Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΛΛΙΜΑΝΗ-ΓΕΩΡΓΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ : ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΜΕ ΤΙΤΛΟΥΣ "ΑΥΛΑΙΑ" ΚΑΙ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ "ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ" ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 9η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2024 7 Μ.Μ.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΛΛΙΜΑΝΗ-ΓΕΩΡΓΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟΥΣ  "ΑΥΛΑΙΑ¨ΚΑΙ  "ΥΕΤΟΣ"

ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΑΝ Η ΜΑΙΡΗ ΣΙΔΗΡΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

 

 

Της φιλολόγου και συγγραφέως Μαίρης Σιδηρά.

Η «αυλαία» του «υετού»: Ερμηνευτική και υφολογική προσέγγιση στις ποιητικές συλλογές

της Αθηνάς Καλλιμάνη Αυλαία και Υετός

 


Το 2014 άνοιξε με τη συλλογή Αυλαία την αυλαία της ποίησης η εκπαιδευτικός και σκηνοθέτιδα της πόλης μας Αθηνά Καλλιμάνη, για να ακολουθήσει δύο χρόνια αργότερα ο Υετός, και οι δύο δημοσιευμένες από τις πατρινές εκδόσεις Το Δόντι. Και οι δύο ακουμπούν σε μια Ελλάδα κατηφή, με διακριτή την εμφραγματική επέλαση της οικονομικής κρίσης και τα ποικίλα αδιέξοδα που μαστίζουν το προσωπικό και διαπροσωπικό επίπεδο κάθε φορά που η γενική διαταραχή χτυπά το ατομικό σθένος.

 

«Οι κακοτυχίες», γράφει ο Τζωρτζ Στάινερ, «ποικίλουν: το μήλο της Εύας, το κουτί της Πανδώρας, η σφαγή του τοτεμικού ζώου στους μύθους των Ινδιάνων. Σε όλες πάντως η συνέπεια είναι η αμετάκλητη διείσδυση του κακού στην πρωταρχική ειδυλλιακή αθωότητα και κακοτυχία. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την ατελείωτη αλυσίδα καταστροφών, άδικων βασάνων, δημόσιας και ιδιωτικής απελπισίας που χαρακτηρίζουν τη ζωή του ανθρώπου; Πώς αλλιώς να εκλογικεύσουμε τις φονικές παρορμήσεις, τις ωμότητες, την αυτοκαταστροφική τυφλότητα ή τον παραλογισμό που κάνουν τις πολιτικές υποθέσεις κατάλογο νεκρών και αγνοουμένων; Το αθώο παιδί υποβάλλεται σε βασανιστήρια, η Τροία ισοπεδώνεται συνεχώς, η αδικία θριαμβεύει. […]» 

 

Όσον αφορά στην περίπτωση  της Αθηνάς Καλλιμάνη, η δυαρχία κακού – καλού καλά κρατεί… Το κακό δεν καθιερώνεται αλλά ακολουθεί μια ντετερμινιστική λογική, όμως, όσο φυσικά και αν ενσκήπτει, αποκαθηλώνεται. Είτε με την κατά κράτος νίκη της αγάπης είτε με την ανάδυση ενός κόσμου κατάλληλου για τον άνθρωπο, σύμμαχο της φύσης αλλά και των αναγκών μας ως όντα κοινωνικοπολιτικά, θεσμικά και ικανά να εννοήσουν τόσο την έλλογη όσο και την πνευματική αξία του καλού. Στον Υετό, η αμείλικτη διαμάχη μετριάζεται και είναι η υφολογική εξέλιξη που υποβάλλει τόνους μινόρε, μιας μελαγχολίας εναρμονισμένης, θα έλεγε κανείς, με τοπίο αγγελοπουλικό, βαθύτερα υπαρξιστικής, μιας, με δυο λόγια, γόνιμα μελαγχολικής ποιητικής στάσης. Στην πρωτόλεια, ωστόσο, συλλογή της, την Αυλαία, η ποιήτρια εμφανίζεται στα γράμματα με διάθεση υπογραμμισμένης κατάδειξης των σκοταδιών τόσο του ποιητικού υποκειμένου όσο και του κόσμου.

 

Στην εξωστρέφεια αυτή συμβάλλει ο τεχνικός χειρισμός της στροφικής ενότητας και ιδίως η ηχηρή ομοιοκαταληξία που ως «ήχος όπλου» εκπυρσοκροτεί, υποβάλλοντας,  με έναν επίμονο συχνά ήχο, την αγωνία και την αγωνιστικότητα του ποιητικού υποκειμένου. Σα να φωνάζει, με όλη του την αθωότητα, ένα παιδί, προκειμένου να πολεμήσει τα κακώς κείμενα καταδεικνύοντάς τα με πείσμα ή, κάποτε, σα να χαράζει, με όλη της τη δύναμη, μάρμαρο μια ύπαρξη θηλυκή, επιχειρώντας να ραγίσει αναλγησία αιώνων: Διαβάζουμε, χαρακτηριστικά, από τους «Λαθρεπιβάτες»: […] Τυχαίες ωραίες στιγμές/ δεν τις ξεχνάμε/ το χειροκρότημα κρατάμε/ επάνω του ξεδιάντροπα πατάμε/ σε βήμα που συνθλίβει στρέφεται/ και η ζωή/ ακόμα μας ανέχεται. Στο «Ο Κύκλωπας», η πόλη τρέπεται σε τεράστιο σκηνικό για την επέλαση της αγριότητας. Το θεατρικό στήσιμο αναγνωρίζεται σε αρκετά ποιήματα της συλλογής, γινόμενο, εν τέλει, δομικό φαντασιακό γνώρισμα. Στο προαναφερόμενο ποίημα, η Καλλιμάνη μετέρχεται παραδοσιακές μεταμφιέσεις του κακού, ομηρικής (ο Κύκλωπας) και δημοτικής (οι λύκοι) προέλευσης, η δε αλληγορική ακολουθία εκβάλλει σε μια νικητήρια σωτηριολογική για το είδος μας κοινωνικοπολιτική κατάληξη. Να σημειώσουμε, επίσης,  την πρωτοτυπία της μεταφορικής φράσης «η πόλη τριαντάφυλλο πικρό» μα και τον διαλεκτικό δυισμό που σπονδυλώνει το ποίημα: Η βραδιά συνηθισμένη/ η πόλη τριαντάφυλλο πικρό/ το φεγγάρι μάτωσε απ’ τη μαχαιριά/ που ύπουλα καρφώθηκε στην καρδιά.// Ο Κύκλωπας χτύπησε για άλλη μια φορά/ μονόφθαλμος/ μας ξεγελάει τάχα/ πως δεν βλέπει και καλά/ κι όμως αρπάζει πρόβατα πολλά/ τους αλλάζει την προβιά.// Φόβο οι λύκοι στις γειτονιές σκορπούν/ με όπλα και στιλέτα ανενόχλητοι κυκλοφορούν./ Μίσος καταχθόνιο/ νεκρά κτηνώδη κύτταρα/ αδύναμους και διαφορετικούς αναζητούν/ θύματά τους να γεννούν.// Ελεύθερη η σκέψη/ αφήνει τους μύθους της/ στης μνήμης την αυγή∙ πολιτισμός, παιδεία, δικαιοσύνη/ ορθώνονται δειλά δειλά// η κόρη του ματιού ματώνει και πονά/ ο Κύκλωπας πεθαίνει/ στου σκοταδισμού του τη σπηλιά.

 

Το δίπολο καλού - κακού μαζί με την εκπορευόμενη εξ αυτών  διαλεκτική που υπηρετεί η Καλλιμάνη και με μια γενικευμένη περί καλού αντίληψη φέρουν την ποιήτρια, σ’ αυτήν την πρώτη της αναζήτηση του αναγνωστικού βλέμματος, κοντά στο ρομαντικό αντικαπιταλισμό του 19ου αι., έτσι καθώς στοχεύει «τα θεμέλια του κατεστημένου». Η κλασική αντιπαραβολή καλού – κακού και η προαιώνια πάλη τους, με παραλλαγμένη την ποιητική αισθητοποίησή τους, ενυπάρχει σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής, υπονοούμενη σχεδόν σε όλα, καθώς συχνά βρισκόμαστε μάρτυρες είτε μιας πολιτικής είτε ηθικής ταλάντωσης, στην κατάληξη της οποίας το καλό νικά κατά κράτος τουλάχιστον ως επιθυμητικό αναγνωστικό σκίρτημα ή ως μελλοντική πρόληψη, επίτευγμα πίστης του ποιητικού υποκειμένου.

 

Δεν είναι λίγα, επίσης, τα ποιήματα της συλλογής στα οποία σκιαγραφείται υπαινικτικά ή και καταδεικνύεται μεγαλοφώνως η έννοια της απώλειας, στοιχειοθετημένης είτε ως επικινδύνως φεύγουσα φιλική, ερωτική ή και γονεϊκή σχέση είτε ως παρηκμασμένη αξιακή συνθήκη αλλά και ως καθαρόαιμη προδοσία. 

 

Το έμπονο στοιχείο, που εκλύεται από εγνωσμένο κενό ή από την επαγρύπνηση του ποιητικού υποκειμένου  προκειμένου να μην καθιερωθεί η απώλεια ή κι από το πένθος που διορατικά η ποιήτρια ψηλαφεί, μας οδηγεί, από άλλο δρόμο, στη ρομαντική ανάγνωση της συλλογής και του κόσμου της. Η Catherine J. Parat στο «Δοκίμιο για την ευτυχία» αναφέρει σχετικά: «[…] θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ευτυχία είναι το αντίθετο, το ανάποδο του πρωτόγονου πένθους: η επανεύρεση του χαμένου αντικειμένου καθώς και όλων όσα χάθηκαν στη συνέχεια, του οιδιπόδειου συμπεριλαμβανομένου. Το πένθος, η πιο σκληρή απώλεια, είναι το γεγονός που υποκινεί την παλινδρομούσα άμυνα∙ έτσι εξηγείται γιατί τόσο συχνά το πένθος προετοιμάζει την κοίτη του έρωτα ή της πίστης, κάτι που είναι περίπου το ίδιο». 

