Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΡΟΥΧΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ : Ο ποιητής της αέναης αντάμωσης

 

                                      ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ :

                                             Ο ποιητής της αέναης αντάμωσης 

 

 


 

 

 

                                                       Σημείωμα του Γιάννη Βαρούχα.

 

                                                                                   

 

Διαβάζοντας τον συγκεντρωτικό τόμο, που αποτελείται από πέντε ποιητικές συλλογές και φέρει τον τίτλο «Ποιήματα 1990 – 2013», του ποιητή Γιάννη Παπαναστασόπουλου (Γ.Π.), διαπιστώνει κανείς την αδημονούσα ανάγκη του να συνομιλήσει για τα βαθιά υπαρξιακά θέματα που φλερτάρουν έντονα με την εγγενή, στην ανθρώπινη συνείδηση, τάση μορφοποίησης, εξορθολογισμού και χειραγώγησής τους. Ζητήματα όπως αυτά του επέκεινα του θανάτου, της υπέρβασης της χρονικότητας και του αξιακά δομημένου υπαρξιακού προσανατολισμού συγκροτούν το υφάδι στο οποίο εξυφαίνεται ο διάλογος του ποιητή με τον εαυτό του. Σε αυτό το ιδιαίτερο διυποκειμενικό καθεστώς διαλόγου, ο ποιητής ανταμώνει και αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό ως έναν άλλο. Θα λέγαμε δηλαδή, ότι η συνείδησή του προβαίνει σε μια ενδοβολή. Μέσα στο ενσώματο εγώ του ποιητή συνυπάρχουν ταυτόχρονα δύο υπαρκτικές τροπικότητες. Απ’ τη μια, η εαυτότητα ως εμμένεια σ’ αυτό που είναι, δηλαδή ως ταυτότητα και απ’ την άλλη η αντεστραμμένη μορφή της η ετερότητα, ως δηλαδή αυτό που θα ‘πρεπε να είναι σύμφωνα με τα μάτια του άλλου, διαθλώντας πάντα, την υπερβατική της οντοποιημένης εαυτότητάς του, οπτική. Το ρόλο λοιπόν, του εσωτερικού άλλου, τον ενσαρκώνει πότε η φωνή του γονιών του:

 

Αναπάντεχα βρέθηκα στην αυλή με τον πατέρα:

Να με ρωτάει κάτω απ’ τον ευκάλυπό μας, στο σπίτι:

Γιάννη! Τα ’χεις τα περιβόλια;

Κι απ’ το φουρνάρικο άκουσα της μάνας τη φωνή:

Οι τριανταφυλλιές στον τάφο μας διψάνε;

εμείς δεν μπορούμε από κει κάτω να τις ποτίζουμε.

·            Γιε μου, Γιαννάκη, νερό λίγο νερό!

 

άλλοτε πάλι, η φωνή της ίδιας του της συνείδησης:

 

Στον ύπνο μου άκουσα μια φωνή

Να με ρωτάει: «Έχεις παιδιά;»

Αυθόρμητα της είπα: «Έχω δύο»

Και πάλι με ρώτησε: «Άλλα παιδιά

Δεν έχεις;». Τότε κατάλαβα ποια 

ήταν και γιατί με ρωτάει. Έχω 

και τα ποιήματα, της είπα.

 

και άλλοτε ο ίδιος ο θάνατος:

 

Όταν θα με κατεβάζουν στον τάφο, 

οι δικοί μου θα με αποχαιρετούν

με κλάματα, με ψαλμούς και με σβώλους

ραντίζοντάς με. 

 

Εγώ κάτω από το καπάκι του φέρετρου

θα ξεκαρδιστώ στα γέλια. 

