Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Χριστίνα Αργυροπούλου: Η ποιητική του χώρου στα ομηρικά έπη:



Χριστίνα Αργυροπούλου: Η ποιητική του χώρου στα ομηρικά έπη:
Λειτουργία του χώρου, σκηνοθεσία, σκηνογραφία, εικονοποιΐα, χώροι και ειδικές χωρικότητες
(Ομηρικά Μελετήματα ΙΙ, Εκδόσεις  Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016):

ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Το νέο βιβλίο της Χριστίνας Αργυροπούλου που εκτείνεται σε 523 σελίδες είναι καρπός πολυετούς μελέτης και ιδιαίτερης αγάπης για τα ομηρικά έπη από τα μαθητικά ήδη και τα φοιτητικά της χρόνια (όπως σημειώνει στον Πρόλογο), και συνάμα απόρροια ευδόκιμης διδακτικής και επιστημονικής επαγγελματικής ενασχόλησής της ως φιλολόγου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου υπεύθυνης για το μάθημα.
 Η ποιητική του χώρου ως τίτλος και ως προσέγγιση είναι επηρεασμένος από τον Bachelard, Καθηγητή της φιλοσοφίας των επιστημών, που αποπειράθηκε να καταστήσει συμπληρωματικές δύο αντίθετες έννοιες, την ποίηση και την επιστήμη. Ο χώρος και η κατοίκηση είναι ζητήματα που απασχολούν τον Bachelard. Μέσα από τον ακαριαίο και άχρονο ψυχισμό της ποιητικής εικόνας, την «άμεση οντολογία» της, μας εισάγει με τις τοποφιλικές του έρευνες στην ποιητική αντίληψη του χώρου, διεισδύει με διορατικότητα και προσοχή σ' αυτές τις πολύ απλές εικόνες των οικείων μας χώρων, των χώρων που κατέχει ο άνθρωπος αλλά και προσδιορίζεται από αυτούς, χώροι που δεξιώνονται και απαλύνουν τον ανθρώπινο ψυχισμό και προστατεύουν σαν κουκούλι τον άνθρωπο. Μυστικά δωμάτια, κρησφύγετα, υπόγειες κρύπτες, μυστικές γωνιές, αυτή η ίδια η «παρηγοριά της σπηλιάς», αρχετυπικές, απλοϊκές εικόνες ενός ταπεινού σπιτιού, μιας καλύβας, αυτού του οίκου της ψυχής.
Η Ποιητική του χώρου στα Ομηρικά έπη είναι η δεύτερη μελέτη της Χριστίνας στα ομηρικά έπη με σύγχρονα εργαλεία κειμενικής ανάλυσης, όπως σημειώνει η Κυριακή Πετράκου στη δική της παρουσίαση του εν λόγω έργου.
Με την δική μου παρουσίαση θα προσπαθήσω να απαντήσω στα παρακάτω ερωτήματα:
Γιατί άλλο ένα βιβλίο, άλλη μια μελέτη για τον Όμηρο; Πού απευθύνεται; Πώς απευθύνεται; Πώς μπορεί να αξιοποιηθεί; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που το καθιστούν μοναδικό και αναντικατάστατο;
Η δομή
Μετά τον Πρόλογο, την Εισαγωγή και τα Γενικά στοιχεία για την Ομηρική ποίηση και τη λειτουργία του χώρου με ενδεικτικά αποσπάσματα από τη βιβλιογραφία ακολουθούν 8 κεφάλαια, ο Επίλογος και η τρίγλωσση περίληψη- ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά -, καθώς και μια πλούσια ελληνική και ξένη βιβλιογραφία κι ένα πολύτιμο ευρετήριο όρων, ορολογιών και ονομάτων.
Το περιεχόμενο
Το 1o κεφάλαιο αναφέρεται στη λειτουργία του χώρου στα ομηρικά έπη με περιγραφές τόπων, τοπίων, πόλεων, νήσων, ανακτόρων, μαχών, θαλάσσιων, ουράνιων και άλλων ειδικών χώρων, όπου τοποθετείται η δράση των ηρώων. Ο ακροατής και σύγχρονος αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει τα δρώμενα σε χώρο, σε μια καλά οργανωμένη σκηνογραφία και σκηνοθεσία δράσης των κειμενικών ηρώων και σε χρόνο και χρόνους (αναδρομικές αφηγήσεις, αναλήψεις, επιβραδύνσεις και επιταχύνσεις).
Τα κεφάλαια 2 και 3 αναφέρονται στη λειτουργία του χώρου στην Ομήρου Οδύσσεια. Ο χώρος στην Οδύσσεια συγκροτεί ένα ευρύ πλαίσιο ομηρικής γεωγραφίας με τους ειδικούς χώρους απ΄όπου πέρασε και έδρασε ο Οδυσσέας (Καλυψώ, Κίρκη, νήσος των Φαιάκων κ.ά.)
Τα κεφάλαια 4 και 5 αναφέρονται στη λειτουργία του χώρου στην Ομήρου Ιλιάδα. Η συγγραφέας εστιάζει στα πεδία των μαχών, στις συνελεύσεις, στις μονομαχίες, στο ανάκτορο του Πρίαμου, στην Τροία και τα εκεί δρώμενα, στις καύσεις των νεκρών, στις ικεσίες και γενικά σε ό,τι συντελείται κατά τις μάχες και τις ώρες της ανάπαυλας.
Το 6ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στηνπεριγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα, η οποία σύμφωνα με τη συγγραφέα "είναι ένας ειδικός συνδηλούμενος χώρος, ο οποίος λειτουργεί αρμονικά με τους επιμέρους χώρους του, όπου αναπαρίσταται η ζωή με όλη τη δράση της, ατομική και συλλογική, και όπου αντανακλάται η τότε κοσμοαντίληψη για το σύμπαν."
Στο 7ο κεφάλαιο μελετώνται οι αναγνωρισμοί σε όλες τις διαβαθμίσεις τους, οι οποίοι εντάσσονται στον χώρο, έναν χώρο που φορτίζεται πολιτισμικά από το ήθος των ηρώων.
Στο 8ο κεφάλαιο γίνεται λόγος για τις ανθρωπιστικές αξίες στα ομηρικά έπη ως αξίες ηρώων σε συγκεκριμένο χώρο.
Παραδείγματα χώρων
Στη ραψωδία α της Οδύσσειας η συγγραφέας εστιάζει στην περιγραφή του ανακτόρου του Οδυσσέα εξωτερικά και εσωτερικά από τον ποιητή και νοούμενο αφηγητή, όπως, χαρακτηριστικά, αποκαλεί τον Όμηρο. Η περιγραφή αναπαριστά την εξωτερική αυλή του ανακτόρου με τα κτίσματά της, τον χώρο όπου οι μνηστήρες τρωγοπίνουν και διασκεδάζουν, τους χώρους εργασίας των γυναικών, το επάνω μέρος του ανακτόρου που φαίνεται ότι ήταν διώροφο (το ανώγειο) με αναφορά στις σκάλες και το πλατύσκαλο, στις κολόνες και το στέγαστρο. Επίσης, περιγράφεται και το εσωτερικό του ανακτόρου με τους θαλάμους και τα υπνοδωμάτια, με μνεία στα υπνοδωμάτια της Πηνελόπης και του Τηλέμαχου,  εσωτερικό το ένα, γωνιακό το άλλο, με τους αποθηκευτικούς χώρους, όπου φυλάσσονται τα πολύτιμα αντικείμενα του ήρωα και ο πλούτος του, και ακόμη ο ιδιαίτερος χώρος με τον αργαλειό της Πηνελόπης. Επιπλέον, γίνεται μνεία στους χώρους άλεσης του σίτου και παρασκευής του φαγητού, όπως και της εξωτερικής αυλής για το ψήσιμο του κρέατος.
 Η συγγραφέας μελετά τα γενικά και επί μέρους στοιχεία του χώρου και τους τρόπους με τους οποίους συνδέονται με τη σκηνοθεσία των προσώπων που δρουν σε αυτόν, καθώς και με τον ομηρικό υλικό και πνευματικό πολιτισμό, τις αξίες των οικείων και τις απαξίες των μνηστήρων. Παρόμοια λεπτομερή περιγραφή συναντάμε και για το εσωτερικό και το εξωτερικό του ανακτόρου του Αλκίνοου στο νησί των Φαιάκων στη ραψωδία η της Οδύσσειας. Ανάλογες εικόνες αναφέρονται στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα για τα ανάκτορα του Πρίαμου στην Τροία, του Νέστορα στην Πύλο, του Μενέλαου στη Σπάρτη.
Η συγγραφέας δεν αναλύει μόνο, όπως γίνεται συνήθως με τα Ομηρικά έπη, προχωρά και στην αντίστροφη ενέργεια, δηλαδή συνθέτει. Πώς; Αξιοποιεί τον χώρο σαν ένα καμβά πάνω στον οποίο ερμηνεύει τις προθέσεις του ποιητή και νοούμενου αφηγητή, αναδεικνύει τις περιγραφές και οπτικοποιήσεις όχι ως ''ταμπλό βιβάν" αλλά σε συνδυασμό με το ανθρώπινο στοιχείο είτε θεϊκό είτε θνητό και την ένταξή του στον χώρο και την συμμετοχή του στην εξέλιξη της δράσης, με την εμπλοκή, τον αναγνωρισμό, τον μικρό και μεγάλο απολογισμό, την ικεσία, τη φιλοξενία, τον καθαρμό. Επιπλέον, (η συγγραφέας) στο ίδιο πλαίσιο, στον χωρικό καμβά, εμπλέκει τα συναισθήματα και τις αξίες, το ήθος, τις στάσεις και τις συμπεριφορές των ηρώων, όπως: η φιλία και η προσφορά δώρων, ο νόστος, η αγάπη στην πατρίδα, ο σεβασμός στους γονείς και τους γέροντες, στους σκηπτροφόρους και τους νεκρούς, ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις ικεσίες και τους θρήνους, ανασύροντάς τα από το ομηρικό κείμενο με σεβασμό και μέτρο και προβάλλοντάς τα με τον λογοτεχνικό της λόγο.