 

Κάποτε, το στοιχείο της αιφνιδιαστικής μεταβολής της τύχης φοβίζει το ποιητικό υποκείμενο και, όσο και εάν πασχίζει να αποκαταστήσει το καλό πολεμώντας το κακό ή εντάσσοντάς το στην πονηρία της λογοτεχνίας, ποιητικοποιώντας το ειδάλλως, δεν είναι λίγα τα ποιήματα στα οποία η χώρα της ευτυχίας καταλύεται και οι προσπάθειες αποδεικνύονται χίμαιρες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το ποίημα «Με τη βία» στο οποίο, αφού το ποιητικό υποκείμενο αποστείλει ολόχαρο τα όνειρά του «στ’ ουρανού την αγκαλιά» και ταξιδέψει πρίμα κι ονειρικά τη σκέψη του, η τύχη θα μεταβληθεί: […] Αγρίεψε ο καιρός/ χάθηκε ο ουρανός/ μετέωρα τα όνειρα ∙/ η σκέψη απ’ τα κύματα/ παλεύει να σωθεί ∙/ μπλέχτηκαν πουλιά/ στα κατάρτια τα ψηλά/ με τη βία άνοιξαν φτερά/ για μέρη άγνωστα και μακρινά. Οι δύο φροϋδικές ενορμήσεις, του έρωτα και του θανάτου, απεικονισμένες κυρίως έμμεσα μάχονται, ωστόσο τον τόνο δίνει η αξία της πάλης και η ελπίδα του μέλλοντος καιρού: […] Φίλοι ξένοι/ σύντροφοι και αδερφοί/ μην ξεχαστείτε∙ σε άλλη γειτονιά/ μια πολιτεία ανέφελη/ θα χτίσουμε ξανά. Ας θυμηθούμε εδώ την Julia Kristeva και την «ανανέωση της εξέγερσης» που προτείνει «όταν πια δεν παίρνουμε ευχαρίστηση απ’ τους δεσμούς». Αυτή είναι συνοπτικά η οδός της Αθηνάς Καλλιμάνη που βγαίνοντας από τις ποιητικές της ιστορίες ωσάν ιεροφάντης παρηγορεί και επιτάσσει: Λίγη υπομονή!/ και σε ένα χρόνο/ όνειρα εαρινά/ θα δραπετεύσετε απ’ του νου τη θολερή σκιά/ και θα ζωντανέψετε με άλλου τόπου σκηνικά. 

 

Ολοκληρώνοντας την προσπέλαση της πρωτόλειας συλλογής της, υπογραμμίζουμε δύο στοιχεία: Αφενός τη θεατρικότητα με την οποία «στήνεται» η πλειονότητα των ποιημάτων της, είτε πρόκειται για πρόσωπα είτε για μικροσκηνές που εν είδει σκετς αναδύονται είτε και για αυτούσιο διαλογικό επεισόδιο («Δύο σκιές»), και αφετέρου μια κάποια ρετρό καταφυγή σε σχήματα λόγου και ρητορικές αυξήσεις. Κατά τη γνώμη μας, με την Αυλαία η ιδιοπροσωπία της ποιήτριας δεν έχει, κατά τη γνώμη μας, ολοκληρωθεί. Τα γνωρίσματα, ωστόσο, που της αποδόθηκαν είναι ήδη σοβαρές κατακτήσεις και προμηνύουν μεστή ποιητική γραφή. Κάτι που απολαύσαμε στη «βροχερή» συλλογή της, τον «Υετό», που δύο χρόνια μετά, το Νοέμβριο του 2016, ακολούθησε. 

 

Εδώ η Καλλιμάνη αναδεικνύεται ποιήτρια των αρχετυπικών συναντήσεων, σκηνογραφώντας με τα προαιώνια υλικά, τον ουρανό, τα άστρα, τη θάλασσα, τη γη, και συνθέτοντάς τα με πυρηνικές καταβολές του ανθρώπινης φύσης. Το υγρό στοιχείο, ως άνωθεν απεσταλμένος «υετός», βροχή, στάλα, αλλά και ως θάλασσα, πρυτανεύει στα ποιητικά του περάσματα, ωστόσο και η αναγωγή στα ουράνια ή οι πράξεις καθαυτές των διαστημικών σωμάτων, του ήλιου, των άστρων, αλλά και της νύχτας, του σκοταδιού, εμφανίζονται στο ποιητικό της εργαστήρι.

Η ποιητική της χώρα ορίζεται συχνά ως ένας θέατρο βίας, διαμάχης και προμηθεϊκής απόπειρας να αρθεί το επίγειο άχθος που προξενεί ναυάγια στις ονειρικές πλεύσεις. Συχνά ιερατική, με τελετουργική φόρμα, με επίμονες επαναλήψεις εν είδει επωδών, άγρια μουσικότητα και χαρακτηριστική ρυθμολογία, απευθύνεται στα φυσικά στοιχεία, προσμένοντας αποκατάσταση της ηθικής ή συναισθηματικής αρρυθμίας των ανθρωπίνων.

Με έναν λοξό τρόπο, μπορούμε να μιλήσουμε για υπαρξιστική ποίηση, τουλάχιστον ως προς τη θεματική ακολουθία, καθώς από τη συμπλοκή αισθητού και υπεραισθητού, σε φόντο λυρικό και φόρμα ασκημένη στη συντομία και την υποβολή, τίκτεται ένα ακριβόλογο διανοητικό παράγωγο, σχεδόν μπρεχτικό.

Έτερο χαρακτηριστικό, η προσωποποίηση. Ιδιαίτερο, μάλιστα, ενδιαφέρον παρουσιάζει η τακτική εμψύχωση ανοίκειων για το ποιητικό ρεπερτόριο, αφηρημένων ή μη, ποιοτήτων (για παράδειγμα, ο χρόνος, η άσφαλτος, ο άνεμος). Εάν απομονώσουμε τις προσωποποιήσεις της, θα αντιληφθούμε να σαλεύει με ένταση και με ρυθμό ένα σύμπαν αλλότριων ποιητικών όντων. 

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ποιητικής της φωνής, η σχέση της με τη δημοτική παράδοση. Οι συστηματικές προσφωνήσεις (Άπληστε άνεμε, Θάλασσά μου, Σκοτάδι μου, Νύχτα μου,) στον άξονα της ιερής αναγνώρισης του κόσμου, ο ρυθμός που διασείει το ποιητικό σώμα, οι επαναλήψεις, υπομνηματιστές ενός παμπάλαιου τραγουδιού, οι υπερρεαλιστικές διασυνδέσεις, τα δημοτικοφανή μοτίβα, οι σύνθετοι περιγραφικοί νεολογισμοί (π.χ. ουρανογέννημα, ανθοφόρεμα, σφιχταγγαλιάσει, μαλλομέταξο,  αστρόστρωτο,) και, βέβαια, η σκηνοθετική ενορχήστρωση της φύσης αφθονούν.  Στην ποίηση, εξάλλου, της Καλλιμάνη, η φύση παραμένει υποδοχέας, αλληγορικός ήρωας, μεταφυσικός ακόλουθος, μετωνυμική αφόρμηση, ανιμιστικός πρόγονος της ανθρώπινης παρουσίας και δράσης. Στην «Πιστή σκιά», η θάλασσα και η ανθρώπινη σκιά συναιρούνται σε ένα σύντομο απωανατολικής κομψότητας ποίημα, δουλεμένο με ρητορική ακρίβεια και μουσικό αίσθημα. Τι κι αν/ η θάλασσα έχει μαλακώσει,/ οι σκιές μας/ όπως πάντα/ μας ακολουθούν πιστά.

Το ομώνυμο της συλλογής ποίημα σφυγμομετρά τα ανωτέρω, συνοψίζοντας το ιδίωμα της ποιητικής της κ. Καλλιμάνη: Η συνουσία του φυσικού στοιχείου –ιδίως αυτού του υετού, με τα ανθρώπινα, η κυκλοφορία μιας πανάρχαιας μουσικής, συγγενικής προς την κατά Λόρκα «ρίζα της κραυγής» στις φλέβες του ποιήματος, η εμφανής συμπερίληψη δημοτικοπρεπών μοτίβων, ο πυρρίχιος ρυθμός, η καθυπόταξη της ιστορίας του ανθρώπου, του σώματος και της ψυχής του, μέσα στη μεγάλη ιστορία του κόσμου, συναντώνται σε μελετημένες ποσοστώσεις. Αλλά και το ποίημα «Να ’χει καλό ταξίδι η αγάπη» μπορεί να εκληφθεί ως υποδειγματικό της τάσης της ποιήτριας να επεξεργάζεται τη φύση ως ποιητικό συμβάν, να προσφωνεί, υποστασιοποιώντας, το φυσικό ερέθισμα και να συμπλέκει τη φυσική με την ανθρώπινη δικαιοσύνη, αποκαλύπτοντας κάτι από την ανιμιστική αρχή της κοινωνικής ζωής. Ως μακρινός απόηχος της σαπφικής ωδής, το ποίημα της Καλλιμάνη απαιτεί από τον άνεμο την αποκατάσταση της συναισθηματικής ισορροπίας, μέσω δύο μετωνυμικών  σημείων της Αγάπης (τα μαλλιά και το φόρεμα), προσαρμοσμένων στον άξονα μιας δομικής προσωποποίησης: Άπληστε άνεμε!/ Πότε επιτέλους θα σιγάσεις;/ Πότε θ’ ανοίξεις έρωτα στρατί;// Θέλει η Αγάπη μου ν’ αγαπηθεί./ Απ’ το Βορά μην έρχεσαι./ Μπλέκεις τα μαλλιά της./ Τα θέλει ξέπλεκα, λυτά.// Μήτε για το Νότο να τραβάς/ στου ορίζοντα την άκρη./ Μαραίνεις τ’ ανθοφόρεμα/ Χάνεται τ’ άρωμά του.

Κάποτε, με ένα εφέ αιφνιδιασμού, η μικρή φράση τανύζει σε βάθος τους αρμούς του ποιήματος. Η χρήση, για παράδειγμα, της φράσης «γλυκαίνεις πικραμύγδαλα» στο «Έρωτας», με την αντικανονική χρήση του ρήματος και την πικρόγλυκη επίγευση του καρπού, καθώς φέρει την τόλμη της παράνομης λεκτικής σύνδεσης, τη δυνατότητα αισθητηριακής αντίληψης και την ένταση του καθημερινού και οικείου, ενδυναμώνει την αναγνωστική απόλαυση: […] Ένα άγγιγμα αρκεί να νιώσω πως/ γλυκαίνεις πικραμύγδαλα,/ μοσχοβολάς το άρωμα της αγάπης μου. 

Στο ποίημα «Ματαιότητα», η ποιήτρια, ακολουθώντας ένα λυγμικό σχεδόν τέμπο, σχεδιάζει μία παράσταση κουκλοθεάτρου. Το θέαμα απελευθερώνεται από παλιό δρύινο μπαούλο και καθώς εξελίσσεται ο ποιητικός αφηγητής θα οργανώσει σταδιακά το πεπρωμένο του ιστορικού ανθρώπου: θα χειρουργήσει, θα κατασκευάσει συνεργαζόμενος, θα αγαπήσει, θα αποδεχτεί και θα επιστρέψει στο δρύινο σημείο – σήμα – τάφο της εκκίνησης. Οι ερμηνείες βάθους δακτυλοδείχνουν άτακτα τον άνθρωπο, τη μοίρα του, την τέχνη του θεάτρου, το νόημα αναβοσβήνει επίμονα, πότε στη μεταφορική και πότε στην κυριολεκτική του ανάγνωση, ενώ ο στίχος απειλεί να ολοκληρώσει ανά πάσα στιγμή τον τίτλο του: «Ματαιότητα». Φώτα παρακαλώ.// Απ’ της γωνιάς το δρύινο μπαούλο το παλιό/ ένα χέρι/ άλλο χέρι/ δάχτυλα μέσα στα δάχτυλα/ και τα σχοινιά τεντώνουν./ Χέρια πλάι πλάι./ Ώμοι γυρτοί πλάι πλάι./ Καρδιές πλάι πλάι./ Άκαμπτα γόνατα πλάι πλάι./ Όνειρα πλάι πλάι.// Ο δείκτης του ρολογιού δεν περιμένει./ Οι ανάσες βαραίνουν./ Τα σχοινιά κόβονται.// Η παράσταση εκεί που τελειώνει ξεκινά./ Οι σκουριασμένοι μεντεσέδες βρυχώνται. Το δρύινο μπαούλο κλείνει για άλλη μια φορά.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ Η κ.ΜΑΡΙΑ ΚΟΣΜΑ ΦΙΛΌΛΟΓΟΣ



 

Καλησπέρα,

Θα ήθελα, αρχικά, να ευχαριστήσω την Αθηνά Καλλιμάνη για την τιμή που

μου έκανε να μου εμπιστευτεί τα ποιήματά της και να μου επιτρέψει να

παρουσιάσω το πως εγώ αντιλαμβάνομαι την δική της προσωπική κατάθεση

ψυχής.