 

Αυτή η αυτοστοχαστική διαδικασία, στην οποία ενδίδει το ανήσυχο πνεύμα του Γ.Π. δεν ολοκληρώνεται στο φαινομενικό ΤΩΡΑ της ύπαρξης, αλλά συμπληρώνεται από μια αντιστροφή της αποβλεπτικότητας της συνείδησής του και μεταβαίνει σε ένα υπερ-χωροχρονικό επίπεδο, όπου η σκέψη του από αυτοστοχαστική μετατρέπεται πλέον σε αναστοχαστική, μόλις ο ποιητής εισέλθει στο κατώφλι της Νεκροπολιτείας.

 

Με την κάθοδό μας στο χώμα, γινόμαστε, 

εν ριπή οφθαλμού, πολίτες της νεκροπολιτείας˙

μέλη της αταξικής κοινωνίας.

 

Στη Νεκροπολιτεία, ο προϋπάρχον γραμμικός και αδιανόητα τυποποιημένος χρόνος, υπερβαίνει την θετικιστική μορφή συγκρότησής του, που τον συρρικνώνει, και ελευθερώνεται, ανασυστένεται και αποκαθηλώνεται από την ανάγκη διαιρετότητάς του σε παρελθόν, παρόν, μέλλον. Πλέον, υφίσταται ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο υπάρχον, που γεννά το ίδιο την ύπαρξή του. 

 

Κοιτάζω το ρολόι μου.

Ποτέ, όμως, δεν σκέφτηκα

τους ωροδείχτες και τους λεπτοδείχτες˙

δείχτες του χαμένου χρόνου˙

ούτε τους χτύπους του ρολογιού˙

μετρητές του χαμένου χρόνου. 

Κατά τ’ άλλα κοιτάζω το ρολόι μου.

Τους δείχτες της πορείας μου για να ‘βρω. 

 

Κι αλλού γράφει:

/…/ Καταγραφόμαστε στους ετοιμομελλοθανάτους.

 

Από δω προκύπτει και το νεκροζώντανο καθεστώς ύπαρξης των πολιτών της Νεκροπολιτείας, που ουσιώνεται απ’ τον τρόπο παρουσίας των γονιών του, αφενός ως μεταφυσικές – ηθικές οντότητες και αφετέρου ως η ίδια η εσωτερική φωνή του συγγραφέα, που αντηχεί μέσα του όχι ως ένα αναμνησιακό γεγονός, αλλά ως ένα συγκροτητικό ΠΑΡΟΝ.

 

/…/ Ο χρόνος νοερή σύλληψη της ζωής˙

νοητό της έμβρυο.

Η σκιά της˙ η ντυμασιά της. 

Πάντα φιδοσέρνεται κοντά της. 

 

Ένα άλλο στοιχείο, που διαφαίνεται στους στίχους του Γ.Π. είναι μια ασυγκράτητα ισχυρή δυσπιστία και καχυποψία απέναντι σ’ αυτό το ισοπεδωτικό και ανυπόφορα απανθρωποποιημένο τεχνοκρατικό ισχύον, που πολλοί αρέσκονται και το ονομάζουν «εξέλιξη». 

 

/…/ Χάθηκαν οι παραδοσιακές ταβέρνες

με τα ξύλινα τραπέζια και τις ψάθινες καρέκλες˙

/…/ Οι δίσκοι βινυλίου χάθηκαν τη θέση τους πήραν

η τηλεόραση, το διαδίκτυο, τα CD και άλλα.

/…/ Σαν την επιδημία, 

όπως κενό μας ρούφηξε ζωές

τ’ αλλόθρησκο καινοφανές. 

 

Αντ’ αυτού, αντιστέκεται σ’ αυτήν την αδηφάγο τάση ψηφιοποίησης των πάντων, μ’ ένα πολύ επίκαιρο ποίημα «Το Φύλλο»:

 

Αν ένα χαρτί στα πόδια σου βρεθεί

μην το πατήσεις και το τραυματίσεις

ούτε να το κλωτσήσεις.

 

Σήκωσέ το με στοργή˙

όπως ένα πεσμένο παιδί.

Διάβασέ το˙

Το πεταμένο κάτι έχει να σου πει χαρτί.

