικός, άφοβος!

Ο Διονύσιος ο Στωικός αναφέρει ότι, μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, οδήγησαν τον αιχμάλωτο Διογένη στον Φίλιππο Β', που τον ρώτησε ποιος είναι. «Κατάσκοπος της απληστίας σου», απάντησε ο Διογένης, και ο Φίλιππος τον θαύμασε και τον άφησε.
Ο κυνικός φιλόσοφος, ήρεμος με την παραδειγματική στάση του επιδιώκει ν’ αλλάξει τον εαυτό του προς όφελος του κόσμου. Επιθυμεί ο κόσμος να γίνει ελεύθερος, δυνατός και υγιείς. Αυτός, ο ανθρώπινος κυνικός φιλόσοφος, θα καυτηριάσει ένα γεγονός και ίσως δώσει μια λύση, θα προτρέψει ή θα κάνει μια πρόταση με σκοπό την κοινωνική βελτίωση προσανατολισμένη στην κατεύθυνση της ευδαιμονίας. Η λογική του ξένη στην εμπάθεια και ίσως απογοητεύσει, αλλά, δεν θα αιματοχρωματίσει ψυχές, μήτε θα παγώσει καρδιές.
Ο -εκ διαμέτρου αντίθετος- κακούργος κυνικός είναι ψυχρός-παγερός-αδιάφορος στον πόνο του άλλου και για την υγεία της φύσης. Κάνει τα πάντα προκειμένου ν’ αλλάξει τον κόσμο προς το όφελος της εγωλατρίας του. Άλλες φορές, πανικόβλητος προσπαθεί να εξασθενήσει την υγεία, την δύναμη των ανθρώπων και να τους υποδουλώσει σε χίλιες δυο εξαρτήσεις (π.χ. καταναλωτισμός). Αυτός, ο κακούργος κυνικός της εξουσίας… θα παρουσιάσει τα ίδια πράγματα με απλοϊκή ψυχρή λογική, προσανατολίζοντας την κοινή γνώμη με περίπλοκα προσχήματα στην κατεύθυνση του συμφέροντος των ολίγων (το οποίο εντέχνως υποκρύπτει). Θα συνεχίσει με υπεκφυγές για το αρνητικό κοινωνικό αντίχτυπο, μετατοπίζοντας τις ευθύνες (εάν γίνουν ορατές) σε αόριστους παράγοντες ή σε αυτούς που θα υποστούν τις συνέπιες των θέσεων ή αποφάσεών του (δηλ. κατά του λαού). "Η πολιτική είναι μεγάλη τέχνη. Πείθει τους ανθρώπους να πληρώσουν γι’ αυτά που τους κλέψανε", Andrzej Majewski, 1963-, Πολωνός συγγραφέας και σκηνοθέτης.
Ο συνήθης εντολοδόχος κυνικός, σε μια κρίση, παγερά θα ισχυριστεί πως «χρειάζεται να σπάσουμε αυγά για να κάνουμε ομελέτα» ή ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», Μακιαβέλι. Αποφεύγει να διευκρινίσει πως μιλάει για ανθρώπινες ζωές που δεν είναι αυγά και κανιβαλικά τις θυσιάζει για το «κοινό» -στην ουσία δικό του- καλό λεηλατώντας χώρες επεκτατικά και βομβαρδίζοντας αθώους επιδεικτικά, χωρίς προσχήματα. Υπό μια έννοια κι ο λαός έχει μερίδιο ευθύνης στο έγκλημα όταν επανειλημμένα δεν του αφαιρεί την εξουσία. «Και όπως ένα φύλλο δεν κιτρινίζει παρά μόνο με τη βουβή επίγνωση όλου του δέντρου στο οποίο ανήκει, έτσι και ο αμαρτωλός αδυνατεί να διαπράξει αδικία αν δεν έχει και την κρυφή βούληση όλων των συνανθρώπων του», μας λέει ο θαυμάσιος Χαλίλ Γκιμπράν.
Ο συνήθης αμοραλιστής κυνικός, αδιάφορα θα ισχυριστεί πως «συμμερίζεται την κατάσταση που έχουν περιέλθει οι φτωχοί και οι άρρωστοι, αλλά προέχει η ασφάλειά τους». Αυτό σημαίνει, πως μας προτρέπει να δεχτούμε δουλικά το περιορισμό των όποιων ελευθεριών έχουν απομείνει για μια υποτιθέμενη ασφάλεια που θα μας παρέχει σαν δεσμοφύλακας. Ποτέ δεν θα πρόδιδε τους χρηματοδότες του προβοκάτορες, που προκάλεσαν την φτώχια και τις ασθένειες για να πουλήσουν δηλητηριώδης τροφές, φάρμακα και προστασία. Δηλαδή, έλεγχος της μάζας με οποιοδήποτε κόστος της ίδιας. Και μάζα γι’ αυτόν είναι μια κατώτερη (από αυτόν) σειρά ζωικών προϊόντων που εσφαλμένα λέγονται “άνθρωποι”.
Ο συνήθης Αιρετός κακούργος, σε μια πυρκαγιά ψυχρά θα ισχυριστεί πως «Ε! Δυστυχώς κάηκαν μερικά δένδρα εδώ πέρα», όταν δόλια κρύβει πως πίσω απ’ αυτά είναι καμένα μερικά ακόμα εκατομμύρια δένδρα και φυτά, μαζί με ζώα και πουλιά, με επιπλέον κάνα ογδονταριά (80) «απερίσκεπτους» ανθρώπους (πυρκαγιές του 2007, στο Νομό Ηλείας και άλλοι τόσοι άνθρωποι το 2018, στο Μάτι Αττικής, Ελλάδα) που κατά λάθος ζούσαν στον πυρπολημένο πλέον τόπο τους. Τι το ‘θελαν κι αυτοί οι κουτοί; Έτσι υποθάλπει φυγόδικους εγκληματίες και εμπρηστικά αρνείται την ένοχη απραξία της υστεροβουλίας του, αυτό το επίορκο ιταμό (αυθάδες, θρασύ, αναιδές) ανδρείκελο.
…Αυτά τα βδελυρά όντα εντέχνως ειρωνεύονται, σαρκάζουν τον πόνο, την θλίψη και την απόγνωση του απλού ανθρώπου. Συνήθως, αυτήν την κακία αποκαλούμε σήμερα κυνισμό. Οφείλουμε όμως να διακρίνουμε την διαφορά μεταξύ των κυνικών αυτών κακούργων με την παγωμένη καρδιά, σε σχέση με τους γνωστούς Στωικούς Φιλοσόφους (μεταγενέστερους και «απόρροια» των κυνικών) και τους Κυνικούς της αρχαίας Ελλάδος, οι οποίοι (οι κυνικοί) έλεγαν: «εμείς διαφέρουμε από τους άλλους σκύλους διότι εμείς δεν δαγκώνουμε τους εχθρούς αλλά τους φίλους, για να τους διορθώσουμε». Αν και οι αρχαίοι Έλληνες κυνικοί φιλόσοφοι, δεν ήταν οι μόνοι έμπρακτοι αμφισβητίες στην ιστορία και τον κόσμο και χωρίς απαραίτητα να συμφωνούμε σε όλες τους τις θέσεις και αντιπαραθέσεις, πιστεύω πως πολλές από τις αρχές τους μπορούν να έχουν εφαρμογή με μόνο κόστος την μείωση του καταναλωτισμού, μείωση της σπατάλης πόρων, μείωση του χρόνου εργασίας, του πλουτισμού, της σκλαβιάς, της δουλείας, της μόλυνσης, των ασθενειών, της εχθρικότατος, της επιθετικότητας, της άγνοιας και γενικώς της δυστυχίας.