Καθώς λοιπόν η «Αυλαία» πέφτει στην ομώνυμη ποιητική συλλογή και

εικόνες πλημμυρίζουν την αίθουσα, ξεπροβάλλει η αλλόκοτη ανθρώπινη ζωή

που παρά τις εσωτερικές και κοινωνικές αντιθέσεις πετυχαίνει περιέργως να

ισορροπήσει. Αλλά πρόκειται για μια ισορροπία εύθραυστη και φαινομενική

γιατί κρύβει μια απόγνωση, γιατί εθελοτυφλεί στα λάθη του παρελθόντος,

γιατί η ψυχή αρνείται τη φυσική της ροπή να ανθίσταται και σιωπά. Η

ποιήτρια, συγκεκριμένα, γράφει:

 

Η επαναστατική ορμή έγινε απόγνωση

στην ψυχή απέμεινε μόνο η σιωπή.

Μια ψυχή μετέωρη που καθιστά και το μέλλον μετέωρο.

Στο ποίημα, πάλι, «Μεγάλες Ιδέες» η ποιήτρια διερευνά το θέμα της

ολοκλήρωσης, της τελείωσης, της ανθρώπινης ύπαρξης καθώς αυτή

πορεύεται μέσα στο χρόνο κουβαλώντας μνήμες, ιδέες που εγκαταλείφθηκαν,

προσδοκίες που ματαιώθηκαν και το τέλος για να ελευθερωθεί προσδοκάει

όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ίδια η ποιήτρια.

Τα ποιητικά υποκείμενα στα ποιήματα «Άραγε πότε θ’ανάψει» και

«Ωριμότητα» ανατρέχουν στην παιδική τους ηλικία και στον ιδανικό, μυθικό,

πολύχρωμο κόσμο που είχαν πλάσει είτε τα ίδια με τη φαντασία τους είτε με

τη βοήθεια των παραμυθιών της γιαγιάς. Η μάχη, ωστόσο, του τότε με το

τώρα είναι άνιση αφού το παρόν αποκαλύπτεται γκρίζο και θολό, οι ήρωες

είναι χωρίς καρδιά και οι λύκοι παραμονεύουν.

Η δεύτερη ποιητική συλλογή τιτλοφορείται ¨Υετός¨. Ο τίτλος αυτός δεν είναι

σίγουρα τυχαίος. Αντιθέτως είναι πολύ εύστοχα επιλεγμένος μιας που

παραπέμπει σε εικόνα υδάτινων στοιχείων που ακολουθούν μια πτωτική

πορεία προϊδεάζοντας μας έτσι τόσο για τα στοιχεία της φύσης που

κυριαρχούν στο ποιητικό πεδίο της δημιουργού όσο και για την πορεία των

συναισθηματικών διακυμάνσεων του ποιητικού υποκειμένου.

Ένα από τα κυρίαρχα στοιχεία, λοιπόν, αυτής της ποιητικής συλλογής είναι

φυσικά η βροχή η οποία στο ποίημα «Υετός» ενδύεται τα χαρακτηριστικά

ενός θύματος που χωρίς να προβάλλει αντίσταση είτε χάνεται στ’απόνερα,

 

είτε αρπάζεται βίαια από τα κύματα είτε συμμετέχει σε μια ερωτική πράξη

συνένωσης με τη θάλασσα η οποία όμως καταλήγει να είναι μοιραία. Άλλοτε

η βροχή παίρνει τη μορφή ενός θύτη που πληγώνει τη ματαιότητα της

ανθρώπινης ζωής. Μια ματαιότητα και μια αίσθηση ανικανοποίητου που

διαπερνούν την ποιητική οντότητα και την εμποδίζουν ή ακόμα καλύτερα

αναβάλλουν τη συνάντηση της με τον Έρωτα, τον οποίο επιθυμεί να γευθεί

αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέρνει χωρίς να πληγωθεί.

Και η ανάσα σου αδίστακτη

Σαν άτι αχαλίνωτο,

με λάφυρο τη λαβωμένη μου ψυχή,

 

τρέχει

 

σε μια κούρσα δίχως νικητή.

Θα γράψει η ποιήτρια στο ποίημα «Χωρίς επιστροφή».

Ο τίτλος, όπως προαναφέρθηκε, μας προϊδεάζει και για την καθοδική πορεία

των συναισθημάτων του ποιητικού υποκειμένου και για την εσωτερική

πάλη που συντελείται αναπόφευκτα. Μια εσωτερική πάλη που γιγαντώνεται

από τη μονοτονία του παρόντος και τον βουβό πόνο του παρελθόντος το

οποίο αρνείται να συμπράξει με το τώρα γεγονός που ίσως να συντελούσε

στην συναισθηματική του αποφόρτιση. Αντιθέτως αναβάλλεται η αξιοποίηση

κάθε ευκαιρίας για αλλαγή παρόλο που το ποιητικό υποκείμενο ασφυκτιεί και

προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, όπου η Ζωή

ακροβατεί μεταξύ Δύσης και Ανατολής, δειλινού και Αυγής, χειμωνιάτικης

βροχής και καλοκαιρινής προσμονής. Η έκφραση παρουσιάζει μια ειλικρίνεια

στην παραδοξότητα των συναισθηματικών εκδηλώσεων του ποιητικού

υποκειμένου, ο κόσμος του οποίου κινείται γύρω από τα μοτίβα του Έρωτα

και του Θανάτου.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όνειρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο

ποιητικό σύμπαν της ποιήτριας τα οποία είτε υπερτερούν των ανθρώπινων

ιδανικών και γεννούν, δυστυχώς, τη στείρα Ελπίδα, είτε στο σκοτάδι, το

προσωπικό, δίνουν μια άλλη προοπτική και κάνουν το ταξίδι χωρίς επιστροφή

να φαντάζει σωτήριο, τον θάνατο λυτρωτικό.

Φτάνοντας προς το τέλος θα ήθελα να ομολογήσω τη δική μου προσωπική

αγωνία να εκτιμήσω το ποιητικό έργο της ποιήτριας και φίλης, Αθηνάς

Καλλιμάνη, μιας αγωνίας που πήγαζε από το πόσο η δική μου οπτική, η δική

μου αλήθεια πλησιάζει τη δική της απόλυτη αλήθεια.

 

Κλείνοντας θα ήθελα να παραθέσω τους στίχους του ποιήματος ¨Ανέλπιστα¨

στο οποίο περιγράφεται ο μοναχικός, ατομικός, ανηφορικός αγώνας προς την

καταξίωση που αν και περιέχει απογοητεύσεις καταφέρνει να μην λειτουργεί

επιβαρυντικά αλλά απελευθερωτικά για την ποιήτρια και το ίδιο εύχομαι και

για όλους εμάς.

 

Ανέλπιστα

 

Ο κόπος βουβός.

Πολύς.

Αμέτρητος.

Σήμερα ήλπιζα

ποθούσα

επαίνους, αγκαλιές, αναφορές επιβράβευσης.

Λησμονήθηκαν.

Δεν πόνεσα.

Τώρα πια

ανηφορίζω χωρίς να κουράζομαι.

Είμαι ελεύθερη.

ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΣΕ Η κ.ΓΕΩΡΓΙΑ Ι.ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ ΔΙΕΘΝΟΛΟΓΟΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΣΓεωργία Ι. Νικολοπούλου , Διεθνολόγος - Ραδιοφωνικός Παραγωγός

 


Στέγη Γραμμάτων «Κωστής Παλαμάς»

 

Παρουσίαση των ποιητικών συλλογών της Αθηνάς Καλλιμάνη -

Γεωργιτσοπούλου: «Αυλαία» και «Υετός».

 

 

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΛΛΙΜΑΝΗ, ΠΥΛΩΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

Έχει αποδειχθεί στατιστικά ότι το 95% του αναγνωστικού κοινού αποστρέφεται τη

μοντέρνα ποίηση, της οποίας δεν καταλαβαίνει το νόημα, αφού τέτοιο δεν υπάρχει, και

μόνο ένα 5% περίπου αποδέχεται αυτό το είδος το οποίο πολλές φορές είναι

ανερμήνευτο. Και ίσως ακατάληπτο.

Η Αθηνά Καλλιμάνη δεν κινδυνεύει από αυτή την κατηγοριοποίηση. Γιατί η γραφή της

είναι σύγχρονη μεν αλλά ταυτόχρονα ευθεία και στοχευμένη. Μιλάει καθαρά και

συγκεκριμένα. Και γράφει με την καρδιά χαράσσοντας με την πένα της μια

ευθύγραμμη διαδρομή: Τη διαδρομή από καρδιά σε καρδιά.

Μια εκδήλωση για την ποίηση είναι μια Λειτουργική Πράξη. Μια πράξη κοινωνίας. Και

κάθε δημιούργημα είναι και μια πράξη αθανασίας.

Και για κάθε πνευματικό δημιούργημα - η πραγματική του αξία θα μετρηθεί, με τους

όρους που θα συγκροτήσει μέσα στην κοινωνία.

Ως Εκπαιδευτικός, ως Σκηνοθέτης, ως Δραματουργός, ως ενεργή πολίτης και

Δημοτικός Σύμβουλος η Αθηνά δε χρειάζεται συστάσεις έχει δώσει τα διαπιστευτήρια

της, πολλά χρόνια τώρα.

Ως οντότητα όμως που συνιστά και την ουσία από την οποία απορρέει ο ποιητικός της

λόγος, η Αθηνά έχει διαλέξει το δύσκολο δρόμο: To δρόμο ταχείας κυκλοφορίας που

δεν ησυχάζει ποτέ. Και που πάνω του κινούνται με ιλιγγιώδη ταχύτητα ιδέες, που

βιάζονται να πραγματωθούν.

Όσοι τη γνωρίζουν θα συμφωνήσουν απόλυτα: Η Αθηνά ήταν και είναι σε μόνιμη

εγρήγορση. Ανεβαίνει στο ποδήλατό της - ένα με τη φύση της – και την άλλη στιγμή

έχει φτάσει από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη.

- Δεν είναι εδώ, μου απαντάει στο τηλέφωνο ο Κανέλλος της.

-Είχαμε ραντεβού έχει αργήσει και δεν απαντάει στο κινητό του λέω,

- Έρχεται με το ποδήλατο γι’ αυτό δεν απαντάει, θα ‘ρθει, μου εξηγεί ο Κανέλλος.