Για παράδειγμα, μελετώντας στη ραψωδία φ της Οδύσσειας αναφέρει σε ένα σημείο ότι οι σκηνικές λεπτομέρειες από το εσωτερικό της κάμαρας (της Πηνελόπης) μας επιτρέπουν να τη φανταστούμε με τα υπάρχοντά της στον χώρο και με τη συναισθηματική τους αξία. Τον χώρο αυτό αναδεικνύουν τα υλικά της κατασκευής του και η ξεχωριστή φροντίδα για τη φύλαξη του τόξου:  «το δρύινο κατώφλι της πάτησε, που τεχνίτης/με προσοχή το σκάλισε, το έσιαξε με στάφνη/και παραστάτες έβαλε κι ολόλαμπρες τις πόρτες/ Έλυσε αμέσως το λουρί απ΄το κοράκι πάνω,/έβαλε μέσα το κλειδί και άνοιξε τους σύρτες/αντίπερα περνώντας το, όπως μουγκρίζει ταύρος/ σε λιβάδι καθώς βοσκά, έτσι τότε κι η πόρτα/ με το κλειδί εμούγκρισε και άνοιξε αμέσως. (ακουστική εικόνα/ στοιχείο που συνδηλώνει ότι ο χώρος δεν είχε ανοίξει αφότου έφυγε ο Οδυσσέας και ότι το τόξο φυλασσόταν πολύ καλά-ειδικός εσωτερικός χώρος μνήμης και βιωμάτων) / Σ΄ένα πατάρι τράβηξε, που πάνω τους κασέλες/βρίσκονταν με τα ρούχα της τα μοσχοβολισμένα./ Άπλωσε κι απ΄τον πάσσαλο ξεκρέμασε το τόξο/ και το θηκάρι το λαμπρό, που το 'κλεινε όλο μέσα΄»
Ο εσωτερικός αυτός χώρος, ως χώρος υλικών και συναισθηματικών αξιών, διαπερνάται από το ήθος της Πηνελόπης, που τη συνοδεύουν τα επίθετα "περίφρων Πηνελόπεια" , συνετή Πηνελόπη, αντάξια του συζύγου της κλπ.
Χωρικότητα του σώματος:  η συγγραφέας ερμηνεύει τη διπλή μεταμόρφωση του Οδυσσέα από την Αθηνά σε ζητιάνο και σε όμορφο άντρα, όπως στην περίπτωση της Ναυσικάς και του αναγνωρισμού του με τον Τηλέμαχο, "ως μεταμόρφωση της χωρικότητας του σώματος που υπηρετεί την πλοκή και την εξέλιξη του μύθου και δημιουργεί αμφισημίες και ψυχολογικές μεταπτώσεις." Το σώμα, δηλαδή συγκροτεί ειδική χωρικότητα.
Παρότι, όπως αναφέρει η συγγραφέας, ο χώρος στην Ομήρου Ιλιάδα δεν παρουσιάζει την ποικιλία της Οδύσσειας, εντούτοις παρέχει όλες τις απαραίτητες σκηνικές  λεπτομέρειες σε πολλά επίπεδα χώρου για το πεδίο των μαχών και μονομαχιών, για τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, για τους χώρους κατοικίας των θεών και άλλων θεοτήτων. Ακόμη υποβάλλονται και οι χώροι καταγωγής των ηρώων μέσα από τους λόγους τους.
Για παράδειγμα, στη ραψωδία Α, ο Άδης παρουσιάζεται ως χώρος των ψυχών και των θεών του Άδη και ο χώρος του Ολύμπου ως κατοικία των θεών, επίσης η λειτουργία των απόντων χώρων ως παρόντων, ως τόπων καταγωγής και δράσης των ηρώων, η λειτουργία των σκηνών ως ιδιωτικών χώρων, τα μοτίβα της σπηλιάς και της ακρογιαλιάς, ως κλειστοί και ανοιχτοί χώροι, και η δια θαλάσσης παράδοση στο νησί Χρύσα της Χρυσηίδας.
Στη ραψωδία Σ, στον θρήνο του Αχιλλέα για τον θάνατο του φίλου του Πάτροκλου, η συγγραφέας εστιάζει στη συγκινητική στιγμή με τις Νηρηίδες που βγαίνουν από τις σπηλιές τους (μοτίβο της σπηλιάς) και συμπαραστέκονται στην αδελφή τους τη Θέτιδα, που θρηνεί μαζί με το γιο της. Αναγνωρίζει (η συγγραφέας) τον θαλάσσιο χώρο με τους επί μέρους χώρους του (σπηλιές) και το στηθοκόπημα των Νηρηίδων ως ειδική χωρικότητα που αναδεικνύουν τη λειτουργία του χώρου ως συνώνυμου με τον ανθρώπινο και θεϊκό πόνο, που παραπέμπει σε χορό αρχαίας τραγωδίας. Με το μοιρολόγι της Θέτιδας ο χώρος διευρύνεται  προς το Πήλιο, την Τροία και στο ακρογιάλι όπου θρηνεί ο Αχιλλέας και όπου αργότερα θα γίνει η επιφάνεια της θεάς.
Η θέση και η γλώσσα
Πώς προσεγγίζει η Αργυροπούλου τα ομηρικά έπη στην παρούσα μελέτη της; Υιοθετεί την εξής θέση την οποία αναφέρει επίσης στην εισαγωγή της: "τα ομηρικά έπη προσφέρονται για πολλαπλές αναγνώσεις, αρκεί να συνεργάζονται ανάγνωση, αναγνώστης και κείμενο και να μη γίνεται τίποτα με υπέρβαση του κειμένου και υπερερμηνεία του αλλά με αφορμή, με αφετηρία, με επέκταση των κειμενικών δεδομένων και με κατάληξη το κείμενο." Η μελέτη του χώρου και όλων των σχετικών με αυτόν πραγματοποιήθηκε από την συγγραφέα με λεπτομέρεια, στίχο -στίχο σε όλες τις ραψωδίες και των δύο επών, Ιλιάδας και Οδύσσειας, από το πρωτότυπο και από αρκετές εγκεκριμένες μεταφράσεις.
Επιπλέον, συνδυάζει τον λογοτεχνικό λόγο με την επιστημονική συνέπεια, την αλληλουχία με την επαγωγή, από το μέρος στο όλον και αντίστροφα. Επιστρατεύει ιδιαίτερα την επιχειρηματολογία, το ασύνδετο σχήμα, και άλλα εκφραστικά μέσα, όπως επίθετα και επιρρήματα, παρομοιώσεις και μεταφορές, που υπηρετούν εύστοχα την ερμηνεία και το μήνυμα που θέλει να εκφράσει. Οι δικές της διεισδύσεις και ερμηνείες συνδέονται πολλαπλώς και σε διάφορα επίπεδα με αυτές πολλών άλλων μελετητών και με έργα σύγχρονων ποιητών.
Η διδακτική αξιοποίηση της μελέτης: ο μαθητής, ο αναγνώστης, ο μελετητής
Η ομηρική ποίηση διδάσκεται στο ελληνικό σχολείο, στις Α΄ και Β΄ τάξεις του γυμνασίου, μέσα από επιλεγμένες ραψωδίες, λόγω έλλειψης διδακτικού χρόνου, καθώς διδάσκονται περισσότεροι του ενός αρχαίοι συγγραφείς ανά τάξη. Η μελέτη των ανθολογημένων ραψωδιών από τα ομηρικά έπη με τις συμμετοχικές και διαδραστικές δραστηριότητες που προτείνονται στα νέα βιβλία και διαδικτυακά μπορεί να δώσει ερεθίσματα για μελέτη όλου του έργου του Ομήρου, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Να γνωρίσει ο μαθητής- αναγνώστης το λογοτεχνικό κείμενο και να κατανοήσει πολλά τόσο για τον άνθρωπο και τη συμπεριφορά του διαχρονικά, όσο και για τις αξίες του, ατομικές και συλλογικές.
Η ομηρική ποίηση για τον σύγχρονο αναγνώστη, πολύ περισσότερο τον  Έλληνα αναγνώστη: " μπορεί να ανιχνεύσει ομοιότητες με κάποια δικά του ήθη και έθιμα, στοιχεία πολύ σημαντικά και ενισχυτικά για τη συγκρότηση της δικής του σύγχρονης ταυτότητας" γράφει η Αργυροπούλου στην Εισαγωγή του βιβλίου.
Η ομηρική ποίηση για τον αναγνώστη- μελετητή: Η Αργυροπούλου αναφέρει πως "διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα ομηρικά έπη, ως αναγνώστες και ως μελετητές, ανακαλύπτουμε θέματα τόσο παλιά όσο και σύγχρονα, τα οποία μπορούν να διερευνηθούν στον άξονα της διαχρονίας, της συγχρονίας και της ενδολογοτεχνικής εξέλιξης με το γενικό γίγνεσθαι της ιστορίας."
Θεωρώ πως η παρουσίασή μου απάντησε στα ερωτήματα που έθεσα στην αρχή. Τελειώνω με την παράγραφο με την οποία η συγγραφέας κλείνει το 5ο κεφάλαιο: " Με την ποιητική της γλώσσας και με την αναπαραστατική λειτουργία των εικόνων, που επαυξάνονται με τις παρομοιώσεις, με τη λειτουργία του επιθέτου, με τα παίγνια και το σκωπτικό στοιχείο, με τους εγκιβωτισμένους μύθους και την πολυφωνία των ηρώων, [...] με τη συνολική σκηνοθεσία και σκηνογραφία του τρωικού πολέμου ή του νόστου του Οδυσσέα, με όλα αυτά ο ποιητής δημιουργεί στον αναγνώστη μιας άλλης τάξης ποιητική διάθεση."
Εν κατακλείδι: "Η ποιητική του χώρου ως άνοιγμα γεωγραφικό και πολιτιστικό στον ελλαδικό, στον αιγαιακό και τον ευρύτερο μεσογειακό χώρο και η λειτουργία του αφηγηματικού λόγου αποτελούν μια ξεχωριστή αρετή της επικής ποίησης. Αυτή η ποίηση μάς ταξιδεύει στο απώτατο παρελθόν σαν να είναι παρόν, σε τόπους, σε χώρους, σε πόλεις, σε χώρες, σε τοπωνύμια, σε θάλασσες και όρη, σε αξίες, σε πάθη και παθήματα, όλα τόσο οικεία, διαποτισμένα από την παλίμψηστη ιστορία τους."