 

Εδώ διαφαίνεται η σημαίνουσα αξία, που έχει για τον ποιητή η ρωγμή, το ανείπωτο, το ανεπαρκές εξηγημένο, το οποίο πρέπει πριν πεταχτεί, ψύχραιμα να εποπτευθεί για να μην εκπέσει σε πρώτη ύλη συγκρότησης της κατηγόρησής του ως απορριπτέου και ιστορικά αποτελειωμένου. Υπάρχει τώρα όσο ποτέ, μας λέει ο ποιητής, η ανάγκη για απαναπροσδιορισμό και αναδόμηση των αναγνωστικών μας μηχανισμών, οι οποίοι δυστυχώς έχουν ξεθωριάσει, έχοντας αντικαταστήσει τη διαλεκτικότητα της σχέσης τους με το ΕΙΝΑΙ της αυτοσυνειδησίας, με έναν νέο τρόπο μονομερούς τροφοδότησης πληροφοριών προερχόμενης από διάφορες οθόνες. Μαζί με το χαρτί, κατά τον ποιητή, χάνεται και η ιδιοσυστασία του ΛΑΘΟΥΣ, το οποίο συνιστά από μόνο του ένα ενέργημα ξέχωρο από τη διόρθωσή του. Το μήνυμα του Γ.Π. είναι να μην βιαζόμαστε να σβήνουμε τα λάθη μας, αλλά να τα προστατεύουμε και να τα φροντίζουμε ως έμβρυα, που όταν ωριμάσουν, ίσως τελικά να ήταν και σωστά. 

   Ένα ακόμη στοιχείο που είναι διάχυτο στην ποίηση του Γ.Π. είναι η χρησιμοποίηση λέξεων, που σήμερα τείνουν να εξαφανιστούν ως σημαίνοντα, αφήνοντας όμως μια ηχηρή απουσία ως σημαινόμενα. 

   

Στοιχειωμένη βατουκλιά, τρυγόνες αζευγάρωτες, 

λιγώθηκε ο τζίτζικας, ματοτσίνορα των 

Βασκαμμένων, Στημόνι η βροχή, πηγαδόπετρες. 

 

   Μας καλεί λοιπόν, να καλλιεργήσουμε όλοι μαζί το έδαφος όπου θα αναστηθούν οι λέξεις με τη μητρική τους σημασία και θα διώξουν από πάνω τους τη νοηματική ρηχότητα και την πενιχρή εικονικότητα, που τόσο βίαια τους έχει προσάψει το μοντέρνο ομιλούν υποκείμενο. Η γλώσσα, μόνο, μπορεί να πρωτοστατήσει στην προσπάθεια αποτροπής της αποσημασιολογοποιούσας εξέλιξης, που με τόσο γρήγορο ρυθμό μας οδηγεί η τεχνοκρατική προοπτική της σκέψης. Μόνο αν αποκαταστήσουμε τη βαθιά σχέση του ομιλιακού ενεργήματος με το περιεχόμενο των εκφερόμενων λέξεων, θα έχουμε τη δυνατότητα να ανασύρουμε την ομορφιά του Λόγου, άρα και της ζωής απ’ την κρυπτότητά της. 