«Ποδηλατώ στην πόλη μου γλιστράω. Ποδηλατώ στις σκέψεις μου γυρνάω.

Θύμισες γκρίζες σκιές μουντές στις ακτίνες μου πετάω. Μπλέκονται, χάνονται

μα πίσω δεν κοιτάω. Στη σέλα μου τα όνειρα κρατάω. Τα πεντάλ με δύναμη

γυρνάω. Ψάχνω τα όμορφα που τόσο αγαπάω» (Στην Πόλη μου Γλιστράω).

 

Όταν συζητήσαμε για την αποψινή βραδιά η Αθηνά μου ζήτησε να σχολιάσω κυρίως

τα αρνητικά που μπορεί να εντοπίσω στη γραφή της.

Πώς όμως να βρει κανείς αρνητικά σε μια γραφή που δημιουργεί αμιγώς

συναισθηματικά ερείσματα; Και πώς μπορείς να αναλύσεις με στιχουργικούς όρους

και φόρμες, μια γραφή που στηρίζεται σε ιδεολογικούς όρους και κυρίως με αξιακούς

όρους;

Γι’ αυτό προσωπικά θα αναφερθώ στην ίδια την υπόσταση της Αθηνάς μέσα από

πυλώνες αγάπης που συνιστούν την ίδια και τη γραφή της.

ΠΥΛΩΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ: Η αγάπη της Αθηνάς για τα παιδιά και τους νέους.

Η αγάπη της μετουσιώνεται σε προσφορά στα παιδιά, τα προετοιμάζει με τα βαθιά

νοήματα των παραστάσεων που κάνει να γίνουν ευαισθητοποιημένοι, συμμετοχικοί

και αλληλέγγυοι πολίτες. Δε θα σταθώ περισσότερο γιατί η θεματολογία των έργων

της το μαρτυρά περίτρανα.

ΠΥΛΩΝΑΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Η αγάπη της Αθηνάς για τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο μετανάστη, τον φορτωμένο με μνήμες-σίδερα βαριά- άνθρωπο. Τον

άνθρωπο που ονειρεύεται, τον άνθρωπο πρόσφυγα το συλλογικό άνθρωπο, τον

άνθρωπο που συμβιβάζεται, τον άνθρωπο που συνθηκολογεί, τον ελεύθερο

άνθρωπο.

- «Κι ο κόσμος στο σώμα του μνήμες κουβαλάει, με μετέωρο βήμα στην

ομίχλη προχωράει, πίστη και απελπισία δυο φαντάσματα που τη μια τα

προσπερνάει και την άλλη στιγμή λάβαρα τα κρατάει και τα προσκυνάει.

Την πρώτη αρχή αναζητάει, το τέλος για να ελευθερωθεί προσδοκάει»

(Μεγάλες Ιδέες)

- «Σώματα προσπερνώ. Δεν ξέρω ποιόν ψάχνω και αν θα τον βρω. Μάτια

απλώνουν δίχτυα στο κενό.. δάχτυλα μπλέκονται, συνειδήσεις χάνονται σ

έναν ξέφρενο ρυθμό. Άνθρωπε στάσου. Θέλω να συναντηθούμε. Να σε

δω» (Άνθρωπε στάσου).

ΠΥΛΩΝΑΣ ΤΡΙΤΟΣ: Η αγάπη της Αθηνάς για τον τόπο της

Μέσα σ αυτόν τον ανθρωποκεντρικό κόσμο, ο τόπος της, η «Γηραιά Κυρία» με την

πένα της φθαρμένη από την τόση ιστορία, επιβιώνει ως μνήμη και ως αίσθηση ζωής:

«Αχ πανάρχαιη Κυρία, τις ρυτίδες μην καλύπτεις, σήκω την κορμοστασιά σου

βάλε πάλι τα καλά σου και την πένα τη φθαρμένη που σου έγραφε ιστορία μην

πετάξεις στα παλιά βαλ΄την χτένα στα μαλλιά» (Γηραιά Κυρία).

 

«Ο χρυσός θάμπωσε αλλά ακόμα προκαλεί γιατί ακόμα καθρεπτίζει του

παρελθόντος τη χλιδή»(Θεωρείο Επισήμων).

Στον «Ξενιτεμό» καταπιάνεται με τον πόλεμο, ψάχνει το περιστέρι της ειρήνης,

αφουγκράζεται το νόστο της Καρυάτιδας:

- «Φίλοι ξένοι, σύντροφοι και αδερφοί μην ξεχαστείτε.. σε άλλη γειτονιά μια

πολιτεία ανέφελη θα χτίσουμε ξανά» .

- «Ξένα αφεντικά ορίζουν το παρόν μα μην αφήσεις ιστορία κι ουρανό»

(Φυγή).

ΠΥΛΩΝΑΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ: η αγάπη της Αθηνάς για τη φύση

Σε ολόκληρο τον Υετό, η Αθηνά συνομιλεί με τη φύση, την προσωποποιεί και

απευθύνεται κατά πρόσωπο στα στοιχεία της.

Συνομιλεί με τη θάλασσα, γίνεται ένα μ’ εκείνη:

Θάλασσά μου, γαλήνια είσαι στα ρηχά. Στα βαθιά κρύβεις την ταραχή σου.

Δε χρειάζεσαι χρώματα πολλά. Με το μπλε σου το βαθύ βάφεις τους θησαυρούς

σου. Δεν σου αρέσει η μοναξιά. Κάθε πρωινό με το αγέρι πίνεις καφεδάκι στο

γιαλό. Δε θυμώνεις όταν σε χτυπούν ξύλινα κουπιά η σιδερένια η προπέλα που

ασταμάτητα και αλύπητα γυρνά

Τις Κυριακές στολίζεις τα πέτα τα ψηλά με γλαροπούλια.

Στου ορίζοντά σου τα στενά η αυγή συναντά τα δειλινά» (Βαθύ μπλε)

Πιστεύω μέσα μου όσο γνωρίζω την Αθηνά, ότι αυτό το «Βαθύ Μπλε» είναι η

Προσωπογραφία της. Είναι το μωσαϊκό που τη συνθέτει η ίδια θάλασσα η

φουρτουνιασμένη, η θάλασσα σε διαρκή κίνηση.

Και στην Ηχώ:

«Θάλασσα εύθραυστη, πόσο αντέχεις.. γλυκά αναταράζεσαι και πνίγεις την

ηχώ».

Συνομιλεί με τον άνεμο: είναι πολλά τα ποιήματα που έχουν μέσα τους άνεμο τον

άνεμο της παρόρμησης και της ανησυχίας της:

- « Άπληστε άνεμε- Πότε επιτέλους θα σιγάσεις;»

- «Τη δροσιά τους την παίρνει ο άνεμος, ευχές δεμένες σε λευκά περιστέρια»

- «Από πλαστελίνη εύπλαστες είναι οι καρδιές αφημένες στων ανέμων τις

βουλές»

- «Άνεμος ξένος, μαύρο μαντάτο φέρνει… πως πνίγηκε στη θάλασσα του

φεγγαριού» (Εσωστρέφεια)

 

Αναγεννιέται μέσα απ’ την αντιπαράθεσή της με το χρόνο:

- «Χρόνε μη γίνεσαι κακός, του ρολογιού η μηχανή να πάψει ετούτη τη

στιγμή» (Χρόνε μη γίνεσαι κακός)

- «Και σαν να μην έχει τίποτα συμβεί ο χρόνος ανέμελα θα συνεχίσει να

τρέχει σαν παιδί» (Χωρίς ενοχές)

Αναμετριέται με το σκοτάδι σε μεγάλο μέρος της ποίησής της όμως γαντζώνεται από

χαραμάδες φωτός που η ίδια δημιουργεί:

- «Σκοτάδι μου μην αποκοιμηθείς, άπλωσε τα όνειρα, πάρε με μαζί σου»

- «Ποιος ορίζει το σκοτάδι που αντιστέκεται; Ποιος ορίζει την Ανατολή που

βιάζεται να ‘ρθει; Το σκοτάδι δυνατά κρατεί μέσα απ’ την πάλη η ανατολή

προσπαθεί απεγνωσμένα να φανεί. Το φεγγάρι υποχωρεί στου ήλιου τη σκιά

για να χαθεί. Διστάζει η ανθρώπινη πνοή στο συναίσθημα να τυλιχτεί.

Αμφιβάλει αν μέσα απ’ το σκοτάδι ή το φως, ζωντανή θα κρατηθεί»

(Αμφιβολία).

- «Νύχτα μου ποθητή! Μοιραία έχεις ταίρι σου το μαύροι σκοτάδι»

Αναμετριέται με το θάνατο.

Η Αθηνά δεν τον φοβάται το θάνατο. Έχει αναμετρηθεί μαζί του. Η Αθηνά προτάσσει

το ανάστημά της και δίνει τη μάχη. Δεν του χαρίζεται: τον γονατίζει το θάνατo του

διαμηνύει ότι είναι πεπερασμένος:

- Στα ανεμόστρατα της Χαραυγής, τα χνάρια σου να αφήνεις κι ώσπου να ‘ρθει

η αστροφεγγιά, το νόστο μην προδώσεις» (Νόστος)

- «Δε φοβάμαι, δεν θα χαθώ όσο αδύναμη κι αν είναι η μνήμη του ανέμου.

Γιατί υπάρχω στο παρελθόν όλων όσων μ’ αγαπούν και αγαπώ.» γράφει στο

ποίημα «Καθ΄οδόν»

- «Και σ ΄ένα δρόμο που δεν θα ‘χει επιστροφή σπόρους θα ρίχνω από δειλινό

σε χαραυγή».

- «Σε λευκό σεντόνι έχουν τυλιχτεί και βαθιά στη γη έχουν θαφτεί ένας αιώνας

οι τρεις μέρες μέχρι η Ανάσταση να ‘ρθει» (Λευκό Σεντόνι).

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Η ΓΕΦΥΡΑ ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΥΛΩΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ

«Θέλει η Αγάπη μου ν’ αγαπηθεί» Η μία – ενιαία- άτμητη αγάπη σου για τον

άνθρωπο και νόημα του ταξιδιού του, που διαπνέει τα πάντα.

Υπάρχει πιο μεγάλη κραυγή από αυτή;

Όμως η αγάπη ζαφείρι σε ασήμι άκαμπτο δίνει μορφή» (Αγάπη).

«Να ‘χει καλό ταξίδι η αγάπη» Τί πιο δυνατό νόημα για την ύπαρξη και το νόημα

της ύπαρξής μας, της ύπαρξής σου. Αυτό το στίχο σου θα παραφράσω Αθηνά μου και

θα σου πω: Να ‘χει καλό ταξίδι η Αγάπη σου. Η μία – ενιαία- άτμητη αγάπη σου για

τον άνθρωπο και νόημα του ταξιδιού του, του ταξιδιού σου.