Βαρβάρα Καμπουρίδη, επ.Σχολική Σύμβουλος, τ.Συντονίστρια Εκπαίδευσης Λονδίνου


"ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ" ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΚΩΣΤΑΚΗ



                                     ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

                                                           Αλεξάνδρας Κωστάκη*
(Β΄Επαινος
Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Διηγήματος
της  Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού)

            Τη στιγμή που το λεωφορείο έπαιρνε επιδέξια την τελευταία στροφή για το χώρο αποβίβασης του ΚΤΕΛ, έριξα μια ματιά στην τσάντα δίπλα μου. Χαμένη σε λαβύρινθο σκέψεων ανασηκώθηκα στο κάθισμά μου για να ξεμουδιάσω λιγάκι, ζητώντας συγνώμη από τον αμίλητο δίπλα μου άνδρα, που  φάνηκε να ενοχλείται. Σ’ όλη τη διαδρομή έγερνε σχεδόν ολόκληρος πάνω στο τζάμι, σαν  να ’θελε να απολαύσει   το καλοκαιρινό τοπίο.  Σήκωσα γρήγορα από κάτω τη φωτογραφία ενός ξανθού κοριτσιού, που μάλλον του είχε πέσει, και του την έδωσα χωρίς διάθεση για κουβέντα. Ένα τυπικό ευχαριστώ δεν θα πρόσθετε κάτι στη ζωή μου. Ήταν ήδη αρκετά περίπλοκη και η φυγή μου μπέρδευε ακόμη περισσότερο τα πράγματα.  Δεν είχα ιδέα τι με περίμενε. Μου το θύμιζε  ένας  κόμπος στο στομάχι και μια πικρή γεύση στο στόμα από  ανάκατα  συναισθήματα.   Οι πόρτες του λεωφορείου άνοιξαν και η βροντερή  φωνή του οδηγού « φτάσαμε, μπορείτε να κατεβείτε!» με προσγείωσε ακόμη πιο πολύ στην πραγματικότητα.  Ποια πραγματικότητα ακριβώς;  Όλα ήταν χυλός στο κεφάλι μου  κι ένιωθα ανίκανη να τα διαχειριστώ προς το παρόν. Έψαξα με  σπουδή τα  γυαλιά μου στο περιεχόμενο της τσάντας. Τα φόρεσα, αν και ο απογευματινός ήλιος δεν έκαιγε. Για κάθε ενδεχόμενο είχα πρόχειρα  και τα χαρτομάντιλα στο μπροστινό τσεπάκι. Ο διπλανός μου με προσπέρασε βιαστικός και οι κινήσεις   του πρόδιδαν ένταση. Μετακινήθηκα στο πλάι κάνοντάς του χώρο να βγει. Η μητέρα μου πετάχτηκε από το κάθισμά της δίπλα στα εκδοτήρια, όταν με είδε να κατεβαίνω χωρίς βιασύνη. Η ματιά της με τύλιγε ανήσυχη, όσο περίμενε  να βγάλω τις  βαλίτσες μου από το χώρο αποσκευών, με τις οποίες μετέφερα τα μόνα πράγματα που θέλησα να κρατήσω μετά το διαζύγιο. Τα υπόλοιπα, τα είχα μοιράσει σε  φίλες. Η θύμηση της Λίας, της κολλητής μου από τον εκδοτικό οίκο που δούλευα, ήρθε να με γαληνέψει. Ήταν η μόνη που με στήριξε  και τώρα μου έλειπε πολύ.  Χωρίς άλλες αναβολές βρέθηκα απέναντι από τη μητέρα μου και  ρίχτηκα στην αγκαλιά της. Τα λόγια της ακατάληπτα, πνιγμένα ανάμεσα σε φιλιά και στην φιλότιμη προσπάθειά της να μείνει ασυγκίνητη. Σφίχτηκα πάνω της.  Δάκρυα έπνιξαν  τα μάτια μου μέσα από τα σκούρα γυαλιά…