   Κλείνοντας, θα ‘θελα να αναφερθώ και στην τελευταία συλλογή του συγκεντρωτικού τόμου, που τιτλοφορείται με το ομώνυμο είδος ποιημάτων «ΧΑΪ ΚΟΥ». Εδώ ο ποιητής αναμετράται με την αποφευχθείσα, μέχρι τώρα, τάση του για συμμόρφωση της γραφής του σ’ έναν έμμετρο στίχο. Και βγαίνει νικητής σ’ αυτήν την πρόκληση, που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του, καθώς καταφέρνει να χαλιναγωγήσει τις σκέψεις του, να τους αποστάξει τη σημασιολογική τους ουσία και κατόπιν, να τις κατανείμει ισόποσα και ισόμορφα, σ’ έναν συγκεκριμένο μορφολογικό τύπο ποιητικής γραφής. Θυμίζουμε ότι τα ΧΑΪ ΚΟΥ πρωτοεμφανίστηκαν τον 16ο αιώνα στην Ιαπωνία και σημαίνουν «σύντομο επίγραμμα». Αυτό λοιπόν το «σύντομο επίγραμμα» αποτελείται από τρεις στίχους. Ο πρώτος στίχος συντίθεται από πέντε συλλαβές, ο δεύτερος από εφτά και ο τρίτος από πέντε ξανά. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η πρόκληση. Σ’ αυτό το αυστηρό καλούπι, ο ποιητής πρέπει να σπείρει τις σκέψεις του, χωρίς να οδηγηθεί σε έλλειμμα ή πλεόνασμα ποιητικότητας. Η ισορροπία αυτή, είναι που δίνει μια συνοχή καθώς και μια νοηματική πληρότητα στο ποίημα. 

 

Ποτέ μη σκίζεις

ένα χαρτί˙ πονάει

κι ακούς το κλάμα

 

Μια ολόκληρη

ζωή για τη σιωπή

προπονούμαστε.

 

Το χέρι όπλο˙

το δάχτυλο σκανδάλη˙

ο λόγος σφαίρα.

 

Τα ποιήματα 

διαβατάρικα πουλιά

και τριγυρνάνε. 

 

*Το κείμενο διαβάστηκε την 4/11/2015 στο χώρο του Πνευματικού και Πολιτιστικού Κέντρου Σταφιδόκαμπου, του Δήμου Ανδραβίδας – Κυλλήνης, το οποίο διοργάνωσε ποιητική βραδιά προς τιμή  του ποιητή Δρ. Γιάννη Παπαναστασόπουλου.

 

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

π.ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Κ.ΠΡΙΓΚΙΠΑΚΗ : ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΡΝΑΡΟΣ (1960-2021) Ο ΦΙΛΙΣΤΩΡ, Ο ΑΡΧΕΙΟΔΙΦΗΣ, Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Έναν χρόνο μετά ….

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΡΝΑΡΟΣ
(1960-2021)
Ο ΦΙΛΙΣΤΩΡ, Ο ΑΡΧΕΙΟΔΙΦΗΣ, Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Έναν χρόνο μετά ….
 
 

 
 
Του
Πρωτοπρεσβυτέρου
Ευαγγέλου Κ. Πριγκιπάκη, Δρος Θ. - Δρος Φ.
Καθηγητή του Προτύπου Γυμνασίου Πατρών
 
 