Κοιτάζω τη θάλασσά σου. Βλέπω ένα βράχο με το φως να μπαίνει από παντού Είναι

ο βράχος που απαθανάτισαν τα μάτια της Μαρίας της Κοσσυφίδου. Μέσα εκεί, ένα

παιδί βρίσκει απάγκιο, κρατάει ένα κουβά κι ένα φτυαράκι. Μαζεύει πεταλίδες άγριες,

κυματοδαρμένες, αιώνια στο βράχο κολλημένες. Στην άκρη, ένα ποδήλατο

μισοβουτηγμένο στο νερό.

«Είναι αγόρι ή κορίτσι; Είναι ξανθό ή μελαχρινό; ίσως το μάθουμε αν στον

καθρέφτη κοιταχτούμε».

Ίσως το μάθουμε αν στα μάτια σου κοιταχτούμε Αθηνά Καλλιμάνη.

 

Γεωργία Νικολοπούλου,

Παντοτινά φίλη σου.

Γεωργία Ι. Νικολοπούλου , Διεθνολόγος - Ραδιοφωνικός Παραγωγός

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΛΩΝΗ: « Η Ποιητική Θεολογία Του Γρηγορίου Ναζιανζηνού»

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΛΩΝΗ

Ποιήτρια- Θεολόγος & Ραδιοφωνική Παραγωγός / MBA Hotel Management




(Ομιλία της στον κύκλο των Φιλολογικών Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών στη Στέγη Γραμμάτων "ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ" τη Δευτέρα της 18ης Νοεμβρίου 2024 με θέμα: 
« Η Ποιητική Θεολογία Του Γρηγορίου Ναζιανζηνού»

 

Η θεματική της αποψινής παρουσίασης στο Φιλολογικό Βραδινό που διοργανώνει η Εταιρεία Λογοτεχνών Ν.Δ Ελλάδος στον φιλόξενο χώρο της Στέγης Γραμμάτων ‘’Κωστής  Παλαμάς’’ είναι ‘’Η ποιητική θεολογία του Γρηγορίου Ναζιανζηνού’’. Η επιλογή του θέματος έγινε με γνώμονα τις θεολογικές μου σπουδές σε συνδυασμό με τη ποιητικήμου δραστηριότητα. Μελετώντας το ποιητικό έργο του Γρηγορίου μου αποκαλύφθηκε η ευαισθησία της ψυχής του!

Βέβαια μπορεί να μην εξασκώ το επάγγελμα του θεολόγου, να μην βρίσκομαι σε κάποιο σχολείο και να διδάσκω αλλά αυτό δεν με εμπόδισε να κρατώ επαφή με την επιστήμη  μου. 

Πάνω από την κεντρική πύλη του κτηρίου της Θεολογικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη υπάρχει η επιγραφή «Τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α ́ Θεσ. 5,19) και αποτελεί προτροπή του Αποστόλου Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς, με την έννοια να μην κάνουμε επιλογές που σβήνουν τη φλόγα και το φως του Πνεύματος στην καρδιά και τη ζωή μας.

 Επομένως δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά γιατί η Θεολογία είναι ποίηση και η Ποίηση είναι Θεολογία, καθώς αμφότερες προωθούν πανανθρώπινες ιδέες και ευγενικά  συναισθήματα.

Σκοπός αυτής της προσέγγισης είναι 1) να αναλυθούν τα κύρια θέματα και μοτίβα που  διατρέχουν το έργο του Γρηγορίου και 2) να διερευνηθεί πώς η ποίηση χρησιμοποιείται ως μέσο θεολογικής έκφρασης αλλά και 3)πώς τα ποιήματα αυτά συμβάλλουν στηνκατανόηση της θεολογικής του σκέψης.

Η αποψινή παρουσίαση φιλοδοξεί να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα της

ποιητικής θεολογίας του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, αναδεικνύοντας τη σημασία της για την κατανόηση της χριστιανικής θεολογίας και λογοτεχνίας.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

 

Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ή Θεολόγος γεννήθηκε γύρω στο 328 στην Αριανζό ή τη Ναζιανζό και πέθανε το 391μ.χ. Η μητέρα του, Νόννα, ήταν ευσεβής χριστιανή, ενώ ο πατέρας του, αρχικά ειδωλολάτρης, βαπτίστηκε Χριστιανός και έλαβε το όνομα Γρηγόριος, αργότερα αναδεικνυόμενος σε επίσκοπο της Ναζιανζού. Από μικρή ηλικία, με τη φροντίδα της μητέρας του, ο Γρηγόριος έδειξε ευαισθησία και κλίση στα γράμματα.

Φοίτησε στις σχολές της Καισάρειας στην Καππαδοκία, στην Παλαιστίνη και στην Αλεξάνδρεια, όπου γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες όπως τον αρχιεπίσκοπο Αθανάσιο και τον ασκητή Αντώνιο. Συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε με στενή φιλία με τον Μέγα Βασίλειο.

Μετά την επιστροφή του στη Ναζιανζό, βαπτίστηκε και αποφάσισε να ασκητεύσει μαζί με τον Βασίλειο. Ωστόσο, οι δυσκολίες στο επισκοπικό έργο του πατέρα του τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου ανέλαβε τη διαχείριση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, τη φιλανθρωπία και τη διδαχή, συμφιλιώνοντας τους χριστιανούς που είχαν διασπασθεί. Στα 43 του χρόνια ανυψώνεται στο επισκοπικό αξίωμα. Όμως, ο θάνατος έρχεται να πληγώσει τη ψυχή του, με αλλεπάλληλους θανάτους συγγενικών προσώπων. Μετατρέπει ένα δωμάτιο στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν σε ναό και του δίνει συμβολικό όνομα. Ονομάζει το ναό Αγία Αναστασία δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της Ορθόδοξης Πίστης. Στο ναό της Αγίας Αναστασίας εκφωνεί τους περίφημους πέντε θεολογικούς λόγους που του έδωσαν δίκαια τον τίτλο του Θεολόγου. Μετά το σκληρό αγώνα εναντίων των αιρετικών, ο Μέγας Θεοδόσιος τον αναδεικνύει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (381 μ.Χ.). Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον αναγνώρισε ως Πρόεδρό της.

Ο Γρηγόριος, με την ποιητική του θεολογία, προσπάθησε να αντιδράσει στις συνέπειες αυτής της κατάστασης. Η ποιητική του παραγωγή περιλαμβάνει ύμνους, επιγράμματα και θεολογικά ποιήματα. Η έμπνευσή του προήλθε από τους συνεχείς θανάτους τωναγαπημένων του προσώπων και τη ματαιότητα της παρούσας ζωής. Ο Γρηγόριος καλλιέργησε με επιτυχία το επιτάφιο επίγραμμα, παραμένοντας πιστός στις προδιαγραφές του ελληνιστικού παρελθόντος του, αλλά ταυτόχρονα ανανέωσε το είδος, δημιουργώντας μια νέα ποιητική μορφή με χριστιανικό περιεχόμενο και ρητορικά χαρακτηριστικά.

Ως ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους της πρώιμης Χριστιανικής Εκκλησίας ο Γρηγόριος είναι γνωστός και ως Χριστιανός Δημοσθένης. «Εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει  χριστιανίζων» με αυτόν τον στίχο ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Καβάφης χαρακτηρίζει τον Γρηγόριο. Στους 45 διασωθέντες λόγους του, ακολουθεί την αρχαία ρητορική έκφραση, χρησιμοποιώντας μορφές έρρυθμου λόγου με λυρικές εξάρσεις και ποιητικές εικόνες.

Διαπραγματεύθηκε δογματικά θέματα, στηλίτευσε τους αιρετικούς και τον Ιουλιανό, και εξύμνησε πρόσωπα και περιστατικά ιερά, λειτουργώντας ως χριστιανός ποιμένας. Η ποιητική του φύση και η καλλιτεχνική του ευαισθησία, διαποτισμένη από το πνεύμα του Ευαγγελίου, τον οδήγησαν στη συγγραφή μιας ποίησης επιβλητικής με τη χρήση του αρχαίου προσωδιακού μέτρου. Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος χαρακτήρισε τον Άγιο, ποιητή και λογοτέχνη του χριστιανισμού, επειδή δημιούργησε 408 ποιήματα 18.000 περίπου στίχων.

 

1. Ο στίχος προέρχεται από το ποίημα «Τα Επικίνδυνα» του Κ. Καβάφη, 1797-1933, Εκδόσεις Ίκαρος.

 ΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 Ωστόσο για να κατανοήσουμε το πολυσχιδές έργο αλλά και την προσωπικότητα του Γρηγορίου θα πρέπει να γνωρίσουμε το ιδεολογικό, κοινωνικό, πολιτικό, θεολογικό, πολιτιστικό πλαίσιο της εποχής του. Ο Γρηγόριος έγραψε λόγους, επιστολές και ποίηση σε αρχαϊκή και κλασική γλώσσα και μέτρα. Τα ποιήματά του όχι μόνο διαβάζονταν στο Βυζάντιο, αλλά αποτέλεσαν και μέρος του αναλυτικού προγράμματος των σχολείων.

Βέβαια στη νεότερη εποχή δεν έτυχαν ευρείας αποδοχής και κριτικής έκδοσης λόγω της δυσκολίας στην κατανόησή τους και ο ίδιος θεωρήθηκε απαισιόδοξος.

Η εποχή που έζησε ο Γρηγόριος ήταν μεταβατική και κρίσιμη. Η Ρώμη ήταν γεμάτη βία και ανελευθερία, με τη λατρεία του αυτοκράτορα και τη θεοποίηση της εξουσίας να έχουν γενικευθεί. Η διαφθορά κυριαρχούσε στην άρχουσα τάξη, ενώ η δουλεία είχε καθιερωθεί σε όλη την αυτοκρατορία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την περιφρόνηση του  ανθρώπου, τη διάλυση της έννοιας της κοινότητας και της κοινωνίας.

Οι πεποιθήσεις και οι θεολογικές αντιλήψεις διαμορφώνονταν από ακραίο συγκρητισμό, ενώ η επιβολή της εθνικής θρησκείας με την προσκύνηση του αυτοκράτορα ως επίγειας θεότητας οδήγησε σε διωγμούς των διαφωνούντων. Μόνο με την αναγνώριση του Χριστιανισμού από τον Μ. Κωνσταντίνο ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας, οι  πολίτες ήλπιζαν σε έναν κόσμο πιο ανθρώπινο και ελεύθερο, που να βασίζεται στα  ανθρώπινα δικαιώματα, τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια.

Αυτά τα στοιχεία είναι σημαντικά για την κατανόηση της ποιητικής θεολογίας του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, καθώς το έργο του αντικατοπτρίζει τις προκλήσεις και τις αντιφάσεις της εποχής του.

 Η ποίησή του αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα  συνδυασμού θεολογικής σκέψης και λογοτεχνίας, προσφέροντας πολύτιμες γνώσεις για  την κατανόηση της χριστιανικής θεολογίας.

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΜΕΣΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ

 Ποιος ποιητής δεν θα ήθελε να είναι ο Γρηγόριος Θεολόγος ή ο Ρωμανός ο Μελωδός;

Πιθανότατα όλοι θα το ήθελαν, ειδικά ένας ποιητής που ισορροπεί συνεχώς ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, προσπαθώντας να διαμορφώσει τη δική του θεολογία. Ο Εμμανουήλ Κάντ λέει χαρακτηριστικά : «Τέχνη δεν είναι να απεικονίζουμε τα ωραία πράγματα, αλλά να απεικονίζουμε ωραία τα πράγματα».