            Το πατρικό μου  δεν είχε αλλάξει πολύ τα χρόνια που έλειπα.  Μεταφέρθηκα απότομα στη ζωή του τότε, λες κι ο χρόνος είχε κάνει ξαφνικό άλμα προς τα πίσω. Το ίδιο γρήγορα επανήλθα. Δεν είχε νόημα. Δεν ήμουν η ίδια.  Με είχε αλλάξει  η ζωή στην πρωτεύουσα. Παλιά ερχόμουν  αραιά και πού, μα σαν  γνώρισα το Θέμη και παντρευτήκαμε δεν υπήρχε χρόνος. Η φροντίδα του σπιτιού, η υπεύθυνη δουλειά της επιμελήτριας στον εκδοτικό, οι ώρες που χάνονταν άσκοπα στο πήγαινε- έλα λόγω της  κίνησης, γέμιζαν τις μέρες. Κάποιες κοινές  έξοδοι, συχνές στην αρχή, στη νυχτερινή ζωή της πόλης, με τον καιρό μειώθηκαν, ώσπου κόπηκαν κι αυτές. Ο Θέμης άρχισε να βγαίνει μόνος με τους φίλους του. Ήταν τότε  που έκανα τη θεραπεία για να αποκτήσουμε παιδί. Η τελευταία αποβολή, μαζί με τα αποθαρρυντικά λόγια του γιατρού, ήλθε να μας στερήσει το όνειρο αυτό για πάντα, παρασέρνοντας  και ό,τι όμορφο είχε απομείνει όρθιο στη σχέση. Από κει και πέρα, οι συχνοί
 καυγάδες, η παγωμάρα και τελικά η ανακάλυψη της κρυφής σχέσης του Θέμη, έμοιαζαν με τυπικές λεπτομέρειες  μιας   συμβίωσης με ημερομηνία λήξης. 
            Ο θάνατος του πατέρα μου έκανε πιο ανούσια την παραμονή μου στην πόλη, ώσπου εδραιώθηκε μέσα μου η επιθυμία της επιστροφής. Δυο μοναξιές- εγώ κι η μάνα μου- μαζί,  ίσως ήταν καλύτερα. Εκείνη αποφεύγει να με ρωτήσει για το διαζύγιο. Ξέρει πως όταν πάψω να πενθώ την περασμένη μου ζωή, όταν θα τη θυμάμαι αδιάφορα,  τότε θα της τα πω. Τώρα σημασία έχει  να ξεχάσω. Η ζωή στη μικρή  επαρχιακή πόλη μου ταιριάζει περισσότερο, χωρίς το υπέρμετρο άγχος, τον συνωστισμό του ετερόκλητου πλήθους, την αιθαλομίχλη. Οι φυσικές ομορφιές,  η θάλασσα που λατρεύω,  οι άνθρωποι που με ξέρουν από παιδί και το καλό σπιτικό φαγητό, μου κάνουν καλό. Ο καθρέφτης, αδιάσειστος μάρτυς πως έχω ήδη αρχίσει να παίρνω το βάρος που έχασα, ενώ  οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια έχουν μειωθεί αισθητά. Γρήγορα βρήκα  νέα δουλειά σε τοπικό τυπογραφείο, χάρη στη βοήθεια γνωστών, πράγμα που δεν μου αφήνει  περιθώριο να μελαγχολώ.  Μόνο ένας αδιόρατος φόβος, ένα απροσδιόριστο κράτημα, με κάνει να  αποφεύγω ακόμη τις παρέες. Δεν βιάζομαι, ξέρω πως δεν είμαι έτοιμη ακόμη. Μόλο που καθημερινά  με βαραίνει η σιγουριά ότι δεν θα καταφέρω να εμπιστευθώ  ξανά άλλον στη ζωή μου. Δε θέλω να πληγωθώ πάλι.  Και το θέμα του παιδιού πονάει ακόμη. Πονάει πολύ… 

            «Η θάλασσα είναι η μόνη μου αγάπη. Γιατί έχει την όψη του ιδανικού. Και τ’ όνομά της είναι ένα θαυμαστικό», εγκωμιάζει ο αγαπημένος μου ποιητής  το  υγρό γαλανό στοιχείο. Πόσο τον νιώθω! Είμαι τυχερή που  το κολύμπι έχει γίνει καθημερινή μου συνήθεια. Αν και οι πρώτες βροχές ανήγγειλαν  ήδη την έλευση του Φθινοπώρου, η σύνθεση των λουομένων θαμώνων της μικρής παραλίας, πίσω από τους ευκάλυπτους, δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Ηλικιωμένοι που το θαλασσινό νερό ευεργετεί την υγεία τους – με συνταγή γιατρού-  και λίγοι γονείς με τα πιτσιρίκια τους, που χαλάνε τον κόσμο με  χαρούμενες τσιρίδες. Στρωμένη η ακρογιαλιά απλωμένες πετσέτες, ομπρέλες για τον ήλιο, σκόρπια σωσίβια και παιχνίδια για την άμμο, τρυφερά κορμάκια που φτιάχνουν κάστρα  με λάσπη. Τόσο εύθραυστα, μα πόση δύναμη,  πόση απέραντη ευτυχία μπορούν να χαρίσουν,  πόση ελπίδα στον κόσμο! Σκέπτομαι πως  αν, για κάποιον άγνωστο λόγο, θα ’πρεπε να  στερηθώ την παρουσία τους,  κανείς δεν μπορούσε να μου απαγορεύσει  να  τα θαυμάζω και  να τ’ αγαπώ από μακριά. Κανείς!

            Οι μέρες περνάνε σαν νερό. Η αγάπη και διακριτικότητα της μάνας μου, η αφοσίωση στη δουλειά μου  και τα  καλά  λόγια  συγγενών και φίλων, μου  απαλύνουν σταδιακά την ψυχή κι επουλώνουν τις πληγές μου.  Είναι τα βράδια όμως, που σέρνονται ύπουλα οι θύμησες και άγνωστες φωνές, γεμάτες μίσος, ματώνουν την ψυχή μου.  Οι άγριες μάχες με τους  δαίμονές μου, όλο και   πυκνώνουν τελευταία. Ο τελευταίος εφιάλτης ήταν ο πιο οδυνηρός των τελευταίων μηνών.  Ήμουνα, λέει, στη συνηθισμένη μου κατάσταση παρατεταμένης αγωνίας και φόβου, ενώ η φιγούρα του Θέμη   με κοιτούσε με κακία, εκτοξεύοντας τις γνωστές κατηγόριες για την κατάληξη
του γάμου μας. Με θεωρούσε υπεύθυνη, ως και για την αποτυχημένη μου εγκυμοσύνη. Στο πλάι του, πιασμένη τρυφερά με χαμόγελο χαιρεκακίας, μια νεαρή  κοπέλα  τέντωνε επιδεικτικά τη φουσκωμένη της κοιλιά. Ο πόνος με δίπλωσε στα δυο. Ήθελα να φωνάξω, να υπερασπίσω τον εαυτό μου, μα ο θυμός δεν άφηνε τις λέξεις να γλιστρήσουν. Τις ένιωθα να  χάνονται στυφές κι αγκαθωτές στο βάθος του λαιμού μου, να  με γρατζουνάνε, να  με πνίγουν. Ένιωθα αβοήθητη κι ανήμπορη να ξεφύγω. Τα πόδια μου είχαν ακινητοποιηθεί. Την άλλη στιγμή, αλλόκοτη  γυναικεία μορφή, πιο τρομακτική, έκανε  μια γκεστ  εμφάνιση στο  νουάρ σκηνικό, με άγρια ουρλιαχτά που κατέληξαν σύντομα σε τρελό, ξέφρενο κύμα από γέλιο και κλάμα μαζί.  Ξύπνησα τρέμοντας, μούσκεμα στον ιδρώτα, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσω  πού βρισκόμουν. Προσπάθησα να ηρεμήσω, κάνοντας μια  ανώφελη προσπάθεια  να αποκωδικοποιήσω  το όνειρό μου. Αυτή η μορφή είχε ξανάρθει στον ύπνο μου  άλλες δυο φορές,  μα φαινόταν πιο ήσυχη κι αμίλητη σαν θλιμμένη. Η τελευταία φορά ήταν τότε που έχασα το παιδί. Τι να σήμαινε άραγε;    Προπέτασμα  ομίχλης σαν να  έκρυψε τους διαδρόμους του νου για προστασία  και δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Καλύτερα, σκέφτηκα με ανακούφιση.
            Όταν άνοιξα  το παράθυρο  να πάρω αέρα, το σκοτάδι είχε αρχίσει να διαλύεται. Ξημέρωνε. Η μάνα μου κοιμόταν ακόμα. Ήταν κρίμα να την ξυπνήσω άλλη μια φορά μέσα στη νύχτα.  Ήταν δικός μου αυτός ο πόλεμος, κι έπρεπε κάτι να βρω, να αποκρούσω τις αναίτιες  επιθέσεις. Τίνος; Του παρελθόντος που γνώριζα, του υποσυνειδήτου που κρατούσε τα χαρτιά του κλειστά, ή μήπως, ήταν νέο προμήνυμα για μελλοντική καταιγίδα στη γεμάτη αναποδιές  ζωή μου;