Την Κυριακή 20 Φεβρουαρίου του 2022 τελέστηκε στον Ιερό Ναό
των Αγίων Αποστόλων Πατρών το ετήσιο μνημόσυνο του αδελφικού
φίλου και σπουδαίου ανθρώπου, του ακάματου αρχειοδίφη και
ιστοριοδίφη, του ακαταπόνητου φιλίστορα συγγραφέα, του αεικίνητου
κοινωνικού εργάτη και αντιπροέδρου της Εταιρείας Λογοτεχνών ΝΔ
Ελλάδας Λεωνίδα Καρνάρου. Πέρυσι τέτοιες μέρες, ο αγαπητός
Λεωνίδας, νικημένος από την πανδημική λαίλαπα που βασανίζει την
ανθρωπότητα στον καιρό μας, εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο τα
ξημερώματα της Πέμπτης 25 Φεβρουαρίου του 2021, για να μεταβεί
στην αιώνια πατρίδα και να επιστρέψει στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα,
που τόσο πίστευε, αγαπούσε και ποθούσε. Έτσι, έπειτα από ολιγοήμερη
αδιαθεσία, με κύριο σύμπτωμα τη δύσπνοια, κατέληξε όλως αιφνιδίως
από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία μόλις εξήντα ενός ετών και ενώ
βρισκόταν στην ακμή της πνευματικής του δημιουργίας, αφήνοντας
δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια του, στους πολλούς φίλους και
συνεργάτες του, αλλά και στην κοινωνία και την πνευματική οικογένεια
της Πάτρας, της οποίας υπήρξε εξέχον και επίλεκτο μέλος, καθώς
συνδύαζε την εργατικότητα με την εντιμότητα και τη γνώση με το,
δυσεύρετο πλέον σήμερα, ήθος.
Ο μακαριστός Λεωνίδας είλκε, ως γνωστό, την καταγωγή του από
την Ηλεία, δεδομένου ότι ο πατέρας του Κωνσταντίνος καταγόταν από
την (τα) Κρέστενα και η μητέρα του Αγγελική, το γένος Θεοδώρου
Φιλοπούλου, από την Αμαλιάδα. Ο Λεωνίδας γεννήθηκε, λόγω της
εργασίας του πατέρα του, στην Αθήνα το 1960 και από το 1971, που
εγκαταστάθηκε η οικογένειά του στην Πάτρα, έζησε στην πόλη μας για
πενήντα ολόκληρα χρόνια μέχρι την αναπάντεχη κοίμησή του, το
Φεβρουάριο του 2021. Σπούδασε Κοινωνική Εργασία στο τότε ΚΑΤΕΕ,
σημερινό ΤΕΙ, Πατρών και εργάστηκε, μετά την εκπλήρωση των
στρατιωτικών του υποχρεώσεων, για πεντέμισι χρόνια στο
Υποθηκοφυλακείο Πατρών, όπου μυήθηκε, καθώς ήταν φύσει
ερευνητικός και φιλομαθής, στην πρωτογενή αρχειακή έρευνα,
αναδιφώντας το πλούσιο ιστορικό υλικό που βρίσκεται
αποθησαυρισμένο στα αρχεία του. Το 1988, ωστόσο, θέλοντας να
ασκήσει την ειδικότητα που έλαβε κατά τις σπουδές του, διορίστηκε ως
Κοινωνικός Λειτουργός στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό
Νοσοκομείο Πατρών, στο Ρίο, ενώ από τον Ιούλιο του 1992
δημιούργησε την όμορφη οικογένειά του με την Καρολίνα-Κων/να
Πάτση, καθώς ευτύχισε να αποκτήσει τρείς εξαιρετικούς γιούς.
Το κύριο ενδιαφέρον του αείμνηστου Λεωνίδα προσέλκυσε από
πολύ νωρίς κυρίως η έρευνα και η αποτύπωση της νεότερης τοπικής
ιστορίας και, οπωσδήποτε, η πολιτιστική κίνηση της Ηλείας, αλλά και
της Αχαΐας, όπως αυτή διασώζεται και παραδίδεται αυτούσια σχεδόν