Ποίηση και θεολογία, συμπορεύονται στο σημείο ταύτισης της ποίησης με τη δημιουργία. «Η θεολογία είναι ποιητική με την αρχέγονη σημασία του όρου, δηλαδή δημιουργική (όχι απλώς παραγωγική), διότι ο ρόλος της είναι να καινοποιεί τη φύση, να καινοτομεί τη ζωή, να μεταμορφώνει και ανακαινίζει την ιστορία.

     Ο Νίκος Ματσούκας, καθηγητής Φιλοσοφίας και Δογματικής της Θεολογίας του Α.Π.Θ  (†6 Μαΐου 2006), τόνιζε πως κατά την αρχαιότητα η ποίηση και ο μύθος ήταν κομμάτι  της καθημερινότητας των ανθρώπων σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους, γεγονός που βοηθά να κατανοήσουμε και τη σύνδεση της θεολογίας με τη μουσική, την ποίηση και την υμνολογία. «H αλήθεια βρίσκεται στους ποιητές, τους συγγραφείς και τους μουσικούς.

 Η εκκλησία χρειάζεται να ανοίξει στον κόσμο και τούτο μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τη γλώσσα της τέχνης και του πολιτισμού. Η θεολογία θα πρέπει να γίνει  ποιητική, συγγραφική και μουσική. Και τούτο διότι η γλώσσα της τέχνης μοιάζει πιο καθαρή, πιο αυθεντική, πιο άμεση. Η θεολογία δεν έχει τέχνη και δεν έχει πολιτισμό· καιτούτο διότι η ίδια η θεολογία είναι τέχνη, είναι πολιτισμός»

(Χρυσόστομος Α. Σταμούλης).

 ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ & ΜΟΤΙΒΑ

 Τα θρησκευτικά ποιήματα του Γρηγορίου είναι ύμνοι, προσευχές ή δογματικές εκθέσεις αντιαιρετικού περιεχομένου. Τα ηθικά ποιήματα παρουσιάζουν διατριβές, κάτοπτρα αρετών, προτρεπτικούς λόγους και αποφθέγματα. Στα αυτοβιογραφικά του ποιήματα, ο Γρηγόριος αποκαλύπτει την ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή του και την ανήσυχη προσωπικότητά του.

Χρησιμοποίησε πολλά και διαφορετικά μέτρα στα ποιήματά του, όπως το ηρωικό εξάμετρο, το ιαμβικό τρίμετρο, τα ελεγειακά μέτρα και τα ανακρεόντεια. Η χρήση αυτών των μέτρων είχε ως στόχο να ξεπεράσει την άμετρη αταξία, να απαλύνει την αυστηρότητα των ηθικών εντολών και να αναδείξει την πνευματική τελειότητα της  χριστιανικής σοφίας.

Κάθε ένα από αυτά τα μέτρα έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και ρυθμούς, που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται και αντιλαμβάνεται το ποίημα.

Ηρωικό εξάμετρο: Είναι το μέτρο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές, όπως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, στα επικά τους ποιήματα. Είναι ένα μέτρο που δίνει έμφαση και μεγαλείο στο ποίημα.

 Ιαμβικό τρίμετρο: Είναι το μέτρο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες δραματουργοί, όπως ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης, στις τραγωδίες τους. Είναι ένα μέτρο που δίνει ρυθμό και ένταση στο ποίημα.

Ελεγειακά μέτρα: Είναι τα μέτρα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές, όπως ο Θέογνις και ο Καλλίμαχος, στα ελεγειακά τους ποιήματα. Είναι μέτρα που δίνουν λυρισμό και μελαγχολία στο ποίημα.

 Ανακρεόντεια μέτρα: Είναι τα μέτρα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές, όπως ο Ανακρέων, στα λυρικά τους ποιήματα. Είναι μέτρα που δίνουν ελαφρότητα και χάρη στο ποίημα.

 

2. Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Η γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008 σ.σ. 83-84

 Η χρήση αυτών των διαφορετικών μέτρων από τον Γρηγόριο είχε ως στόχο να επιτύχει  διάφορους σκοπούς:

1. Να ξεπεράσει την άμετρη αταξία: όταν στο κείμενο υπάρχει μέτρο και αρμονία αποφεύγεται η ασυνέπεια.

2. Να απαλύνει την αυστηρότητα των ηθικών εντολών: Η ποίηση με μέτρο και ρυθμό  κάνει τις ηθικές εντολές πιο ευχάριστες και προσιτές, μειώνοντας την αυστηρότητα και  την επιβολή τους.

3. Να αναδείξει την πνευματική τελειότητα της χριστιανικής σοφίας: γιατί αναδεικνύει την ομορφιά και την τελειότητα της χριστιανικής σοφίας, κάνοντάς την πιο ελκυστική και.

Το ποίημα «Περί τῆς τοῦ ἐκτός ἀνθρώπου εὐτελείας», το οποίο ανήκει στα ηθικά έπη,

(στον αριθμό συνολικά 40),τα ποιήματα με τον αριθμό ΙΕ, επισημαίνουν τη ματαιότητα  του κόσμου, τη μηδαμινότητα της ανθρώπινης φύσης, τα δεινά της ανθρώπινης ζωής.

Το μέτρο του ποιήματος είναι προσωδιακό και συγκεκριμένα το Ελεγειακό δίστιχο (ένας δακτυλικός εξάμετρος και ένας πεντάμετρος στίχος).

Η μορφή αυτού του μέτρου είναι η εξής:

 Το ύφος του Γρηγορίου είναι περίτεχνα εκλεπτυσμένο, με χαρακτηριστικά όπως τα  ομοιοτέλευτα σχήματα, η γρήγορη εναλλαγή σύντομων ενοτήτων, η προσωποποίηση και  η επινόηση φανταστικών συνομιλητών. Συχνά επαναλαμβάνονται λέξεις ή φράσεις στην ίδια μετρική θέση ή ένας ή δύο στίχοι επαναλαμβάνονται σε ένα ή περισσότερα ποιήματα, για να τονισθεί μία ιδέα ή για να εξυπηρετήσει ως μοτίβο μορφωτικούς ή συμβουλευτικούς σκοπούς. Η χρησιμοποίηση χωρίων και παραδειγμάτων από την Αγία Γραφή, τη θύραθεν γραμματεία και μυθολογία καθιστούν το λόγο του κατανοητό και πειστικό. Η αρχαιοπρέπεια της ποίησης του Ναζιανζηνού οφείλεται και στην έμπρακτη  απάντηση στο διάταγμα του Ιουλιανού, που απαγόρευε την Ελληνική Παιδεία στους Χριστιανούς. Ο Γρηγόριος προέτρεπε τους χριστιανούς να μετέχουν στην ελληνική παιδεία, καθώς ήταν απαραίτητη για την ισχυροποίηση της θέσης του Χριστιανισμού στον κόσμο.

 

 

 

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ 

 

Η ποίηση του Γρηγορίου Ναζιανζηνού δεν γράφτηκε για να χρησιμοποιηθεί στις λατρευτικές συγκεντρώσεις των πιστών, αλλά για τους φιλομαθείς νέους. Ο σκοπός της δεν ήταν λειτουργικός, αλλά εκπαιδευτικός. Τον 6ο αιώνα, ο Ρωμανός ο Μελωδός, ένας σημαντικός εκκλησιαστικός ποιητής, επηρεάστηκε από τους λόγους και τα εγκώμια των  Πατέρων της Εκκλησίας του 4ου και 5ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένου του Γρηγορίου.

Τα Κοντάκια του Ρωμανού χαρακτηρίζονται ως έμμετρα εγκώμια, και η μετάπλαση των άρρυθμων ομιλιών σε έμμετρα κείμενα χριστιανικών ύμνων έγινε από τον ίδιο τον Ναζιανζηνό.

Οι λόγοι του Γρηγορίου χρησιμοποιούνταν από τους υμνωδούς στην εποχή του Ρωμανού. Από τον 8ο αιώνα και εξής, η ποίηση του Γρηγορίου επιδρά εντονότερα, καθώς τότε δημιουργείται η δογματική ποίηση των Κανόνων, που χρησιμοποιείται στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας έως σήμερα. Στα χρόνια της Εικονομαχίας, ηδιδασκαλία του Γρηγορίου για την Αγία Τριάδα χρησιμοποιήθηκε από τους υμνωδούς για την καταπολέμηση των εικονομάχων.

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, κορυφαίος υμνωδός, βασίστηκε σε έργα του Ναζιανζηνού για το δογματικό του έργο «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως». Ο αδελφός του, Κοσμάς ο Μελωδός, έγραψε σχόλια στα Έπη του Γρηγορίου, όπως και ο Νικήτας Δαυΐδ.

Ο Δαμασκηνός και ο Κοσμάς επηρεάστηκαν από τον Γρηγόριο στους Κανόνες τους και σε τροπάρια. Το ίδιο συνέβη με τους ελεγειακούς στίχους του Γρηγορίου, που επηρέασαν τον Μεγάλο Κανόνα του Ανδρέου Κρήτης και με τα ιαμβικά του τρίμετρα με ακροστιχίδες, που επηρέασαν ποιήματα των παραπάνω υμνωδών.

Αν και μετά τον Γρηγόριο επικράτησε η τονική ποίηση, τα έπη του τιμώνταν και διαβάζονταν με επιμέλεια από τους έχοντες παιδεία. Αυτό προκύπτει και από τα σχόλια και παραφράσεις στα έπη του Ναζιανζηνού από μελετητές όπως ο Μάξιμος ο  Ομολογητής, ο Ευθύμιος Ζυγαβηνός, ο Νείλος Δοξαπατρής και ο Ιωάννης Ζωναράς.

Το ενδιαφέρον αυτών των μελετητών και σχολιαστών της ποίησης του Γρηγορίου πιστοποιεί ότι μέσω αυτών επέδρασε στη μορφή και στο περιεχόμενο της  εκκλησιαστικής ποίησης. Η ποίηση του Γρηγορίου αντικατέστησε την ερωτική  ειδωλολατρική ποίηση στα σχολεία.

Για την Εκκλησία, τα ποιήματα του Γρηγορίου κάλυπταν δύο στόχους: τον ευχάριστο και τον διδακτικό. Η αρχαιοπρέπεια της ποίησής του την καθιστά δυσπρόσιτη και απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη για την πλήρη κατανόηση και αξιολόγησή της. Ο Γρηγόριος επιθυμούσε η ποίησή του να καταστεί συμπληρωματική στα Κλασσικά και Ελληνιστικά του πρότυπα.

Σημαντικό μέρος της ποίησής του έχει γνωμικό και διδακτικό χαρακτήρα, κάτι που την καθιστά κατάλληλη για την αίθουσα διδασκαλίας. Η λεπτομερής εξέταση των περιεχομένων των χειρογράφων, που περιέχουν την ποίηση του Γρηγορίου μαζί με παραφράσεις των ποιημάτων του, αποτελεί σοβαρή μαρτυρία για τη χρήση αυτή.