            Τα ρούχα για τη θάλασσα αντικατέστησαν αμέσως τις πιτζάμες του ύπνου, όπως κάθε φορά που ήταν Κυριακή και δεν είχα δουλειά. Για να περάσει λίγο η ώρα ώσπου να φέξει για τα καλά - πού ύπνος πια-  άναψα το πορτατίφ του κομοδίνου μου  κι άνοιξα απαλά το συρτάρι των αναμνήσεων. Εκείνο που φιλοξενούσε φωτογραφίες μου από παιδί. Πάντα με χαλάρωνε μια απόδραση στο χρόνο, μέσα από  φωτογραφίες των τρυφερών μου χρόνων. Τα δάχτυλά μου άρχισαν να διαλέγουν με προσοχή. Το κορίτσι με τα κόκκινα σγουρά μαλλιά και τις διάσπαρτες φακίδες,  σ’ ένα πρόσωπο γλυκό σαν πετιμέζι -όπως έλεγε η μάνα μου- χαμογελούσε με αγάπη.  Κύμα νοσταλγίας με πλημμύρισε, κι  η επιθυμία να δω φωτογραφίες των γονιών μου, ειδικά του πατέρα μου που έχασε πρόωρα  την άνιση μάχη με την επάρατο, έγινε ανάγκη επιτακτική.  Μετά το θάνατό του, η μάνα μου είχε καταχωνιάσει τις πιο πολλές, σ’ ένα κουτάκι στη ντουλάπα της, μαζί με κάποια προσωπικά του αντικείμενα. Δεν άντεχε να τα βλέπει, πονούσε. Στα νύχια πατώντας, μπήκα στο δωμάτιό της κι   έψαξα αθόρυβα στην ντουλάπα. Το βρήκα εύκολα. Πίσω στο δωμάτιό μου,  χάιδεψα τρυφερά το ξανθό ξύλινο κουτί πριν το ανοίξω. Άδειασα το περιεχόμενό του πάνω στο κρεβάτι. Οικογενειακές φωτογραφίες, όπου η κλεισούρα κι ο χρόνος  είχαν αφήσει τα σημάδια τους, σκόρπησαν τριγύρω. Προσωπικά αντικείμενα του πατέρα, οι βέρες των γονιών μου συνοδευμένες από τη γαμήλια φωτογραφία και πολλές δικές του, από τότε που γνωριστήκανε. Δεν μπορώ να σταματήσω τα δάκρυα να τρέχουν ανυπότακτα.  «Ώρα για ύπνο φακιδομυτούλα μου!», ακούω να μου λέει, όπως παλιά. Μια αδέξια κίνηση να φέρω τα χαρτομάντιλα κοντά μου, και το κουτί έπεσε και κατρακύλησε στο πάτωμα.  Το σήκωσα με προσοχή. Ο βελούδινος πάτος του είχε υποχωρήσει κι ένας φάκελος έκανε την εμφάνισή του. Τον άνοιξα με προσοχή. Νέες φωτογραφίες, δικές μου από μωρό, που δεν είχα ξαναδεί. Χαμογέλασα συγκινημένη. Κι ένα διπλωμένο γράμμα, που έμοιαζε με Δημόσιο έγγραφο. Διάβασα τις πρώτες γραμμές: « Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών…»   Πότε είχαν πάει Αθήνα οι δικοί μου; Δεν μου ανέφεραν τίποτα ποτέ.   Ήταν μια αίτηση με τα ονόματα και τα στοιχεία τους. Δεν καταλάβαινα τίποτα.  « Στις […] τελέσαμε ορθόδοξο Χριστιανικό γάμο […] να αποκτήσουμε τέκνα […]Παρά τις πολυετείς άκαρπες προσπάθειές μας, η επιθυμία μας αυτή δεν κατέστη δυνατή.»  Η καρδιά μου άλλαξε χτύπο, ένιωθα το αίμα μου να παγώνει. Συνέχισα την ανάγνωση: «Προς πραγμάτωση του σκοπού μας […] επιθυμούμε να υιοθετήσουμε από κοινού το ανήλικο κοριτσάκι του …»  Νόμιζα  πως θα λιποθυμήσω. «… που τυγχάνει το φυσικό τους τέκνο εκτός γάμου αναγνωρισμένο από τον πατέρα του και με τη συναίνεση της μητρός…»   Έβγαλα μια στριγκλιά όσο ο ήλιος ξεμύτιζε σαν κλέφτης στο στερέωμα και σωριάστηκα αναίσθητη στα πόδια του κρεβατιού.

            Ο ήλιος συνεχίζει ηγεμονικά την ανοδική του πορεία. Προχωρώ στο δρόμο με τους ευκάλυπτους, που υψώνονται θαρρετοί  με τα σημάδια της παραλλαγής στους λυγερούς κορμούς τους. Τα τραχιά τους δάχτυλα με τις αραιές λόγχες δείχνουν προς τη θάλασσα. Η πόλη ξεμακραίνει, χάνεται. Η απολογητική φωνή της μάνας μου, παράξενο μίγμα ενοχής κι αγάπης, μου έρχεται ξανά στο νου, για δευτερόλεπτα.  Μετά σιωπή. Εγκαταλείπω τη φαγωμένη άσφαλτο, στρίβω σαν κουρδισμένη κατά κει που δείχνουν τα δέντρα. Γέρικα, τα πιο πολλά,  πέταξαν πέρα τις  φλούδες  το ρυτιδωμένο δέρμα, που μαρτυρούσε  ξεδιάντροπα το χρόνο. Με λείους κορμούς,   άνοιξαν κιόλας καινούρια λευκή σελίδα στη ζωή.  Κάθε μου βήμα πάνω στα πεσμένα φύλλα αφήνει  τρίξιμο γλυκό. Οι σαγιονάρες χώνονται βαθιά στην άμμο, αφήνοντας τα χνάρια της πορείας μου. Παραδίπλα,   παρατημένα και  μισοχαλασμένα κάστρα παιδιών,  δείγματα δημιουργικής πνοής της παραστρατημένης φαντασίας τους. Προχωρώ. Τα πέλματά μου ανακουφίζονται στο χάδι του νερού.  Ηδονική ανατριχίλα με διαπερνά ολόκληρη. Το κορμί μου βυθίζεται και χάνεται. Αρνιέται, λες,  τη συμβατική πραγματικότητα και ψάχνει, έμβρυο πάλι, την επαφή με την αρχέγονη πηγή  ελπίζοντας στην αναγέννηση, στη μεταμόρφωση.  Σε νέα ταυτότητα. Θέλω να παραμείνω στο νερό, μα δεν αντέχουν τα πνευμόνια μου.   Βγαίνω κι ανασαίνω το ζεστό αέρα με λαιμαργία. Κοιτώ τριγύρω. Πού είναι τα κομμάτια του παλιού μου εαυτού; Ένας γλάρος με περιγελά κάνοντας κύκλους από πάνω μου. Ζηλεύω. Θέλω  ένα κομμάτι  από ουρανό, καταδικό μου. Κάτι αλαφραίνει μέσα μου, κάτι σαν να  γεννιέται… δεν ξέρω.  Ζαλισμένη, αφήνω πίσω τη θάλασσα και περπατώ κατάκοπη στην άμμο.  Δεν είμαι μόνη. Ένα ξανθό αγγελούδι - πού το ’χω ξαναδεί;-  επισκευάζει το χαλασμένο κάστρο του. Δυο ζευγάρια μάτια  καρφώνονται πάνω μου  και μια αντρική φωνή ακούγεται ανήσυχη:  «Είστε καλά;  Θέλετε λίγο νερό;»   Αφήνομαι να πιαστώ στο χέρι που απλώνεται, ενώ το δικό μου χαϊδεύει με ζέση μια χρυσαφένια μπούκλα…