Η ισορροπημένη συμπεριφορά!

Το πανάρχαιο ινδικό βιβλίο «Μπαγκαβάντ Γκιτά», αναφέρει: «Το διανοητικό που ακολουθεί τις περιπλανώμενες αισθήσεις καθιστά την ψυχή τόσο ανάπηρη όσο και το μικρό πλοίο που ο άνεμος παρασύρει πάνω στα νερά».
Κι επειδή είναι σημαντικό να καταλήγουμε ή να συμφωνούμε στο τι εννοούμε με μια ορολογία για να συνεννοούμαστε, αν δεχτούμε υποθετικά το παραπάνω φιλοσοφικό συμπέρασμα, με λίγα λόγια, θεωρώ πως «διανοητικό» είναι η ικανότητα του συλλογισμού, ό τρόπος σκέψης (νοοτροπία), η φαντασία, ο οραματισμός, η σύλληψη ιδεών, η έμπνευση, γενικά ο νους με την λογική∙ ανεξάρτητα από τις εγκεφαλικές δραστηριότητες που ενστικτωδώς αφορούν τον βιολογικό έλεγχο του οργανισμού. Πιστεύω πως η λογική δεν θα πρέπει να παρασύρεται από το συναίσθημα ή το συναίσθημα από την λογική -αν θέλουμε να έχουμε ισορροπημένη συμπεριφορά-. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν πρέπει να μην έχουμε συναισθηματική λογική και λογικό συναίσθημα προκειμένου να μην φτάνουμε στα άκρα. Δηλαδή, όταν μια απόφαση χρειάζεται λογική να είμαστε λογική και όταν η «καρδιά» μιλάει να την ακούμε. Να προσφέρουμε (για παράδειγμα) ένα πιάτο φαγητό αλλά να μην ξεβρακωθούμε κι όλας, να δείχνουμε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους αλλά να κοιτάζουμε και που βάζουμε την υπογραφή μας, να αγαπάμε τα ζώα αλλά όχι ανάμεσα σε μας και τον σύντροφο στο κρεβάτι. Να αντιλαμβάνομαι τον αλτρουισμό αλλά όχι να καταλήγω αφελής, να είμαι σε εγρήγορση αλλά όχι καχύποπτος, να είμαι φιλόζωος αλλά όχι μισάνθρωπος∙ επειδή στην αντίθετη περίπτωση το μόνο που θα έχω να αποκομίσω είναι ό,τι ο φανατισμός, η γκρίνια, η μιζέρια, η νευρασθένεια και οι ψυχώσεις αφήνουν πίσω τους... Και γινόμαστε όπως όταν αποσύρεται το νερό από μια λίμνη που πριν μοίραζε απλόχερα την ζωή. Όμως σύμφωνα με τον Πλάτωνα «ελεύθερο είναι ότι κυβερνά τον εαυτό του», μα ο άνθρωπος παρασύρεται, παρασύρεται, παρασύρεται!
Παρασύρεται από τον αγχωμένο συνομιλητή του και ξεχνιέται σε ένα συναίσθημα που το αντικείμενό του δεν είναι δικό του και δεν τον αφορά. Έτσι, δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός και ξάστερος για να βοηθήσει και επιπλέον κινδυνεύει να εμπλακεί ο ίδιος στο πρόβλημα του άλλου, με επιβλαβείς συνέπειες στην ζωή και την υγεία του.
Παρασύρεται από την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ενός πλήθους, σε παρωδίες λυσσασμένων οπαδών μιας υποκουλτούρας ποδοσφαίρου, κομματικών ή θρησκευτικών φανατισμών. Έτσι, μπορεί να γίνει βίαιος ακόμα και επικίνδυνος για τους άλλους ή και για τον εαυτό του.
Παρασύρεται από ενθουσιασμούς παροδικών στιγμών, που ενίοτε αποδεικνύονται κλούβιες και λειτουργώντας παρορμητικά κάνει λάθη, που παρ’ όλους τους πόνους όπου ακολουθούν εξακολουθεί να μην μαθαίνει και ξανά να παθαίνει. Έτσι, η ύπαρξή του σιγά-σιγά αργοσβήνει, χωρίς να το συνειδητοποιεί κι ο ίδιος παραδίδεται στην λήθη. Η λήθη, είναι μεταδοτική κι εάν γίνεται συνήθεια στον άνθρωπο, είναι τόσο δυνατή που μας παρασύρει στο να παραδώσουμε τον εαυτό μας στην μοιρολατρία του «δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Είναι μια εγκατάλειψη σε φρούδες ελπίδες Σωτήρων και Θαυμάτων δυστυχώς! Ενώ, η Άρνηση στη λήθη, με το να στοχαζόμαστε φιλοσοφικά σε ότι ζούμε, είναι μεγάλη δύναμη και δύναται να ανατρέψει την διολίσθηση στον μαρασμό. Εάν κανείς φθάσει σε αυτό το σημείο ένα του μένει ίσως… «Έσκυψα προς την ψυχή μου, σα στην άκρη πηγαδιού», τι όμορφα ετούτα τα λόγια του Κωστή Παλαμά. «Έσκυψα προς την ψυχή μου, σα στην άκρη πηγαδιού», αυτό ακριβώς ενδείκνυται να κάνουμε, να σκύψουμε στωικά μέσα μας, να δούμε και να καλλιεργήσουμε τον σπόρο της άνοιξης. Όταν όμως ο άνθρωπος αφήνετε να παρασυρθεί από ρεύματα εγκατάλειψης και δεν τείνει να διαμορφώνει την πορεία του σύμφωνα με μεγαλόπνοα όνειρα… το αποτέλεσμα θα είναι η διαμόρφωση μιας δογματικής μοιρολατρίας, επειδή (υποσυνείδητα) δεν θεωρεί πως έχει ελεύθερη βούληση αλλά όλα είναι προδιαγεγραμμένα από αλλού. Αν και παρατηρώντας τα της ζωής, δεν θα ήταν περιττό να αναρωτηθούμε για το αν όντως έχουμε ελεύθερη βούληση. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε πάντα, πως: «όταν κανείς δεν κυβερνά τον εαυτό του, θα βρεθούν άλλοι να τον κυβερνήσουν προς το συμφέρον τους.», Γ.Χ.
Ένας αφορισμός, λέει: «Οι Βασιλιάδες βασιλεύουν αλλά δεν κυβερνούν», αυτό δυστυχώς ισχύει για τον κατ’ ευφημισμόν άνθρωπο και την κατ’ ευφημισμόν ελεύθερη βούλησή του, δεν είναι καν ο βασιλιάς της φύσης –όσο κι αν καμώνεται πως είναι- δεν είναι Αυτοκυρίαρχος, δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει Αυτοδιάθεση!  Έχει εγκαταλείψει αυτήν του τη βούληση έτσι, που πια κινείτε κατευθυνόμενος αυτοκαταναλωτικά και καταναλωτικά με ό,τι του επιβάλλουν οι υποκινητές της πλύσης εγκεφάλου, μέσω του υποσυνειδήτου από τον κόσμο των συμφερόντων της παγκόσμιας τρομοκρατικής άρχουσας τάξης. Χιλιάδες άχρηστα προϊόντα και υπηρεσίες, εκατομμύρια όνειρα σε λανθάνουσα πορεία προς την δουλεία και τον αφανισμό... Εκείνο που στην ουσία επιδιώκουν (οι υποκινητές) αρχικά είναι, ο άνθρωπος, να έχει όλες εκείνες τοις επιβλαβείς συνήθειες, νοοτροπίες και στάσης ζωής όπου τον καθιστούν υποχείριο. Υπαγορεύοντάς του να ζει σε νοητικές και συναισθηματικές καταστάσεις που τον αρρωσταίνουν σωματικά, νοητικά και ψυχικά βυθισμένος στην άγνοια για τον εαυτό του και την αξία της ζωής.
Συνήθως, το πλήθος λειτουργεί ανισόρροπα και περνάει ανώμαλα και δίχως κατανόηση από το ένα άκρο στο άλλο, διαδικαζόμενος μεταξύ πολέμου-ειρήνης, ταραχής-ηρεμίας, πανικού-ψυχραιμίας, αμφιβολίας-εμπιστοσύνης, στενοχώριας-χαράς, κλάματος-γέλιου σαν να καταβροχθίζει άλλοτε κατσαρίδες και άλλοτε χαβιάρι αλλά, ποτέ δεν μασάει και δεν μεταβολίζει. Έτσι, τα αποτελέσματα είναι πάντα δυσάρεστα για την υγεία του. Η υγεία είναι μέρος της ποιότητας της ζωής, όπως είναι η ελευθερία, ο ελεύθερος χρόνος, ο έρωτας της ψυχής, ο συλλογισμός αλλά: «Τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο από τη ζωή», Ευριπίδης. Η ζωή; Η ζωή σύντομα θα δραπετεύσει από κείνον που δεν σέβεται τον εαυτό του.
…Αυτός είναι ο δικός μου καυστικός κυνισμός και γι’ αυτά είναι που θέλω να μιλώ…