 Μεταγενέστεροι ποιητές εκφράστηκαν θετικά για το ποιητικό έργο αυτού του  «μακρινού προδρόμου του Ρομαντισμού» και ιδιαίτερα για τα επιγράμματά του. Ο Ρωμανός ο Μελωδός τον 6ο μ. Χ. αιώνα μετασχημάτισε και μετέπλασσε τους ρητορικούς λόγους αλλά και τα προσωδιακά ποιήματα του Γρηγορίου σε τονικά μέτρα, δίνοντας τη μορφή του κοντακίου, του έμμετρου χριστιανικού εγκωμίου, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Αιώνες μετά, ο Κωστής Παλαμάς τονίζει ότι «τα ποιήματα του Γρηγορίου είναι εμπνεύσεις βαθείας θεοσέβειας και αληθούς αισθήσεως της φύσεως». Ο Καβάφης εκτιμούσε ιδιαίτερα τον ποιητή Γρηγόριο ως ένα εξαιρετικά θαρραλέο καλλιτέχνη. Αλλά και ο Σεφέρης θεωρεί ότι ο Γρηγόριος χαίρεται με τη φράση του και παρασύρεται από τον ήχο της και το ρυθμό της σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο αναγνώστης του να μην μπορεί κυριολεκτικά να απογαλακτιστεί από τα κείμενά του.

 

ΠΟΙΗΜΑ

 

«Πάλη με τον πόνο»

Μόνος μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος

Σε δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.

Μ ̓ αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις θλίψεις, με την ψυχή μου στη σιγαλιά να

κρυφοκουβεντιάζω.

Αύρες ψιθύριζαν μ’ αηδόνια καλλικέλαδα κι απ’ τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,

στη μαύρη μου βαρυθυμιά.

Και πάνω απ’ τα δέντρα φίλοι του ήλιου, γλυκύφθογγοι του στέρνου τραγουδιστάδες

φλύαρα τζιτζίκια πλημμύριζαν το δάσος.

Κοντά, ανάμεσα στο δάσος, ρυάκι δροσερό μού ’βρεχε τα πόδια γλυκά γλυκά κυλώντας.

Πώς με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη κι έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα.

Ο νους, σαν τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.

Κι εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης σκέψης σ’ αντίμαχες ιδέες παραδομένος:

Ποιος ήμουν, ποιος είμαι, τι θα γενώ; Δεν ξέρω καθαρά.

Κι άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος. Κι έτσι μέσα σε σύννεφο μπλεγμένος μάταια

προχωρώ, μη έχοντας ούτε στ’ όνειρο όσα ποθεί η ψυχή μου

[...] Είμαι μηδέν. Μα γιατί οι συμφορές με δέρνουν έτσι, σαν να ‘μαι κάτι;

Το πρώτο κλάμα έριξα, σαν γλίστρησα απ’ της μάνας μου τα σπλάχνα, για όλα όσα μου

μέλλονταν να συναντήσω πάθια πριν κιόλας τη ζωή αγγίξω.

[...] Μέριμνα κακόγνωμη που θα με πάς ακόμη; Σταμάτα, κι άκουσέ με. Μπρος στο Θεό

όλα δεύτερα. Μάταια δε μ’ έπλασε ο Θεός. Πάλι στον ύμνο βρίσκομαι μικρόψυχος και

λίγος. Σκοτάδι εδώ, κι εκεί ο Λόγος, όλα θα τα κατανοήσεις ή τον Θεό αντικρίζοντας ή

στη φωτιά να τυραννιέσαι. Έτσι σαν μου μίλησε ο νους, μαλάκωσε κι ο πόνος. Κι από το

σκιερό δάσος χτες γυρίζοντας στο σπίτι, μια χαμογέλαγα παράξενα και μια σιγόκαιγε η

καρδιά με σκέψη ανταριασμένη.

 

 

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ & ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

 

Το ποίημα ‘’ Πάλη με τον πόνο’’ είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της σύνδεσης της

ποίησης του Γρηγορίου του Θεολόγου με το ευρύτερο θεολογικό του έργο. Ας το

προσεγγίσουμε φιλολογικά και θεολογικά:

1. Φιλολογική Ανάλυση

 Θέμα και Δομή: Η δομή του ποιήματος είναι ελεύθερη, με έντονη χρήση εικόνων

και μεταφορών. Το ποίημα περιγράφει την εσωτερική πάλη του ποιητή με τις

σκέψεις και τα συναισθήματά του. Ο ποιητής βρίσκεται σε ένα δάσος,

απομονωμένος και βυθισμένος στις σκέψεις του.

 Γλώσσα: Η γλώσσα είναι πλούσια και ποιητική, με έντονες περιγραφές της φύσης

και των συναισθημάτων του ποιητή. Χρησιμοποιεί μεταφορές και παρομοιώσεις

για να εκφράσει την εσωτερική του κατάσταση.

 Εικόνες και Συμβολισμοί: Το δάσος, οι αύρες, τα αηδόνια και τα τζιτζίκια είναι όλα

σύμβολα της φύσης που περιβάλλει τον ποιητή, αλλά δεν μπορούν να τον

ανακουφίσουν από την οδύνη του. Η αναφορά στο "σκοτάδι" και τον "Λόγο" είναι

συμβολισμοί της πνευματικής του αναζήτησης και της θεολογικής του σκέψης.

2. Θεολογική Ανάλυση

 Πνευματική Αναζήτηση: Ο ποιητής εκφράζει την αγωνία του για την ύπαρξη και το

νόημα της ζωής. Αναρωτιέται για το ποιος είναι, ποιος ήταν και τι θα γίνει. Αυτή η

αναζήτηση είναι κεντρική στη θεολογία του Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος

συχνά αναζητούσε την αλήθεια και το νόημα της ύπαρξης.

 Θεία Παρουσία: Η αναφορά στον Θεό και στον Λόγο δείχνει την πίστη του ποιητή

στη θεία παρουσία και την αναζήτηση της θείας αλήθειας. Ο ποιητής αναγνωρίζει

ότι μόνο μέσω του Θεού μπορεί να βρει την αληθινή κατανόηση και την

ανακούφιση από τον πόνο του.

 Μετάνοια και Σωτηρία: Επίσης αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά του και την ανάγκη

του για μετάνοια. Η αναφορά στο "σκοτάδι" και τη "φωτιά" είναι συμβολισμοί της

πνευματικής του πάλης και της αναζήτησης της σωτηρίας.

Η ποίηση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου έχει σημαντική επίδραση στη σύγχρονη

θεολογία και σκέψη. Συνδυάζει άριστα τη θεολογική σκέψη με την καλλιτεχνική

έκφραση, προσφέροντας βαθιά πνευματικά και φιλοσοφικά νοήματα. Μέσα από τα

ποιήματά του, ο Γρηγόριος εξερευνά θέματα όπως η φύση του Θεού, η ανθρώπινη

ύπαρξη, η αμαρτία και η σωτηρία κι αποτελεί πηγή έμπνευσης για τη σύγχρονη

θεολογία, καθώς προσφέρει έναν μοναδικό τρόπο κατανόησης και ερμηνείας των

θεολογικών εννοιών. Επιπλέον, συμβάλλει στη διατήρηση και προώθηση της Ορθόδοξης

παράδοσης και κληρονομιάς. Οι θεολογικές του σκέψεις και οι ποιητικές του εκφράσεις

συνεχίζουν να επηρεάζουν τη σύγχρονη θεολογική σκέψη και να εμπνέουν τους πιστούς.

 

Στην περίπτωση του Γρηγορίου συνέβη το εξής θαυμαστό: ενώθηκαν ασύγχυτα ο

ποιητής, ο νηπτικός και ο θεολόγος. Η τριπολικότητα του προσώπου του αποτελεί το

μεγαλείο του, αλλά και την πρώτη δυσχέρεια ερμηνείας το.

3

 

Μέσα από το έργο του, ο Γρηγόριος μας καλεί να αναζητήσουμε την αλήθεια και το

νόημα της ύπαρξης, προσφέροντας μας ταυτόχρονα την ελπίδα και την παρηγοριά της

θείας παρουσίας. Η κληρονομιά του Γρηγορίου του Θεολόγου παραμένει ζωντανή και

επίκαιρη, εμπνέοντας γενιές πιστών και θεολόγων να συνεχίσουν την αναζήτηση της

θείας αλήθειας και της πνευματικής ολοκλήρωσης.

Μέσα από τα ποιήματά του, ο Γρηγόριος εξερευνά τις ανθρώπινες αδυναμίες, τις

πνευματικές αναζητήσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις, προσφέροντας μια βαθιά και

πολυδιάστατη προσέγγιση στη θεολογία.

Η ποιητική θεολογία του Γρηγορίου Ναζιανζηνού αποτελεί έναν θησαυρό για τη

σύγχρονη θεολογία, καθώς προσφέρει μια πλούσια πηγή έμπνευσης και καθοδήγησης

για όσους αναζητούν την αλήθεια και την πνευματική ολοκλήρωση. Η κληρονομιά του

συνεχίζει να ζει και να εμπνέει, προσφέροντας φως και ελπίδα σε έναν κόσμο που συχνά

αναζητά την πνευματική καθοδήγηση και την αλήθεια.□

 

Βιβλιογραφία

Carmina moralia. Ελληνική Πατρολογία, Τόμος 37ος (PG 37).Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ο Ναζιανζηνός.

Τομή β’. Έπη Ηθικά, ΙΕʹ. Περὶ τῆς τοῦ ἐκτὸς ἀνθρώπου εὐτελείας. (σελ.766). Microsoft Word - Carmina

moralia 1.doc

Παπαδοπούλου, Ε. Κ. (2016). Εκφάνσεις του επιταφίου λόγου στα επιγράμματα του Γρηγορίου

Ναζιανζηνού (Doctoral dissertation, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

Πλέσκα, Χ. Ι. (2020). Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Περί της του εκτός ανθρώπου ευτελείας. Φιλολογική και

Θεολογική προσέγγιση (Doctoral dissertation, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

Ποίηση Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου - YouTube, Ποίημα, ‘’Πάλη με τον πόνο’’(Γρηγόριος ὁ Θεολόγος,

«Ἔπη Ἠθικά», PG 37, 1300Α Απόδοση στα Νέα Ελληνικά: π. Β.Χ.)

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ: Στυλιανός Παπαδόπουλος: 1. Γενική θεώρηση (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος)

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΑΜΠΡΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΡΑΛΗΣ,ΕΝΑΣ ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ.

 

                                                          ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΛΑΜΠΡΗ

 


(Ομιλία στον κύκλο των Φιλολογικών Βραδινών της  Εταιρείας Λογοτεχνών Ν/Δ Ελλάδος

στη  Στέγη Γραμμάτων «Κωστής Παλαμάς», την  4η  Νοεμβρίου 2024 πρώτη της περιόδου 2024-2025 με Θέμα :ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΡΑΛΗΣ,ΕΝΑΣ ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ.¨)

 


 

Φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας!