στις αρχειακές πηγές ή συλλογές, αλλά και στον μετεπαναστατικό τύπο.
Για τον λόγο αυτό και με τις πολύτιμες αρχειοδιφικού χαρακτήρα
ιστορικές του συμβολές, το συγγραφικό του έργο του συνιστά πολύτιμη
πηγή πληροφοριών και μεταλλείο ιστορικών ειδήσεων για τους
μελετητές της ιστορίας της Δυτικής Ελλάδας, ιδιαζόντως, μάλιστα, της
ιδιαίτερης και αγαπημένης του πατρίδας, της Ηλείας, στην οποία, εκτός
από το μεγαλύτερο μέρος των μελετών του, αφιέρωσε και το
αποκορύφωμα, αλλά και το επιστέγασμα των κόπων, των οραματισμών
και της φιλέργειάς του, που είναι η πολύτιμη επετηρίδα «Ηλειακή
Πρωτοχρονιά – Ηλειακό Πανόραμα», την οποία επιμελούνταν, διεύθυνε
και εξέδιδε αδιαλείπτως από το 2003 μέχρι το θάνατό του, με την
αρωγή και τη σθεναρή υποστήριξη του εκδότη του, φιλόμουσου και
ευπατρίδη, Γιώργου Δημητρακόπουλου.
Ο μακαριστός Λεωνίδας αναδείχθηκε με τον τρόπο αυτό, σε
ακάματο εργάτη των γραμμάτων και του πνεύματος, αλλά και σε έναν
χαλκέντερο σκαπανέα και ερευνητή της ιστορίας του τόπου μας με
είκοσι επτά συνολικά αυτοτελείς και ογκώδεις μελέτες, ξεκινώντας το
1989 και σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών με τη συγγραφή της «Ιστορίας του
Υποθηκοφυλακείου Πατρών» και συνεχίζοντας το 1992 με την «Ιστορία
της Εθελοντικής Αιμοδοσίας στην Πάτρα», όπως επίσης και με την
ιστορία της «Ηλειακής Παροικίας της Πάτρας».
Το 1994, το ιστορικό του ενδιαφέρον στράφηκε στην Αχαΐα,
δεδομένου ότι ασχολήθηκε με την ιστόρηση της «Α Αχαϊκής
Συμπολιτείας, από το 800-323 π.Χ.», καθώς και με την ιστορία της
Χαλανδρίτσας και του περίφημου Ιερού Ναού του Αγίου Αθανασίου. Το
1996 εκδόθηκε επίσης η «Αχαϊκή Βιβλιογραφία» των ετών 1990-1994,
ενώ το 1997 κυκλοφορήθηκε η μελέτη του για την «Ιστορία του
Εργατικού Κινήματος» με υπότιτλο «Η Κυριακή Αργία και η εφαρμογή
της στην Πάτρα», αλλά και τα «Ψήγματα Ιστορίας για την Κρέστενα
Ηλείας», γεγονός που καταδεικνύει την παράλληλη ενασχόλησή του,
εκτός από την αχαϊκή, και με την ηλειακή ιστορία. Το 1998 εμφανίστηκε
η πολυσήμαντη αρχειακή του μελέτη «Ο Σολωμός κρινόμενος - Μια
φιλολογική δίκη στην Πάτρα το 1928», όπως και ο δεύτερος τόμος της
ιστορίας της αγαπημένης του Αμαλιάδας, που καλύπτει την περίοδο
από το 1821 μέχρι το 1914, ένα έργο που έμελε, με την έκδοση των
τριών ακόμη τόμων στο μέλλον, να τον καταστήσει σημείο αναφοράς
για την ιστορία της Αμαλιάδας.
Στη συνέχεια, το 2002, εκδόθηκαν οι μελέτες «Ηλείοι πεσόντες
κατά τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες 1897-1922» και «Πεσόντες
εκ Ζακύνθου κατά τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες 1897-1922»,
ενώ το 2003 είδε το φως της δημοσιότητας η εργασία του για το
«Πρωτοδικείο Αμαλιάδας» με υπότιτλο «Το ιστορικό της ίδρυσης, οι