            Γεννήθηκε και διαμένει μόνιμα στην Πρέβεζα και συγκεκριμένα στον όρμο Βαθύ στη σκιά του  ευκαλύπτου αυτόπτη μάρτυρα της αυτοχειρίας του θλιμμένου ποιητή  Κώστα Καρυωτάκη και λογοτεχνικού της μέντορα περί τα ποιητικά.
Υπηρέτησε την  Προσχολική  Αγωγή και εκπαίδευση για 27 χρόνια τα τρία τελευταία σαν υπεύθυνη Περιβαλλοντολογικής Εκπαίδευσης  Α/βαθμιας Εκπαίδευσης Ν.Πρέβαζας.
            Η πρώτη παρουσία της στα γράμματα έγινε το 2014 με την έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής με τον τίτλο: «ΜΑΝΟΛΙΕΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΛΥΠΤΟΙ» από τις εκδόσεις:  «Ποιείν».
            Στο ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε  από τις εκδόσεις : «Άπειρος Χώρα» μια μελέτη της με τίτλο: « ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ-ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ και υπότιτλο: Αγάπησα ένα ποιητή κι όχι ήρωα».
            Συνεργάζεται  με τοπικές εφημερίδες και περιοδικά όπου φιλοξενούνται ποιήματά της και  άρθρα της με το όνομα της, αλλά και στο διαδίκτυο με το ψευδώνυμο: «Μανόλια».
            Το διήγημά της με τον τίτλο: «Αναζητώντας Ταυτότητα»  απέσπασε το Β΄Επαινο  στον 6ο  Πανελλήνιο Διαγωνισμό που προκήρυξε η Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού.


Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΜΑΡΘΑΣ ΒΑΣΚΑΝΤΗΡΑ



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ
 ΜΑΡΘΑΣ ΒΑΣΚΑΝΤΗΡΑ
( ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ
Δευτέρα  12η Ιουνίου 2017)

 (Oμιλία-Παρουσίαση Λεωνίδα Γ.Μαργαρίτη Προέδρου Εταιρειας Λογοτεχνών Νοτιοδυτικής  Ελλάδος
                                        
   
       Κυρίες και Κύριοι,
       Τη σημερινή εκτός προγράμματος των καθιερωμένων Φιλολογικών Βραδινών  ( αρχίζουν  το Σεπτέμβριο και τελειώνουν τον Μάη κάθε χρόνου)  προκάλεσε η κυκλοφορία της τελευταίας ποιητικής Συλλογής με τον τίτλο: «ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΌΣ»  της διαλεχτής φίλης, Μάρθας Βασκαντήρα, τακτικού μέλους  της Εταιρείας μας και για  μια περίοδο Γενικής Γραμματέως του Διοικητικού της Συμβουλίου.