Ζητούμενο!
Ο Επίκτητος (στωικός φιλόσοφος), αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, κατά τον Σωκράτη, «η μεγαλύτερη ευτυχία του ανθρώπου είναι να παρακολουθεί κάθε ημέρα τον εαυτό του βελτιούμενο.»
…Και για να είμαι σαφής: Ξέρω πως η παγκόσμια ιστορία, από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα, είναι γεμάτη καταγραφές από βαρβαρότητες, κακίες, αθλιότητες, κανιβαλισμούς, κλεψιές, αδικίες, ατιμίες και άλλα… αλλά και όμορφες πράξεις, μεγάλα επιτεύγματα, υπέροχες στιγμές, λαμπρότητα, ανθρωπιά. Και καθώς φαίνεται η ύφανση της μεγαλοψυχίας μα και της μικροψυχίας έτσι θα συνεχίσει να εξελίσσετε μαζί με τα γλυκά και τα πικρά της. Έως ένα βαθμό, από εμάς εξαρτάτε με τι θα συντονιστούμε για να διαπρέψουμε ή να βαλτώσουμε επειδή, ακόμα και «οι αντιξοότητες είναι ένας καθρέπτης που δείχνει τον πραγματικό μας εαυτό», όπως λέει, η Κινέζικη σοφία! Ποιος όμως, όποιοι κι αν είμαστε, μπορεί να κατηγορήσει ποιον και για ποιο πράγμα, όταν οι συνθήκες και το περιβάλλον δεν είναι φιλικό για μια φωτεινή εξέλιξη ή ακόμα και για μια φτωχή επιβίωση;
Ο Καρλ Έντουαρντ Σέιγκαν (Σαγκάν), Αμερικανός αστρονόμος, αστροφυσικός και συγγραφέας είχε κάνει μια διαπίστωση και την διατύπωσε με μια εύλογη απορία: «Όποτε πάω να μιλήσω με παιδιά στο νηπιαγωγείο ή την πρώτη τάξη δημοτικού, βρίσκω μια αίθουσα γεμάτη με ενθουσιώδεις επιστήμονες! Κάνουν ερωτήσεις με βαθύ νόημα: «Τι είναι το όνειρο;», «Γιατί έχουμε δάχτυλα στα πόδια;», «Γιατί το φεγγάρι είναι στρογγυλό;», «Ποια είναι τα γενέθλια του κόσμου;», «Γιατί το χορτάρι είναι πράσινο;» Αυτά είναι σπουδαία, πολύ σημαντικά ερωτήματα. Και τους βγαίνουν με έναν απόλυτα πηγαίο τρόπο! Έπειτα, πάω να μιλήσω με μαθητές λυκείου και όλο αυτό έχει χαθεί. Βαριούνται και δεν ενδιαφέρονται να ρωτήσουν. Κάτι τρομερό συμβαίνει μεταξύ νηπιαγωγείου και λυκείου κι αυτό δεν είναι απλώς εφηβεία.»
Ο καθημερινός άνθρωπος δεν γνωρίζει σχεδόν καθόλου την έννοια της φιλοσοφικής -έστω- διάστασης της αμφισβήτησης, του στοχασμού, του διαλογισμού. Πόσο μάλλον σαν φυσικές ενστικτώδης εσωτερικές διαδικασίες συμπεριφοράς στην δράση του και μέχρι που απαξιοί στο άκουσμά τους. Αν και νομίζω αυτές εμπεριέχονται στους γενετικούς κώδικες της ύπαρξής μας. Κάτι που βλέπουμε καθαρά στα παιδιά, που ζουν σε ένα συνεχές ερευνητικό «γιατί;». Φτάνει να τις ενεργοποιήσουμε αφού, πρώτα ενδοσκοπώντας τις ανακαλύψουμε εκ νέου! Δεν αυτοπαρατηρούμαστε, δεν αναλύουμε ερευνητικά και δεν συνειδητοποιούμε τις διαδραματιζόμενες διαδικασίες (σκέψεων, επιθυμιών, συναισθημάτων) μέσα μας, ώστε να μαθαίνουμε και να βελτιωνόμαστε, αμβλύνοντας και απλοποιώντας την ζωή μας.