αγώνες για τη διατήρησή του και η συμβολή του Δικηγορικού
Συλλόγου». Το 2005, επίσης, τυπώθηκαν δύο εξαιρετικές του μελέτες. Η
πρώτη, που συνιστά πολυσήμαντη και μοναδική στο είδος της έρευνα,
για τη «Μαρίκα Μπότση-Τσαπαλίρα», την «πρώτη Γυναίκα Δήμαρχο
στην Αμαλιάδα και στην Ελλάδα (1944-1945)», ενώ η δεύτερη
αποτυπώνει την ιστορία του Ραδιοφωνικού σταθμού Αμαλιάδας με
τίτλο «Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Αμαλιάδος - Στα όρια του μύθου».
Κατόπιν, ασχολήθηκε με τους μετανάστες από την Ηλεία στον Νέο
Κόσμο, συνθέτοντας το 2007 τη μελέτη «Οι Ηλείοι της Αμερικής και του
Καναδά», ενώ το 2009 αποτύπωσε και την ιστορία του εμπορικού
συλλόγου της Αμαλιάδας με το βιβλίο του «Εμπορικός Σύλλογος
Αμαλιάδος (1908 - 2008). Ξεφυλλίζοντας την ιστορία των 100 χρόνων
του», αλλά και δημοσίευσε την προσωπογραφική έρευνα με τίτλο
«Φάνης Τζανετόπουλος. Ο Αμαλιαδίτης που δόξασε την Ελλάδα».
Έπειτα από δημιουργική εκδοτική ανάπαυλα επτά χρόνων,
επανήλθε το 2016 με τρείς σημαντικές μελέτες. Η πρώτη από αυτές
ήταν η επιμέλεια του τόμου για τη ζωή και τη δράση της Εταιρείας
Λογοτεχνών με τίτλο «Εταιρεία Λογοτεχνών Ν. Δ. Ελλάδος. 35 χρόνια
(1979-2015) ζωής και δράσης», η δεύτερη για τον «Επίσκοπο Ηλείας
Δαμασκηνό Σπηλιωτόπουλο (1848-1918)» και η τρίτη για την ιστορία
της «Αμαλιάδας κατά την Ιταλογερμανική Κατοχή, 1941-1944». Δύο
χρόνια αργότερα, το 2018, είδε το φως τη δημοσιότητας, ακόμη, το
ογκώδες «Χρονικό του Αμαλιαδίτικου Τύπου (1908-2018)», καθώς και η
μελέτη για τον «Όμιλο Φίλων Μακεδονίας Αμαλιάδας» με υπότιτλο
«Προσφορά μιας 25ετίας 1993-2018». Το 2019, επίσης, ασχολήθηκε με
την ιστορία της πατρικής του οικογένειας, εκδίδοντας τη μελέτη με
τίτλο «Αναζητώντας τις ρίζες: Η Γενεαλογία της Οικογένειας Καρνάρου
των Κρεστένων», ενώ δημοσιεύθηκε και η εξαιρετικά σημαντική του
μελέτη για τον Παλαμά, «Η Πάτρα και ο εθνικός μας ποιητής Κωστής
Παλαμάς».
Το 2020 συνέβη ένα πολυσήμαντο γεγονός για την ερευνητική και
συγγραφική πορεία του μακαριστού Λεωνίδα, καθώς τυπώθηκαν ο
πρώτος και ο τρίτος τόμος για την ιστορία της Αμαλιάδας. Ο πρώτος
περιλαμβάνει την ιστορία της πόλης μέχρι το 1830 και φέρει τον τίτλο
«Αμαλιάδα έως το 1830», ενώ ο δεύτερος πραγματεύεται την περίοδο
από το 1914 μέχρι το 1940 με τίτλο «Αμαλιάδα 1914-1940». Η έκδοση
των δύο αυτών τόμων, σε συνδυασμό με την κυκλοφόρηση του
δεύτερου το 1998 για την ιστορία της πόλης από το 1821 μέχρι το 1914
και την επικείμενη εκτύπωση του τέταρτου που ιστορεί την περίοδο
μεταξύ των ετών 1940 και 1950, καθώς και με τις επιμέρους ειδικές
«αμαλιαδίτικες» μελέτες του, θα τον καθιερώσει, νομίζουμε, ως τον
κατεξοχήν σύγχρονο ιστορικό της Αμαλιάδας και της περιοχής της.
Ο αδόκητος θάνατός του το χειμώνα του 2021, ωστόσο, ανέστειλε