       Αρχικά ο τίτλος  της συλλογής δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι η Μάρθα Βασκαντήρα δεν είχε αλλά πράγματα να γράψει και ως εκ τούτου μας κάνει  τον απολογισμό της, μ’ αυτό όμως  τον τίτλο ήθελε  η ποιήτρια να κάνει στη συνείδηση της, το δικό της απολογισμό.
        Πιστεύω και έτσι είναι πως η Μάρθα επειδή τυρβάζει περί πολλά είναι σκόπιμο να κάνει κάθε τόσο και από ένα απολογισμό.
       Έχουμε να κάνουμε με την περίπτωση μιας πολυσχιδούς προσωπικότητας και ενός πολυτάλαντου ατόμου.
       Η δράση της και η ενεργητικότητά της κινείται εντός ενός γενικότερου πλαισίου καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων και ενδιαφερόντων .
        Σπουδές στη Φιλολογία του Πανεπιστημίου Πατρών, Μαθήματα Υποκριτικής, Τραγούδι, Θέατρο, Ραδιόφωνο, ομιλίες ποίηση ,εκδόσεις.
       Ας κάνουμε μια περιήγηση  στον τομέα του θεάτρου με μια λακωνική περιγραφή.
       Παρακολούθησε  μαθήματα όπως  λέχθηκε υποκριτικής στη Θεατρική Σχολή ΙΑΣΜΟΣ στην Αθήνα και  στο Θέατρο Λιθογραφείο στην πόλη μας.
       Το Μάιο του 2000 συμμετείχε σε Πανελλήνιο Διαγωνισμό Θεάτρου με τον μονόλογο «κ.α Μαργαρίτα» του Ρομπέρτο Αττάντε, όπου και  απέσπασε  το Β΄ Βραβείο του Διαγωνισμού.
        Τον Ιούνιο του ιδίου χρόνου συμμετείχε στην παρουσίαση του ιδίου ως άνω έργου στο Θέατρο ΑΓΟΡΑ της πόλης μας.
        Τον Ιούλιο του ιδίου έτους συμμετείχε με ένα πολύ μικρό ρόλο στην ταινία με τίτλο «Summertime» που προβλήθηκε στην Αγγλία.
       Τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο  του έτους 2000 συμμετείχε  ως μέλος του χορού στην παράσταση «Η Καλλιπάτειρα στο Φως της Αρχαίας Ολυμπίας» με πρωταγωνίστρια την Αλεξάνδρα Λαδικού και σε σκηνοθεσία Ευανθίας Στιβανάκη. Η παράσταση ανέβηκε στο Αρχαίο Θέατρο του Διαγόρα στη Ρόδο στα πλαίσια των εορτών «ΔΙΑΓΟΡΕΙΑ» και προβλήθηκε από το κανάλι της ΕΤ 1.Η ίδια παράσταση ανέβηκε και στο  Αρχαίο Κάστρο της πόλης μας.
       Το Μάϊο του  2002 συμμετείχε  στο Θέατρο Λιθογραφείο στην παράσταση «ΜΕΤΑ» με θέμα  τη δραματοποίηση ποίησης.
       Τον Ιούνιο του 2002 συμμετείχε στην παράσταση του Θεάτρου «ΑΓΟΡΑ» με ένα μονόλογο  στην  παρουσίαση της αληθινής Ιστορίας «Δήμητρα Κόντου»
       Στο διάστημα Οκτώβριος 2002 μέχρι Νοέμβριος 2003 συμμετείχε  με μικρούς ρόλους στα εξής σήριαλ «Χορεύοντας στη σιωπή» (ΑLFA),  «Δέκα  λεπτά κήρυγμα»(ΜΕGA THANEL), «Εκπαιδεύοντας  το Μπάμπη» (ΑΝΤ 1).
       Το Απρίλιο του  2006 συμμετείχε στην παράσταση «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ  ΤΗΣ ΚΟΜΑΙΘΩΣ»-ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ η οποία παρουσιάσθηκε στο θέατρο ΑΓΟΡΑ από τη Θεατρική ομάδα «ΑΡΧΑΙΑΔΕΣ».
       Από  το Δεκέμβριο  του 2002 έως τον Απρίλη του 2003 υπήρξε μόνιμη συνεργάτιδα του Γιάννη Ζουγανέλη στην ψυχαγωγική εκπομπή «Γιάννη μου το μαντήλι σου» η οποία προβλήθηκε από την ΕΤ 1.
       Τον Απρίλιο του 2005 συμμετείχε   στη Θεατρική Ομάδα «Αρχαιάδες» που απήγγειλε σε θεατρικό αναλόγιο το ποίημα του Σολομώντα «Άσμα Ασμάτων» σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη.
       To Μάιο του 2007 συμμετείχε  στην παράσταση-απαγγελία (ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΌΠΟΛΗ) του Νικηφόρου Βρεττάκου με το θέατρο ΑΓΟΡΑ.   
       Όμως όπως θα πει η ίδια σε μια συνέντευξη της «… η υποκριτική για την ιδία αποτελεί παρελθόν. Ήταν επιλογή μου να μπλέξω, επιλογή μου  και να ξεμπλέξω. Είδα πως ο χώρος αυτός λειτουργούσε με κλίκες και κυκλώματα.δεν με εξέφραζε και έτσι αποφάσισα να τον εγκαταλείψω»,
       Πέρα από το θέατρο συνεργάσθηκε και με ραδιοφωνικούς σταθμούς της πόλης μας  όπου έκανε εκπομπές  από τον Οκτώβριο του 2003 μέχρι το Φεβρουάριο του 2004 (ΡΑΔΙΟ ΓΑΜΜΑ) ενώ έκανε διαφημιστικά σποτ για το Πατρινό Καρναβάλι (PATRA TV)όπου εργάσθηκε από το 2005 έως το έτος 2009.
       Πέρα από την ενασχόλησή της με το ραδιόφωνο στο ενεργητικό της συγκαταλέγονται και οι ομιλίες που πραγματοποίησε  προσκαλεσμένη από πολιτιστικούς φορείς (Μέγαρο Λόγου και Τέχνης) με θέμα; «Οι σχέσεις γονέων  και εφήβων» και Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών στα πλαίσια των Φιλολογικών Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών, αλλά και με την απαγγελία στίχων από Δημοτικά Τραγούδια στο Δημοτικό Θέατρο Πατρών.
        Tο καλοκαίρι του 2002 παρουσίασε το βιβλίο του Νίκου Μουρατίδη με τίτλο «Ο Αλκιβιάδης και οι Ολυμπιακοί Αγώνες».
       Και τώρα εισερχόμαστε στο καθαρά λογοτεχνικό και συγγραφικό της έργο.
       Το Φεβρουάριο του έτους 2002 τυπώθηκε από τις ΑΧΑΪΚΕΣ  ΕΚΔΟΣΕΙΣ η πρώτη της ποιητική συλλογή με τον τίτλο «…Οι νεανικοί μου στοχασμοί» με σχέδια και τυπογραφική φροντίδα του Αντώνη Παπαντωνόπουλου.
       Σε  πανελλήνιο διαγωνισμό με θέμα την Ελλάδα και τους Ολυμπιακούς αγώνες διακρίθηκε και απέσπασε το Β΄ Βραβείο για το ποίημα της με τον τίτλο «Ελλάδα».
       Τον Οκτώβριο του έτους 2004 συμμετείχε  στην «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΏΝ», με  τα   ποιήματά της:    «Διαδρομή»,  «Η φλόγα της Ειρήνης», «Μικρή Πολιτεία», «Ο πολιτισμός μας», «Το φως της ψυχής»  και  «Το δείπνο των τεφρών».
       Το 2006  βραβεύθηκε με τιμητική διάκριση  από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για το έργο της.
       Τον ίδιο χρόνο συμμετείχε  με πέντε ποιήματα της στην «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΑΤΡΙΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ» που κυκλοφόρησε  με την ευκαιρία και στα πλαίσια της υλοποίησης του θεσμού: ΠΑΤΡΑ-  ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.
       Τον Ιούνιο του 2010  διακρίθηκε Πανελλαδικά  στον ποιητικό  διαγωνισμό που προκηρύχθηκε στους Δελφούς με το ποίημα της «Δελφική Ένωση».
       Η ποιήτρια Μάρθα Βασκαντήρα δεν ησυχάζει καθόλου σ’ όλο αυτό το διάστημα
       Είμαι πάλι εδώ ,θα γράψει  στο ποίημα της με τίτλο:
« ΑΠΩΝ»
Η μήπως όχι;
Θα φύγω για να γυρίσω πάλι,
Θ’ αφήσω σημάδι για να με ξαναβρώ.
Είμαι σε ό,τι μ’ αφορά
κι όμως νιώθω πως είμαι απ’ έξω.
Απ’ ότι με αφορά
Την απουσία μου κουβαλάω,
της μιλάω
την αγαπάω και κάνω έρωτα μαζί της.
Σ’ αυτό τον κόσμο πέρασα  κάτι να σου πω
Και να φύγω…»
       Αεικίνητη και δυναμική, μελαγχολική και σκεπτόμενη, ρομαντική και πραγματίστρια, εξωστρεφής χαρούμενη και κοινωνική ,και  πολυπράγμων μα  κυρίως πάνω απ’ όλα αντικαθεστωτική. Δεν αντέχει τα δεσμά όποια μορφή και εάν έχουν. Πολεμά για το δίκιο και το ορθό ,υπερασπίζεται με πάθος τις ιδέες και τις αξίες της και μάχεται διαρκώς για το κοινό καλό.
        Είναι μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών ,της Πανελλήνιας Ένωσης Νέων Λογοτεχνών του Οργανισμού Νέων καλλιτεχνών, της Εταιρείας Λογοτεχνών Νοτιοδυτικής Ελλάδος  και Γενική Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου της, για δυο θητείες.
       Η Μάρθα είναι  πάντα ενημερωμένη μέσω διαδικτύου αλλά και του περιοδικού και ημερήσιου τύπου για τα ζητήματα της κοινωνίας μας και του πολιτισμού μας.
        Παρατηρεί και προβληματίζεται για τις εσωτερικές και διεθνείς εξελίξεις και πονάει με τον πόνο του συμπολίτη και θρηνεί για τους άδικους θανάτους και τη καταπίεση των διαφόρων λαών του πλανήτη.
       Δεν υπάρχουν δεδομένα στη ζωή της, απογοητεύεται με την παρούσα κατάσταση της χώρας μας και οργίζεται από την ανευθυνότητα που επιδεικνύει καθημερινά η  πλειονότητα των πολιτικών μας.
       Ένα δείγμα της αγωνίας της  περιλαμβάνεται και στο ποίημα της στο οποίο περιγράφει  τι έγινε στην Αργεντινή
       «Ο κόσμος κατεβαίνει στους δρόμους
       άνθρωποι παιδιά απόγνωση.
       Άδειες κατσαρόλες κρατούν
       τις χτυπούν  με δύναμη
       η πείνα τους έκανε δυνατούς
       η απελπισία όπλισε το χέρι τους…»
 
       Το δεύτερο ποιητικό της βιβλίο θα έλθει το  2011 από τις αθηναϊκές εκδόσεις: «ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ» με τον τίτλο: «ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΝΥΧΤΑ».
       Είναι ποιήματα πολιτικοκοινωνικά, για μετανάστες ,υπαρξιακά, ερωτικά αλλά και με αναφορές στη μορφή της γυναίκας.
       Η ίδια η ποιήτρια σε συνέντευξη της θα πει εξομολογητικά τα εξής:
       «Είναι ποιήματα που γράφτηκαν σε διάστημα δύο χρόνων. Όταν  τα έγραφα δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η κυκλοφορία τους  θα συνέπιπτε με την κρίση και θα ήταν τόσο σημερινά.
       Σε ένα ποίημα της με τίτλο  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σημειώνει τα εξής:
       «Ta σύμβολα πάντα βασάνιζαν λαούς
       Και οι συμβολισμοί  ανθρώπους.
       Θα με περνάνε για τρελή που θέλω ελεύθερα ν’   αγαπώ
       Ίσως ξεπερασμένη, ντεμοντέ η πως        επαναλαμβάνομαι.
       Μα η ελευθερία δεν έχει επανάληψη.
        Είναι το άρθρο