Για την απλότητα

Σαν είδε μια μέρα ένα παιδί να πίνει νερό με τη χούφτα του χεριού του, ο Διογένης ο Σκύλος, έβγαλε από το σακούλι του το κύπελλο, που μ’ αυτό έπινε νερό, και το πέταξε λέγοντας: «Ένα παιδί με ξεπέρασε σε απλότητα ζωής (Παιδίον με νενίκηκεν ευτελεία)».
Ένας Ινδιάνος Αρχηγός, το «Γεράκι που πετά», μίλησε με απλά λόγια για το υγειές και λιτό που δεν σε στέλνει για δουλειά αλυσοδεμένο σε δωδεκάωρα, με ένα παράδειγμα: «Το τίπι (κάτι σαν το τσιγγάνικο τσαντίρι) είναι η πιο καλή κατοικία για να ζεις: είναι πάντα καθαρό, ζεστό το χειμώνα, δροσερό το καλοκαίρι, εύκολο να το μεταφέρεις.
Ο λευκός άνθρωπος χτίζει μεγάλο σπίτι, σαν μεγάλο κελί∙ δίνει πολλά λεφτά, κλείνει έξω τον ήλιο, δεν μπορεί ποτέ να μετακινηθεί∙ είναι πάντα άρρωστος», (1852-1931).

«Βρίσκω στη γη μια ουσιαστική πρόταση για απλή ζωή κι αγαπώ τη απλή ζωή περισσότερο από το καθετί∙ όχι τη ρυπαρή και πεινασμένη φτώχεια αλλά τη φτώχεια που είναι ευλογημένη-απλή, ταπεινή, σαν το μαύρο ψωμί», Federico Garcia Lorca (1898-1936).

«Τα αξιόλογα πράγματα μπορούν να αγοραστούν με ασήμαντα ποσά και το αντίθετο», Διογένης ο κυνικός.

Φιλοσοφώντας δεν θα έχουμε μια ζωή χωρίς δυσκολίες και προβλήματα αλλά, θα είναι υποφερτή όσον αφορά τον τρόπο που θα τα αντιμετωπίζουμε, απαλλαγμένη από τα επιπρόσθετα προβλήματα που προκαλεί η ανορθόδοξη λογική και στάση μας απέναντι τους. Ας αλλάξουμε τις συνήθειες μας κι αν μπορούμε ας ζήσουμε χωρίς συνήθειες. Προφανώς κάποιες είναι πολύπλοκες, ρομποτικές ή και αρρωστημένες: «Χειρότερη απ’ την απελπισία είναι η συνήθεια της απελπισίας», μας λέει, ο Αλπέρ Καμύν, και μάλλον πιο ώριμο θα ήταν να μην είχαμε καθόλου (συνήθειες). Η συνήθεια αποτελεί μέρος της μηχανικής φύσης των πραγμάτων ενώ, εκείνος που δρα αυτόβουλα και σύμφωνα με τις ανάλογες συνθήκες της κάθε στιγμής… παρατηρεί, δρα και προσαρμόζεται πάντα διαφορετικά αφού καμία συνθήκη, κανένα δεδομένο δεν είναι απόλυτα ίδιο με το προηγούμενο. Εμείς γιατί έχουμε συνήθειες; Ας εξασκηθούμε στην μη συνήθεια. Ο Αντισθένης, έλεγε: «Η πιο αναγκαία μάθηση είναι το να ξεμάθει κανείς τις κακές συνήθειες.»
Μια μέρα ο Διογένης πήγε στο θέατρο, όταν η παράσταση είχε τελειώσει και ο κόσμος έβγαινε έξω. Αντίθετα στο πλήθος, που έβγαινε έξω, αυτός προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο και να μπει μέσα, και σαν τον ρώτησαν, γιατί πάει αντίθετα, απάντησε: «Σε όλη μου τη ζωή αυτό εξασκούμαι να κάνω».
Αν παρατηρούσαμε την προσαρμοστικότητα της φύσης, σε ορισμένα πράγματα θα μπορούσαμε να παραδειγματιστούμε… «Οι θύελλες», λέει ο Geirge Herbets, «κάνουν τις βελανιδιές ν’ απλώνουν βαθύτερες ρίζες», απλό δεν είναι να το καταλάβουμε;

Σε αυτό το σημείο, σκεπτόμενος το πόσο κοντόφθαλμα αντιλαμβανόμαστε τα της ζωής, σκέφτομαι πράγματα που πάντα λέω για τις στιγμές απελπισίας και απόγνωσης, τα οποία ενθυμούμενος κανείς παίρνει κουράγιο και καταλαγιάζει ή καταπραΰνει -θα λέγαμε- τον πόνο ή την στενοχώρια. Ο Κομφούκιος, είχε πει πως «Εκείνο που η κάμπια θεωρεί τέλος του κόσμου, η φύση το ονομάζει πεταλούδα!». Βλέπουμε πως μια διαφορετική ματιά, μια διαφορική προσέγγιση δίνει άλλο νόημα σε όλα. Επίσης, κάποιες φορές υπερβάλουμε (από μικρότητα και εγωισμούς) με τον τρόπο που σαρκάζει μια σοφή Ελληνική Λαϊκή Παροιμία, πως… «Για τον ψύλλο καίει το πάπλωμα». Θα μπορούσαμε έτσι, να καταλάβουμε το πόσο εύκολα «κάνοντας την τρίχα τριχιά» στεναχωριόμαστε για πράγματα που δεν έχουν αξία και δεν δίνουμε σημασία στην υγεία μας∙ που μετά την ίδια την ζωή είναι το πολυτιμότερο αγαθό.
Εμείς όμως φαντασιωνόμαστε ως αγαθά ό,τι προστάζει την αφθονία εφήμερων επιδόσεων μιας αξιολύπητης κουλτούρας, κάποιων απατεώνων διαφημιστών και των άλογων προθέσεων ενός παραπλανημένου εγώ μας. Αλλά… «αν άκουγε ο Θεός τα παράπονα των κοράκων, όλοι οι γάιδαροι θε να ψοφούσαν», όπως λέει μια άλλη Λ. Παροιμία. Και μ’ αυτήν, κατανοούμε πως δεν μας εξυπηρετούν οι παράλογες αξιώσεις. Τώρα, πώς ορίζει κανείς το λογικό και το άλογο σε έναν κόσμο όπου δεν έχει κοινή λογική, σε μια κοινωνία όπου δεν υπάρχουν αυτονόητα επειδή δεν τα έχει ορίσει και οποιαδήποτε στιγμή τα πάντα μπορεί να ανατραπούν, πραγματικά εδώ υπάρχει ένα ζήτημα, αλλά, ας μην ξεφύγουμε από το θέμα.