ολοκληρωτικά τη συγγραφική του δραστηριότητα. Δεν κατάφερε όμως
και να ανακόψει την παραγωγικότητά του, καθώς βρίσκονται ήδη
έτοιμες προς έκδοση τρείς σημαντικές μελέτες, όπως η «Πολιτική
Ιστορία της Αμαλιάδας (1821-2020). Δήμαρχοι - Βουλευτές», η ιστορία
της Κτηνοτροφικής Έκθεσης Αμαλιάδας με τίτλο «Κτηνοτροφική Έκθεση
Αμαλιάδας (1912)» και υπότιτλο «Εικόνες και γεγονότα από την
Κτηνοτροφική Έκθεση, τους Ιππικούς Αγώνες, το Σταφιδικό Συνέδριο»,
καθώς και ο τέταρτος κατά σειρά τόμος της ιστορίας της Αμαλιάδας με
τίτλο «Αμαλιάδα 1940-1950».
Ευελπιστούμε, μάλιστα, ότι από το πλούσιο υλικό του αρχείου και
τα πολλά κατάλοιπα του αξέχαστου Λεωνίδα, θα δουν αργότερα το φως
της δημοσιότητας και άλλες σημαντικές μελέτες για την τοπική μας
ιστορία, με την επιμέλεια και τη φροντίδα της αγαπημένης του αδελφής
και στενής του συνεργάτιδας, φιλολόγου Κατερίνας Καρνάρου.
Εκτός από το πλούσιο και πολυσχιδές συγγραφικό του έργο, όμως, ο
αείμνηστος Λεωνίδας ανέπτυξε επιπλέον πολύ σημαντική κοινωνική και
πνευματική δραστηριότητα, καθώς ηγήθηκε ή συμμετείχε σε Δ.Σ.
συλλόγων και πολιτιστικών ομίλων, επιμελήθηκε πλειάδα μελετών,
αλλά και συνέγραψε δεκάδες άρθρα για περιοδικά και εφημερίδες της
Πάτρας, της Αμαλιάδας, του Πύργου, της Κ. Αχαΐας, της Ζακύνθου και
άλλων πόλεων, ενώ έδωσε και σειρά σημαντικών διαλέξεων στα
Φιλολογικά Βραδινά της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος στη
Δημοτική μας Βιβλιοθήκη, αλλά και πραγματοποίησε εισηγήσεις σε
συνέδρια πάνω σε ιστορικά κυρίως θέματα.
Για τη μεγάλη του αυτή προσφορά στην ιστορία, τον πολιτισμό και
κυρίως στο ήθος αυτού του τόπου, ας είναι αιωνία η μνήμη του
φίλτατου Λεωνίδα, και, καθώς υπήρξε πιστό και αφοσιωμένο τέκνο της
Αγίας μας Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, ο Θεός να τον αναπαύσει
στο πέλαγος της αγάπης του και να τον κατατάξει στις σκηνές των αγίων
και των δικαίων, αλλά και να προσφέρει βάλσαμο παρηγοριάς στις
καρδιές των οικείων του. Το παράδειγμά του, τέλος, ας εμπνέει και ας
φωτοδοτεί όλους εμάς τους «περιλειπομένους», ιδίως τους νεότερους,
να αγαπούμε, να μελετούμε και να τεκμηριώνουμε με σεβασμό και
ευθύνη την ιστορία του τόπου μας, ώστε να διατηρήσουμε ακμαία την
εθνική μας αυτοσυνειδησία και πηγαίο τον πατριωτισμό μας, αλλά και
να διαφυλάξουμε αλώβητη την πολιτιστική μας ιδιοπροσωπία,
προκειμένου να μην απορροφηθούμε και αφομοιωθούμε από τον θολόαξιακά και άτακτο πνευματικά πολυπολιτισμικό κυκεώνα που ζούμε,
αλλά να συνεισφέρουμε δημιουργικά και ουσιαστικά ως πρόσωπα και
εικόνες της Εικόνας του Θεού στην οικοδόμηση μιας Οικουμένης, όπου
θα επικρατεί αιώνια και διαρκώς η αγάπη, η δικαιοσύνη, η ειρήνη και
αλληλοσεβασμός μεταξύ των ανθρώπων