       που μια φορά γράφεται….»
       Είναι χαρακτηριστική         η αναφορά της με το ποίημα της με τον τίτλο:  «Tο Θηρίο» στα μέτρα του Δ.Ν.Τ. που απασχόλησαν και συνεχίζουν να απασχολούν τους συμπολίτες μας. Στόχος της ποιήτριας μ’ αυτή της τη συλλογή είναι να συμβάλει μέσα από  τη δική της γραφίδα  να προβληματίσει τους αναγνώστες της για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και κυρίως για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Έλληνες και στη δύσκολη κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η χώρα μας.
        Στα σαράντα ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή αυτή καταγράφονται απόψεις, σκέψεις, ερεθίσματα που έλαβαν οι ευαίσθητες κεραίες της ποιήτριας.
        Όλα τα ποιήματα έχουν ένα κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα χωρίς να μπορεί κανείς να τα κατατάξει στα στρατευμένα ιδεολογικά ποιήματα  κάποιου  συγκεκριμένου  πολιτικού  χώρου.
       Το βιβλίο όμως που σήμερα παρουσιάζουμε είναι κατά βάση το τρίτο αυτοτελές έργο της ποιήτριας.
        Αν δούμε όμως  και μια συλλογική παρουσία από την Πανελλήνια Ένωση Νέων Λογοτεχνών  με τίτλο: «ΓΡΑΦΗΣ ΕΡΓΑ» θα καταλήξουμε να το αριθμήσουμε σαν τέταρτο.
        Σ’ αυτό το συλλογικό έργο είναι έντονη η παρουσία και  συμμετοχή της ,μεταξύ τριάντα ποιητών ποιήματα των οποίων  περιλαμβάνονται στη ομαδική έκδοση.
       «Απολογισμός» λοιπόν η τελευταία ποιητική συλλογή της  καταξιωμένης ποιήτριας Μάρθας Βασκαντήρα.
       Τον τελευταίο καιρό είχαμε διατυπώσει και στην ίδια την ποιήτρια ένα παράπονο, πως τη χάσαμε και την κέρδισε το τραγούδι.
        Ήρθε λοιπόν με τη νέα της συλλογή ανά χείρας και μας διαψεύδει.
        Και δεν έφτανε αυτό. Για τιμωρία, μας ανέθεσα την παρουσίαση της. Κι εμείς  για να ανταποδώσουμε την τιμωρία την τιμωρήσαμε με το να κάνουμε απόψε μια συνολική αποτίμηση της προσφοράς της στους τομείς δράσης της.
        Και βεβαία αποκαλύψαμε τη προχώρησε και τι άφησε οριστικά πίσω της, από τις δράσεις της και γιατί.
       Θα έχουμε να απολαύσουμε έξη ποιήματα από τη συλλογή των δεκαεννέα νέων ποιημάτων τα οποία και θα απαγγείλουν ο ηθοποιός δημοσιογράφος και λογοτέχνης Αλέξης Γκλαβάς και η ηθοποιός-λογοτέχνης Γενική Γραμματέας της Εταιρείας Λογοτεχνών Χριστίνα Παπανικόλα.
       Προσωπικά και στο τέλος της εκδήλωσης θα μου επιτραπεί να διαβάσω το ποίημα «ΤΟ ΘΗΡΙΟ»  που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και το δημοσίευσα τόσο στα «ΑΧΑΪΚΑ»  όσο και το διαδίκτυο στη ιστοσελίδα της Εταιρείας και την προσωπική  μου ενώ τον Απρίλη του 2016 η Θεατρική Ομάδα «Παραθύρι» το συμπεριέλαβε μεταξύ δέκα συνολικά ποιημάτων νεοελλήνων ποιητών και  τα παρουσίασε στο Θέατρο ΚΟΥΝ ως  δραματοποιημένη ποίηση.
       Ωσαύτως θα μου επιτραπεί από την τελευταία συλλογή που παρουσιάζουμε σήμερα να διαβάσω το ποίημα με τον τίτλο «ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΆΣ» που τόσο επίκαιρα είναι τα νοήματα του και οι ιδέες του ,παρά τον πόλεμο και την αντίδραση  που ξεσήκωσαν οι δηλώσεις γνωστού ηθοποιού στις μέρες μας για τους νέους που φεύγουν από τη χώρα μας και αναγκάζονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και τη γνώση τους  σε ξένα κράτη και λαούς.
       Με την ευκαιρία παραθέτουμε το πλήρες κείμενο αυτών των ποιημάτων  τα οποία χαρακτηρίζουμε αξιόλογα και τολμηρά  για το αγωνιστικό τους τόνο και ύφος.

ΤΟ    ΘΗΡΙΟ
Τι     έδωσες    στο   φτωχό   ζητιάνο   σήμερα;
Δόσεις    ψυχών ,   παίρνουν   οι   τράπεζες
αφού   δεν   έχουν  τίποτε   άλλο   να   εισπράξουν.
Το     Θηρίο    ξυπνάει.
Τα     χέρια    του      πνίγουν     το   κεφάλι   της   ανθρωπιάς.
Στο    πρόσωπο   του ,   ο    χάρτης   της   Παγκοσμιοποίησης.
Τα   μάτια   του,   οι   καθρέφτες   του  Καπιταλισμού.
Στόμα   πελώριο,   είσοδος   στην      αιώνια     φτώχεια.
Τα   πόδια   του   δαγκάνα ,  φάκα ,   μας   έπιασε   όλους.
Θλιβερέ     εξουσιαστή ,   ο   λόγος    σου   πλέον   επικήδειος.
Άτυχε     μετανάστη ,   η   ζωή   σου   όραμα   απλήρωτο.
Αναστενάρηδες     χορεύουμε,   στο   πτώμα   του   κόσμου.
Κατάπιαμε   από   ένα   μαγκάλι   κάρβουνα.
Για   να    καούν   οι   επιθυμίες     μας.
Ακρωτηριάσαμε   τη   φύση  μας.
Ζούμε   στον   κάτω   κόσμο.
Εξουσία   μας   ο   Άδης.
Το    Θηρίο   επιτίθεται.  Πετάει   φωτιές.
Τρώει    ζωές,
φτύνει   όνειρα.
Τρέχει   στους   δρόμους.
 
Πατάει    ότι    απέμεινε.
Το    παιδί   έχασε   τη   φωνή   του.
Έμεινε     χωρίς   μάνα.
Την   πήρανε ,  για   πειράματα.
Να   δουν   αν   αντέχει    την   πείνα..
Δεν   την   άντεξε.
Το    παιδί   θ’  ακολουθήσει.
Θα    δοκιμάσει   τα   ληγμένα   φάρμακα.
Είναι   το   παιδί   του   Πειραματόζωου.
Το   Θηρίο   τρώει   σιγά –σιγά   τον   ήλιο.
Δειλέ   διαβάτη    που   το   κοιτάς ,
γιατί   δεν   το   πολεμάς ;
Το    αφήνεις   ν’  αλωνίζει    στο   σπίτι   σου.
Θα     τσαλακωθεί   η   τιμή   σου    αν
βάλεις     φωτιά   σ’   αυτό    τον   οίκο   Ανοχής ;
Σκότωσε   το   Θηρίο.
Σώσε   τον   εαυτό   σου.
Το    Θηρίο   δεν   πεθαίνει    όταν   ο   φόβος   μας   είναι   ζωντανός. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΈΛΛΗΝΕΣ  ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

Χαρταετοί ξεκίνησαν
την πορεία τους ,στο άγνωστο.
Ψυχές ανθρώπων ονειρεύτηκαν
έναν κόσμο δικό τους.
Εύκολο να τον ζητάς
δύσκολο όμως να ζεις,
με τον αποχωρισμό στα μάτια.
Πατρίδα, ξενιτεμένη μάγισσα,
παντού ανασαίνουν
τον τόπο σου.

Βλέπουν το πρόσωπο
της μάνας τους,
στο μπαλκόνι του απέναντι σπιτιού.
Είναι δική τους αυτή η γή.
Τη δούλεψαν με δάκρυα,
χτίζοντας τον πύργο της προσμονής
στο χώμα της,
ώσπου μία μέρα να ξαναδούν
τον εαυτό τους
δίπλα στο γεράνι
που άφησαν μικρό
και τώρα ξαπλώνει
στο φρεσκοβαμμένο τοίχο
της αυλής που θυμούνται.
Και όταν γυρνούν
τα γρανάζια της νοσταλγίας
που τους αγκαλιάζουν
κάτι δροσερές νύχτες του Οκτώβρη
θυμούνται
πως δεν γεννήθηκαν εδώ.

Είναι ο τροχός,
ο συνδετικός,
στην ξενιτεμένη άμαξα
που περιοδεύει τον κόσμο
μα ο σταθμός πάντα ένας-
η κούνια που τους ανέθρεψε-
με στόχους,
τους ταΐσε υπομονή
και έτσι καρτερικά
πορεύονται μονάχοι
μα δίπλα τους,
περπατούν συνοδοιπόροι
μες στο χρόνο,
οι φωνές μας,
που κρατούν απ΄το χέρι
τις αγωνίες τους.
Είναι παλμοί,
ενώνουν τις γροθιές
οι καρδιές τους
ακούγονται κάθε βράδυ
στον ίδιο χτύπο
σαν φαντάσμα που αφυπνίζεται
και σουλατσαρει στο διάδρομο,
Είναι εμείς.
Οι ρίζες που δεν κόπηκαν ποτέ.
Οι ρίζες που φύτρωσαν στις πλάτες μας.
Μάρθα Βασκαντήρα