Όσον αφορά τα προβλήματα, πολλά από αυτά είναι αποτελέσματα καθαρά δικών μας επιλογών και δεν είναι λάθος να ξέρουμε στη ζωή, πως «Όποιος μπαίνει στο χαμάμι, θα ιδρώσει.», Λαϊκή Παροιμία. Μήτε γίνεται να ρίχνουμε αλλού τα φταιξίματα των επιλογών μας ή κάποιας ατυχίας που μας επισκέφτηκε και να φυγοπονούμε. Αυτό, επειδή με βάση την λογική ή την επιθυμία με την οποία πριν κάναμε την λάθος επιλογή το ίδιο θα ξανακάνουμε εάν δεν διορθώνουμε μέσα μας τα κριτήρια ως αιτία ή την νοοτροπία του επιλέγειν. Αλλά κι αν ακόμα η «ατυχία» επανέρχεται ενώ, εμείς κρατάμε πάντα την ίδια στάση ζωής (αντιδρώντας με τον ίδιο τρόπο) τότε, δεν έχουμε να περιμένουμε διαφορετικές συνέπειες. Με το να διαιωνιζόμαστε όπως είμαστε και να τεκνοποιούμε αναπαράγοντας αυτό που είμαστε, θα διαιωνίζουμε την ίδια προβληματική ζωή και αυτό δεν είναι παρά βλακώδες! Πιστεύω πως τα περισσότερα «προβλήματα» πρέπει να μπουν σε εισαγωγικά γιατί δεν υπάρχουν καν ή απλά είναι δυσκολίες από εκείνες που όλοι έχουμε και δεν δικαιούμαστε να γκρινιάζουμε σαν κακομαθημένες πριμαντόνες (prima donna) ή ντίβες! Παράγονται από έναν ακαλλιέργητο νου, από έναν ακαμάτη του πνεύματος ή από μια ανώμαλη ψυχοσύνθεση. Πράγμα που σημαίνει πως είναι τέκνα μιας λιγότερο εξελιγμένης κοινωνίας (σε σχέση πάντα με μια ιδανική κοινωνία που θεωρητικά έχουμε στο μυαλό μας ή εγώ στο δικό μου).

Παιδεία, Πολιτισμός

Τόπο για βήματα προς μια καλλιεργημένη κοινωνία μας προσφέρουν και οι καλές τέχνες των εννέα Μουσών όπως είναι η ποίηση, η μουσική, ο χορός, η ζωγραφική, η γλυπτική, το θέατρο. Είτε με ενασχόληση (ως δημιουργοί και καλλιτέχνες), είτε ως απλοί αποδέκτες (εραστές των τεχνών). Αρκεί αυτές οι τέχνες να μην εκφράζονται από τσαρλατάνους και κοπρίτες. Επίσης, ευεργετική είναι η ενασχόληση με την φυσική σωματική άθληση (όχι πρωταθλητισμό), η εργασία -άνευ υπερβολής- με τη γη, το φυτό, το πουλί, το άνθος και το ζώο. Ειδικά, θα μπορούσαμε επίσης να καλλιεργήσουμε την ικανότητα διάκρισης και εν συνεχεία εμπέδωσης λέξεων, εννοιών και νοημάτων. Όπως για παράδειγμα μεταξύ Θάρρους και Θρασύτητας, μεταξύ Κυνισμού και Αδιαφορίας μεταξύ Στωικότητας και Ψυχρότητας, μεταξύ Ελευθερίας και Ελευθεριότητας, τις οποίες συχνά μπερδεύουμε στη στάση ενός ατόμου που λειτουργεί σύμφωνα με αυτές. Η άγνοια νοημάτων και εννοιών των λέξεων, η σωστή χρήση τους στην σκέψη και την έκφραση έχει διατηρήσει τεράστια σύγχυση. Αιώνες τώρα, κρατά αιχμάλωτους στον τραχύ πόνο και την πολλαπλή δυστυχία, όσους αδιαφορούν για την φιλοσοφία και δεν αμφισβητούν κραταιές αντιλήψεις, συνήθειες, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, δεισιδαιμονίες και δογματικούς κώδικες συμπεριφοράς.
Ευτυχώς, κάποιοι έχουν ανακαλύψει τον τροχό και την φωτιά χιλιάδες χρόνια πριν από μας, έχουν μιλήσει για όσα μας αφορούν και κάποιοι άλλοι έχουν γράψει μεθόδους και τρόπους σκέψης ή λειτουργίας της συμπεριφοράς με τους οποίους –αλήθεια- μπορούμε να πειραματιστούμε και να αποδείξουμε αν μας επιτρέπουν να ζήσουμε καλύτερα ή όχι. Μπορούμε έτσι, να θέσουμε τις ιδέες αυτές άμεσα σε εφαρμογή. Δεν μας εξυπηρετεί σε τίποτα ή απόρριψη ή η αποδοχή μιας ιδέας (τα δύο άκρα αντίθετα της ανισορροπίας δηλαδή) εάν πρώτα δεν την πειραματιστούμε στην πράξη. Ας δράσουμε, εκτός κι αν είμαστε ικανοποιημένοι (ικανο-πηδημένοι, αν το πω με την αδιάντροπη ειλικρίνεια ενός Κυνικού) από την έως τώρα ζωή και τον κόσμο που μας περιβάλει. Γιατί τότε, χάνουμε άδικα τον χρόνο μας ακούγοντας ή διαβάζοντας λόγια ωσάν ετούτα.
Συμπυκνωμένα λόγια εφαρμοσμένης σοφίας, δίχως φλυαρίες… «Σοφόν το Σαφές», όπως έλεγε ο Ευριπίδης, που άμεσα διδάσκουν υγιή τρόπο ζωής και εσωτερικής καλλιέργειας, που οξύνουν την σκέψη και την αντίληψη είναι τα γνωμικά, οι ρήσεις, τα αποφθέγματα, οι παροιμίες, τα αποστάγματα σοφίας δηλαδή. Μακάρι να υπήρχε ξεχωριστή ώρα μαθήματος «γνωμικών» από το νηπιαγωγείο έως και το πανεπιστήμιο. Πιστεύω πως έτσι, ο κόσμος μας θα ήταν κατά πολύ τρανότερος. Ο Κράτης (μαθητής του Διογένη), «΄Ελέγε ότι πρέπει να σπουδάζουµε ϕιλοσοφία, ώς την στιγµή που ϑα ϐλέπουµε τους στρατηγούς ως οδηγούς γαϊδάρων», Λαέρτιος, 6.92

Πως;

Είπα πριν για τις διαφορές μεταξύ Θάρρους και Θρασύτητας, μεταξύ Κυνισμού και Αδιαφορίας μεταξύ Στωικότητας και Ψυχρότητας, μεταξύ Ελευθερίας και Ελευθεριότητας. Λέξεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν προσωπικότητες, νοοτροπίες, στάσεις ζωής, ολόκληρες κοινωνικές τάσεις. Λέξεις που καταδεικνύουν ένα πραγματικό μας πρόβλημα για το πώς βαδίζουμε νοητικά και ψυχολογικά σε έναν δρόμο όπου δεν γνωρίζουμε και που ίσως ποτέ δεν μας έδειξαν. Μας έδειξαν πώς να τρώμε, πώς να περπατάμε, πώς να αγχωνόμαστε, πώς να συμβιβαζόμαστε, πώς να εγκαταλείπουμε και άλλα «χρήσιμα» πράγματα αλλά, ποιός μπήκε στον κόπο να μας μάθει το Πώς και όχι το Τί να σκεφτόμαστε; Πώς και όχι Τί να ονειρευόμαστε, πώς να διεκδικούμε, πώς να παίρνουμε τη θέση του άλλου; Όχι! Αυτά βλάπτουν την παραγωγικότητα, την ανισότητα, την ταπείνωση, δεν ωφελούν την διαιώνιση της δουλικότητας. Πρέπει να στεναχωριέσαι μέχρι εμφράγματος, πρέπει να γελάς μέχρι ανακοπής, πρέπει να πονάς για να έχεις ανάγκη την πρέζα, πρέπει να τρως μέχρι σκασμού, πρέπει νηστεύεις μέχρι θανάτου. Μην ερωτεύεσαι, βλαμμένος είσαι; Μην ζητάς ουρανό, σε τράπεζες ανήκει, δεν το ήξερες;
…Θα τελειώσουμε ποτέ με όλα αυτά, τα της νηπιακής εξέλιξής μας ή θα συνεχίζουμε να αναπαραγόμαστε σαν τα υπόλοιπα ζώα χωρίς να μας νοιάζει το μέλλον των παιδιών που φέρνουμε σε καιρούς και τόπους χωρίς ποιότητα ζωής, χωρίς γνώση, τέχνη, ελευθερία, δικαιοσύνη;

Δικαιοσύνη! Τι πράγμα είναι τούτο;;;

Ένα Κινέζικο ρητό, λέει: «Σε ένα κράτος τα χρηματικά κέρδη δεν θεωρούνται ευημερία, αλλά η ευημερία του έγκειται στην δικαιοσύνη». Αντιθέτως, αδικία χαρακτηρίζει το άτομο, την οικογένεια, την κοινωνία, τον κόσμο μας με έλλειψη Δημοκρατίας παντού στην γη. Η γεύση της (έλλειψης) είναι χολή στα χείλη όλων μας, η αίσθησή της μέγγενη στην καρδιά μας, η αξία της έρεβος στην ψυχή μας, η ηχώ της τρελαίνει το νου μας, το βάρος της κατακρημνίζει τα όνειρά μας, η αιτία της θλίβει τη ματιά μας.
«Το άδικο ενισχύεται από την αδυναμία, οι νόμοι της ζούγκλας το ευλογούν και η ισχύ του πλούτου το παρασημοφορεί!», ο Εξωσχολικώς Παράγον Αμφισβήτησης.
Αδικία! Σίγουρα ξέρουμε τι σημαίνει αδικία, όμως… Δικαιοσύνη; Πως θα εξηγούσαμε αυτή την λέξη σε ένα παιδί; Να! ένα πραγματικό πρόβλημα. Πώς θα του πεις ότι τα παραμύθια τέλειωσαν και πως εδώ «κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», ότι «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό», ότι «στην ζούγκλα ισχύει ο νόμος του ισχυροτέρου» ή πως η γάτα παίζει το παιχνίδι του θανάτου με το ποντικό, μέχρι τέλους. Αν δεν του το πεις -που συνήθως έτσι γίνεται- τότε εσύ πρώτος γίνεσαι άδικος και «κακός παιδαγωγός» γιατί θα το μάθει με μεγαλύτερο πόνο. Ένα παραμύθι μπορεί να του διδάξει αρχές, αξίες, ιδανικά όμως αυτά δεν υπάρχουν για να παραμένουν σε παραμύθια. Μάθε να ζεις με αυτά και δίδαξε του τα, δώσε του παραδείγματα, κοινώνησέ τα και κάτι θα γίνει. Δεν αρκεί το κάτι βέβαι αλλά, λένε πως «για να διανύσεις χίλια μίλια πρέπει να κάνεις το πρώτο βήμα». Εκτός, κι αν νομίζει κάποιος πως δεν έχει κάτι να αλλάξει από τον -έτσι κι αλλιώς- «μεγάλο» εαυτό του και δεν κάμπτει το εγώ του εμπρός στον μαστό της γνώσης για ν’ απολαύσει το γάλα της μητέρας αλήθειας∙ όταν ακόμα και το ταπεινό αρνί γονατίζει για να θηλάσει.
Όσο κι αν φαίνεται σκληρό, επιβάλλεται από τα γεγονότα, στην κατάλληλη στιγμή το παιδί να μαθαίνει την αλήθεια, όπως ο άρρωστος πρέπει να μαθαίνει από τη πάσχει για να ξέρει να αντιμετωπίζει την νέα κατάσταση. Βέβαια χρειάζεται να ξέρει να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις, τα προβλήματα, τα γεγονότα. Φυσικά χωρίς παιδεία που θα στηρίζεται σε μια φιλοσοφημένη στάση, σε μια εκλεπτυσμένη μορφή συμπεριφοράς ας μην περιμένουμε πολλά ή καλύτερα ας περιμένουμε τίποτα. Αυτό ήδη είναι η ασθενής πραγματικότητά μας.
Σύμφωνα με την Κινέζικη σοφία: «Το ποντίκι έχει τους τρόπους των ποντικιών», δηλαδή, ό,τι είμαστε κάνουμε. Μήπως ό,τι δυνάμεθα να γίνουμε ως κοινωνικό σύνολο μπορούμε και να κάνουμε; Και εκείνο που θα κάνουμε, εκ των πραγμάτων, δεν θα τροποποιήσει και την πραγματικότητά μας; Αρκεί να είμαστε έτοιμοι για ευνοϊκούς ανέμους… γιατί πάντα ο καιρός αλλάζει κι αν δεν κοιμόμαστε περιδιαβαίνοντας σαν νωχελικοί ακροβάτες σε θανατερούς ιστούς, δυνάμεθα τότε να θριαμβεύσουμε!
Ο Κυνισμός, με αδιάντροπη ειλικρίνεια φαίνεται σα να μας λέει πως «η ζωή είναι πολύ αστεία όταν την παίρνουμε στα σοβαρά.», Γ.Χ. Τα δίνουμε όλα για ένα ανόητο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, λυπόμαστε για την απώλεια πραγμάτων που δεν έχουν αξία, τρέχουν τα σάλια μας στις βιτρίνες χειρότερα από τον Τάνταλο. Αν αυτές νομίζουμε πως είναι οι χαρές που μας απέμειναν στη ζωή «με τα τσαρούχια κοιμόμαστε», γι’ αυτό αλωνίζουν ανενόχλητες οι συμμορίες που κυβερνούν τις χώρες του πλανήτη.
Ο Διογένης βγήκε μια μέρα στην αγορά και άρχισε να φωνάζει: «Ε, άνθρωποι που είστε;». Σαν μαζεύτηκαν κάμποσοι, τότε άρχισε να τους κυνηγά και να τους χτυπά με το ραβδί του, λέγοντάς τους: «Ανθρώπους κάλεσα, όχι παλιάνθρωπους».

Ο Κυνισμός ενός φιλοσόφου δεν είναι η αδιαφορία ή η κοινώς λεγόμενη «γαϊδουριά» για τα κοινά και τον διπλανό του, δεν είναι η συνηθισμένη αναισθησία εκείνου που προσπερνάει ή εγκαταλείπει τον πληγωμένο κατά γης, δεν είναι η ψυχρή τετράγωνη λογική του τεχνοκράτη ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για τις ανθρωπιστικές επιπτώσεις των προγραμμάτων του. Η απλότητα στην στάση του οφείλεται στο ότι ελέγχει τα συναισθήματά του κατά τρόπο που να μην θολώνει το μυαλό του για να βλέπει ξεκάθαρα, να παρατηρεί, να κρίνει, να δρα ψύχραιμος, ακόμα και για να αυθαδιάζει προκλητικά -κάποιες φορές- με ευθύτητα και ανδρεία.
Με άλλα λόγια, είναι σίγουρο πως ο κυνικός-απαθής (από την άποψη της ουδετερότητας) ακόμα και σε μια προσωπική του οδυνηρή κατάσταση βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, επειδή επιτρέπει στην λογική να λειτουργήσει μαθηματικά και στην καρδιά να μην υπερβάλει συναισθηματικά, δηλαδή, στον εαυτό του να δράσει ώριμα προς όφελος της ύπαρξης. Κι αν βρεθεί εμπρός σε ένα μεγάλο δίλλημα θα κάνει το εφικτό και ανθρώπινο χωρίς θεατρινισμούς (που συνηθίζονται στις μέρες μας) για παράδειγμα: Εάν ο συνοδοιπόρος του πέσει σε μια κινούμενη άμμο -τι πιο λογικό για τον ψύχραιμο- δεν θα βουτήξει και ο ίδιος μέσα για να πιάσει τον άλλον, μα θα κοιτάξει κάτι να βρει –έστω ένα «παλούκι»- να μπορέσει να του δώσει να πιαστεί. Από την μεριά του ο βυθισμένος στην άμμο εάν είναι κυνικός φιλόσοφος δεν θα αρχίσει να «χορεύει» πανικόβλητος γιατί περισσότερο και γρηγορότερα θα βυθιστεί. Αυτή είναι η απλή στωική στάση της κυνικής συμπεριφοράς ενός που νοιάζεται αλλά δεν ταυτίζεται με τα πράγματα ή τα γεγονότα, δεν γίνεται ένα με αυτά και απολαμβάνει τις χαρές, τα αγαθά της ζωής και του κόσμου. Κάποιες φορές θα τον δεις επιφανειακά ανέκφραστο, μη ενθουσιώδη. Κάποιες άλλες... μιλώντας ευθέως σχολιάζει τα πράγματα ωμά, καυστικά, ίσως και με χλεύη, αλλά ειλικρινά και χωρίς περιστροφές. Όταν ο Διογένης βρέθηκε εμπρός σε μια θυσία, ενός ζευγαριού όπου έκαναν υιό, τους είπε: «Και για το τι άνθρωπος θα γίνει, δεν κάνετε θυσία;». Δεν είναι κόλακας κι αυτό ενοχλεί όσους αναζητούν στ’ αυτιά τους χάδια σαν από συνήθεια, σαν από ανασφάλεια, σαν από ωραιοπάθεια ή μεγαλομανία. Σε μια άλλη ιστορική σκηνή, λέγετε, πως ο Διογένης ήταν ξαπλωμένος και λιαζόταν στο Κράνειο της Κορίνθου, όταν ο Μ. Αλέξανδρος ήρθε στάθηκε από πάνω του και του είπε: «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις», ο Διογένης ασάλευτος, του λέει: «Μη μου κρύβεις τον ήλιο (’Αποσκότησόν μου)». Σε μια παρόμοια περίπτωση, αξίζει εδώ να πάμε στα τέλη του 13ου αιώνα μ.Χ., στην κεντρική μικρά Ασία, και να ακούσουμε τον απόγονο του Τσεγκίς Χαν, Βασιλιά Ταμερλάνο να ρωτά τον Νασρεντίν Χότζα:
«Για πες μου, Χότζα, αν ήμουν σκλάβος, πόσο θ’ άξιζα;», «Σαράντα γρόσια», αποκρίνεται ο Νασρεντίν Χότζας, «Μα τόσο αξίζουν τα ρούχα μου», «Γι’ αυτό αξίζεις σαράντα γρόσια», βεβαίωσε ο Χότζας!
Βλέποντας μια ημέρα τους αξιωματούχους να οδηγούν στη φυλακή κάποιο ταμία, που είχε κλέψει ένα κύπελο, ο Διογένεις είπε: «Οι μεγάλοι κλέπται τον μικρόν άγουσι».

Βιασύνη, οργή και Στωικότητα

«Εκείνος που είναι βλάκας, του αρέσει να χάνει το ηθικό του με κάθε λόγο», μας λέει ο Ηράκλειτος, ενώ ο Στωικός στις προκλήσεις παραμένει καρτερικός, ατάραχος, χωρίς υστερίες, χωρίς εμπάθειες.
Η Στωικότητα είναι μια σταθερά μεγάλη δύναμη που αντιτίθεται άψογα στην βιασύνη και την οργή, σε πολλές περιστάσεις στις οποίες αντιμετωπίζουμε δυσκολίες (ατυχίες, φιλονικίες ή ενθουσιώδης καταστάσεις). Εκείνος που στοχεύει την στωικότητα, εργάζεται μέσα του παιδαγωγικά και με τον καιρό ο τρόπος του στωικού μετατρέπει τον γενετικό κώδικα της φύση του και περνάει στο ένστικτο.
«Δύο τα εναντιώτατα ευβουλία είναι, τάχος τε και οργήν.
μτφρ: δυο πράγματα είναι αντίθετα στη λήψη σωστής απόφασης, η βιασύνη και η οργή.», Θουκυδίδης. Εμείς εξοργιζόμαστε εύκολα, θιγόμαστε εύκολα, ζηλεύουμε εύκολα, αγαπάμε παθιασμένα και μισούμε παθιασμένα με ευκολία. Δικαιολογούμε αυτή μας την συμπεριφορά ως ανθρώπινη∙ αλλά έτσι… αρκετά άτομα έχουν καταλήξει μόνοι, αποξενωμένοι, στα σίδερα ή ακόμα και στο χώμα. Αρκετοί είναι εκείνοι που απερίσκεπτα έχασαν τη ζωή τους σε διαμάχες μικροψυχίας, γιατί η κατσίκα του γείτονα έφαγε από το χωράφι τους σε μερικούς πόντους γης (μέσα σε ένα αχανές σύμπαν τρισεκατομμυρίων γαλαξιών) που νόμιζαν ότι τους ανήκει και έχασαν την ψυχραιμία τους… «Σου ανήκει μόνον ό,τι δε χάνεται μετά από ένα ναυάγιο (όπου έχεις πνιγεί)», λένε οι Σούφι.

Η Στωική αντιμετώπιση των πραγμάτων, δείχνει αρκετά ξένη στην εποχή του πανικού, της ταραχής, του άγχους, της γκρίνιας μα είναι σπουδαίο να ξέρει κανείς να παραμένει ήρεμος σαν τη λίμνη κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο. Αν ταράξεις την λίμνη χάνεις το φεγγαρόφωτο. Τι απλό! Πολλοί είναι που δεν κατανοούν πως γίνεται… «Ο ευφυής (να) είναι σε εγρήγορση χωρίς να είναι σε ένταση.», Μπρους Λη.
Αλλά… όλοι ξέρουμε τι σημαίνει σφίξιμο στο στομάχι= πιθανώς έλκος/ πόνος στην πλάτη= πιθανώς έμφραγμα/ μια μέγγενη να πιέζει τον εγκέφαλο= πιθανώς ημικρανίες, εγκεφαλικά και πάει λέγοντας. Ποιος θέλει να του συμβούν αυτά; Μα και ποιος υιοθετεί την ψυχραιμία του Στωικού, την νηφαλιότητα, την όχι παθιασμένη στάση σε ότι του συμβαίνει είτε θετικό, είτε αρνητικό; «Το αναπόφευκτο να το δέχεσαι με ηρεμία» γιατί «Η αταραξία της ψυχής είναι το καλύτερο γλύκισμα ανάμεσα στις πίκρες», λέει ο Σενέκας ο Νεότερος.

Η μέση οδός

Ο Βουδισμός λέει, πως «Αν τεντώσεις πολύ την χορδή θα σπάσει, εάν την αφήσεις πολύ χαλαρή δεν θα παίζει». Ο ακραίος τύπος ανθρώπου αυτοκαταστρέφεται σαν να περνάει από μια κατάψυξη με εκατό βαθμούς υπό του μηδέν, σε έναν φούρνο θερμοκρασίας εκατό βαθμών άνω του μηδενός και κυκλοθυμικά διαρκώς εναλλάσσεται ψυχικά θρυμματιζόμενος όπως το κρύσταλλο. Αυτό είναι δυνατόν να αλλάξει, αλλά αυτή τη φορά δεν χρειάζονται ρόπαλα, σφεντόνες, πυροβόλα, σπαθιά ή ακτίνες λέιζερ. Η ανταρσία, η επανάσταση, η μάχη είναι εσωτερική δεν μπορεί να ξεκινήσει από τους δρόμους, από γιάφκες, από έδρανα ή από το διαδίκτυο.
Αν μελετήσουμε την συμπεριφορά μας, την συμπεριφορά του ελιτισμού, την συμπεριφορά της υποτακτικότητας και την συμπεριφορά των κυνικών φιλοσόφων ή γενικά των φιλοσόφων του πλανήτη και κάνουμε τις συγκρίσεις θα έχουμε όχι απλώς χρήσιμα συμπεράσματα αλλά, ήδη κάτι θα έχει αρχίσει μέσα μας να αλλάζει. Κι ας αποφασίσουμε τότε τι θέλουμε για ζωή, κι ας το κοινωνήσουμε και στα παιδία γιατί άλλη ελπίδα δεν έχουμε! Έτσι κι αλλιώς… «κάθε υψηλό έργο στην αρχή είναι αδύνατο», Καρλάιλ.
Επίσης, θεωρώ πως από τον άνθρωπο απουσιάζει το χαμόγελο, το γέλιο, το χιούμορ, η Θυμοσοφία όχι η γελοιότητα ή η μωρολογία και προσβολή. Πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τα πράγματα «στραβά», με το μάτι του «τρελού» καμιά φορά; Να αστειευόμαστε, να αυτοσαρκαζόμαστε, να κοιτάζουμε τα πράγματα δίχως να προβάλλουμε πάνω τους φαντασιώσεις. Για μένα… όμορφος είναι εκείνος που γελάει. Όμορφος είναι εκείνος που δράττει της ευκαιρίας να χαρεί με τον χιονιά, με την βροχή, με την καταιγίδα, Όμορφος είναι εκείνος που σε ένα θλιβερό συμβάν διακρίνει μια νότα αισιοδοξίας… Δυστυχώς δύστυχος είναι εκείνος που γκρινιάζει είτε βρέχει, είτε έχει ήλιο, είτε ζέστη, είτε κρύο. Όλοι είναι λάθος, όλα είναι στραβά, εκτός απ’ την καμπούρα του και πάντα κάνει υποδείξεις τελειομανίας στους άλλους, επιμελώς κρύβοντας τις εμμονικές του ανελευθερίες υποχονδρίας. Η οξεία συμπεριφορά αυτοδηλητηρίαση είναι: «Το δρυμί ξύδι τ' αγγειό του χαλάει», επιβεβαιώνει μια Λ. Παροιμία. Το ίδιο ισχύει για τα νεύρα και τον θυμό, με αποκορύφωμα το να χάνεις τον έλεγχο, την υγεία αλλά, και το δίκιο σου, όταν πρόκειται για σημαντικά ζητήματα.

Μεγάλη θα ήταν η αλλαγή αν κοιτούσαμε τα πράγματα και την ζωή μας από απόσταση -όπως όταν δεν μας αφορούν άμεσα- με ψυχραιμία και χαμόγελο, σαν να βλέπαμε μια ταινία που απλά είμαστε παρατηρητές. Ο Επίκτητος, καθοδηγούσε τους μαθητές ως εξής: «Να θυμάστε ότι εμείς οι ίδιοι είμαστε που βασανίζουμε και βάζουμε εμπόδια στον εαυτό μας – δηλαδή οι απόψεις μας. Επί παραδείγματι, τι σημαίνει “προσβλήθηκα”; Αν σταθείς δίπλα σε μια πέτρα και την προσβάλλεις, τι θα έχεις καταφέρει; Αν κάποιος απαντήσει σε μια προσβολή όπως η πέτρα, τι θα έχει κερδίσει αυτός που τον πρόσβαλε;».
Ο Διογένης βέβαια, είχε τον δικό του τρόπο και λέγετε πως «Σε κάποιο δείπνο κάποιοι του έριχναν κόκκαλα σαν σε σκύλο, τότε εκείνος σηκώθηκε και τους κατούρησε σαν σκύλος.»

Μια φορά ο Διογένης ο Κυνικός
 βρέθηκε σε μια συντροφιά
 όπου όλοι έπλητταν θανάσιμα από απαγγελία ενός ποιητή.
Βλέποντας να προβάλλει το λευκό
 στο τέλος του ειληταρίου που κρατούσε ο ποιητής,
ο Διογένης είπε «Κουράγιο φίλοι, βλέπω στεριά».

Ευχαριστώ!