Στην περσινή μου ομιλία στα Φιλολογικά Βραδινά σας ταξίδεψα στη μητέρα

Ήπειρο, μιλώντας σας για τον δημιουργό, Γιώργο Κοτζιούλα. Φέτος, συγχωρήστε με,

αλλά θα σας ξαναπάω εκεί και συγκεκριμένα στην Άρτα, πρωτεύουσα του νομού,

στον οποίο και η γενέτειρά μου, η Ροδαυγή, ανήκει. Και τούτο, διότι θα σας μιλήσω

για τη ζωή και το έργο ενός τέκνου της, του σπουδαίου ζωγράφου, γλύπτη, χαράκτη

και σκηνογράφου, Γιάννη Μόραλη, ο οποίος εκεί είδε το πρώτο φως, την άνοιξη του

1916.

Με δεδομένο τον θαυμασμό και την αγάπη μου για το έργο του, οφείλω να πω πως

έχω μιλήσει ξανά στο παρελθόν γι’ αυτόν. Συγκεκριμένα, το 2016, που

συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννησή του και το Υπουργείο Πολιτισμού τον

τίμησε ανακηρύσσοντάς το ως «Έτος Γιάννη Μόραλη». Η ομιλία μου έγινε στις

θερινές εκδηλώσεις του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού μου, στον οποίο ήμουν

και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Τότε, μου είχε έρθει η ιδέα, που έγινε

αποδεκτή, να μιλούμε σ’ αυτές για κάποια σημαντική προσωπικότητα των

γραμμάτων και των τεχνών της περιοχής και όχι μόνο. Αφού είχα κάνει την πρόταση,

επωμίστηκα και την ευθύνη να κάνω την αρχή, όπως κι έγινε. Μόνο που, όταν

αποχώρησα, δεν υπήρξε συνέχεια, αν και στην εκδήλωση προσήλθε κόσμος και, για

χαρά μου, ο περισσότερος αποτελείτο από παιδιά και εφήβους.

Η παρούσα ομιλία μου, λοιπόν, θα έχει κάποια στοιχεία από κείνη, αφού το

πρόσωπο αναφοράς είναι το ίδιο, αλλά έχει γραφεί εξ αρχής για την αποψινή βραδιά.

Πολύ περισσότερο, που από το 2016 μεσολάβησαν δύο γεγονότα. Το ένα αφορά στο

σπίτι - ατελιέ του Γιάννη Μόραλη, στην Αίγινα, το οποίο ανήκει στον γιο του

Κωνσταντίνο, ζωγράφο και ποιητή που ζει στο Παρίσι, και στα πλαίσια των δράσεων

της «Εταιρείας Μελέτης, Έρευνας και Προβολής της Νεοελληνικής Τέχνης -

Εργαστήριο Γιάννης Μόραλης», άνοιξε για πρώτη φορά για το κοινό το 2020 και

φέτος υποδέχθηκε μικρούς και μεγάλους για δύο εκδηλώσεις. Το άλλο αφορά στο

ταξίδι μου στην Αίγινα, το 2022, στη διάρκεια του οποίου, παρότι το σπίτι ήταν

κλειστό, έσπευσα να το επισκεφτώ, αφού κιόλας με είχε εντυπωσιάσει στα

διαβάσματά μου η φιλοσοφία της αρχιτεκτονικής του, καθώς και εικόνες που είχα δει.

Ως εκ τούτου, πηγαίνοντας στην περιοχή Πλακάκια, όπου κι άλλοι καλλιτέχνες

διέμεναν και δημιουργούσαν την ίδια εποχή, όπως, για παράδειγμα, ο Χρήστος

Καπράλος, ο Νίκος Νικολάου, -κι ο Νίκος Καζαντζάκης διέμενε κι έγραφε για ένα

χρονικό διάστημα εκεί και οι Αιγινήτες τον έχουν τιμήσει με προτομή και με

ονομασία οδού-, αναζητήσαμε με τον συνοδοιπόρο μου το σπίτι του.

Η αλήθεια είναι πως δεν δυσκολευτήκαμε να το βρούμε, διότι αριστερά της

λεωφόρου Νίκου Καζαντζάκη, με θέα τη θάλασσα, βρίσκεται το γλυπτό του, «Χωρίς

τίτλο», φτιαγμένο από σίδηρο και απεικονίζει δύο πλοία, το ένα να φεύγει και τ’ άλλο

να έρχεται στην Αίγινα, την οποία ο καλλιτέχνης υπεραγαπούσε, ενώ έλεγε πως

υπογράφει τα έργα του, γράφοντας πρώτα «Αίγινα» και μετά βάζει την υπογραφή του

και την ημερομηνία. Το εν λόγω έργο τοποθετήθηκε, όπως εκείνος επιθυμούσε,

δηλαδή πάνω στο χώμα και με θέα τη θάλασσα και είναι δωρεά της Πέγκυς

Ζουμπουλάκη, φίλης και συνεργάτιδας του εικαστικού μας και ψυχής, όπως ίσως

γνωρίζετε, της πιο γνωστής, ομώνυμης γκαλερί της Αθήνας, στον Δήμο της Αίγινας

 

για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Μόραλη, ενώ παρακείμενος δρόμος

φέρει τ’ όνομά του.

Καθώς πήρα πεζή αυτόν τον δρόμο, αναζητώντας το σπίτι του, να ’σου ένα

αντρόγυνο που, εποχούμενο, έστριψε στον ίδιο δρόμο. Έκανα σήμα πως θέλω να

ρωτήσω κάτι κι εκείνοι σταμάτησαν με ευγενική διάθεση και πρόθυμοι να με

βοηθήσουν, ενώ το σπίτι βρισκόταν λίγο πιο πάνω. Το σημαντικό σ’ αυτή τη

συνάντηση δεν ήταν η βοήθεια, αλλά η διαπίστωση πως γνώριζαν τον Γιάννη

Μόραλη, ενώ είπαν πως ήταν ο καλύτερος ως άνθρωπος, μεταξύ των καλλιτεχνών

που διέμεναν στο νησί! Περήφανη για τον συμπατριώτη μου, μίλησα μαζί τους για

διάφορα, αλλά θα σας πω μόνο κάτι απ’ αυτά. Μια μέρα, είπε η κυρία, είχα φτιάξει

ντολμαδάκια κι είπα να τον φιλέψω. Χτυπάω την πόρτα -εκείνος ζωγράφιζε-, μου

άνοιξε χαμογελαστός και δέχθηκε με χαρά το φίλεμά μου. Όταν είδε τι του είχα πάει,

σχολίασε: «Τέχνη είναι αυτά που κάνω εγώ; Ετούτα είναι τέχνη!» Αυτός ήταν ο

Μόραλης, πρόσθεσε!

Ο Γιάννης Μόραλης, λοιπόν, ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του

Κωνσταντίνου Ι. Μόραλη και της Βασιλικής Μιχάλη. Το 1922 η οικογένειά του

μετοίκησε στην Πρέβεζα, όπου ο φιλόλογος πατέρας του υπηρέτησε ως γυμνασιάρχης

και το 1927, με γεμάτη την ψυχή του από εικόνες της Ηπείρου, εγκαταστάθηκε με την

οικογένειά του στην Αθήνα. Για την Πρέβεζα έλεγε πως την αγάπησε πολύ και δεν

έπαψε ποτέ να τη μνημονεύει σαν άλλη πατρίδα του, μια κι έζησε σ’ αυτή από τα έξι

ως τα έντεκά του χρόνια, ηλικία καθοριστική για τη διαμόρφωση της

προσωπικότητας ενός παιδιού. Ο πίνακάς του «Καφενείο» θαρρώ πως στο σπίτι της

Πρέβεζας παραπέμπει.

Αλλά και για τα χρώματα που χρησιμοποιούσε έλεγε: «Το Ιόνιο με διαπότισε. Εμείς

είμαστε του Ιονίου. Εκεί έχει άλλο φως, πιο γλυκό, πιο μαλακό. Όταν πρωτοήρθα στην

Αθήνα μ’ ενοχλούσε το πικρό πράσινο των πεύκων. Αντίθετα, αυτό που με μάγευε και

με συμφιλίωσε τελικά με την Αττική ήταν το χρώμα της ελιάς. Για σκέψου ότι η ελιά

έχει όλα τα χρώματα της ζωγραφικής του Γκρέκο. Το έλεγα κάποτε στον Παντελή

Πρεβελάκη και του άρεσε πολύ. Πάρε το φύλλο της ελιάς με το ψυχρό γκρίζο μπροστά,

πιο πράσινο πίσω. Πάρε τον καρπό, μ’ αυτό τα μαυριδερά χρώματα που μωβίζουν. ∆εν

ξέρω γιατί η ελιά μου θυμίζει το Γκρέκο». (Τιμή στον Γιάννη Μόραλη, (Μαρίνα

Λαμπράκη - Πλάκα, σ. 10-13), έκδ. Εθνικής Πινακοθήκης - Μουσείο Αλέξανδρου

Σούτζου, 2011)

Στην Αίγινα αποφάσισε να χτίσει σπίτι τη δεκαετία του '50, γιατί το τοπίο της του

θύμιζε τα παιδικά του καλοκαίρια στην Πρέβεζα, έλεγε. Το σπίτι αυτό, χτισμένο από

τον αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη, βρίσκεται σε οικόπεδο γεμάτο ελιές, λεμονιές

και φιστικιές· διαθέτει μόλις δύο υπνοδωμάτια κι έναν χώρο ανοιχτό και

ψηλοτάβανο, όπου ο καλλιτέχνης δημιουργούσε. Χτισμένο με πέτρα και τσιμέντο,

είναι λουσμένο στο φως, με παράθυρα που μοιάζουν με κορνίζες για τα έργα της

φύσης.

Όταν αντίκρισα την έπαυλή του, ένιωσα δέος, καθώς η απέριττη ομορφιά της έδενε

αρμονικά με το τοπίο και γέμιζε το βλέμμα με υπέροχες εικόνες και την ψυχή με

ξεχωριστά συναισθήματα. Όσο μου επέτρεπε το οπτικό πεδίο την παρατήρησα και

την απόλαυσα! Όμως, καθώς ήταν κλειστή, η επιθυμία μου να δω και το εσωτερικό

της, να νιώσω λίγη από την αύρα του καλλιτέχνη, αλλά και ν’ αγναντέψω το τοπίο

μέσα από τα θεόρατα παράθυρα, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ίσως, μια άλλη

φορά…

Ο Μόραλης, έχοντας αποφασίσει να γίνει ζωγράφος, τη χρονιά που η οικογένεια

του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, παράλληλα με τα σχολικά του μαθήματα

παρακολουθούσε, μαζί με τον πατέρα του, τις κυριακάτικες παραδόσεις της

 

Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, ενώ το 1931 εισήχθη στη Σχολή, όπου είχε

καθηγητή τον Δημήτριο Γερανιώτη. Εκεί, άρχισε η γνωριμία του με σημαίνοντες

ζωγράφους, όπως ο Νίκος Νικολάου, ο Γιάννης Τσαρούχης, κ.ά. Μαθήτευσε για δύο

μήνες κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη, αλλά επειδή, όπως έλεγε, «επικράτησε μια

πολύ αυστηρή ατμόσφαιρα» στο εργαστήριό του, αποχώρησε και πήγε στον Ουμβέρτο

Αργυρό, όπου είχε απόλυτη ελευθερία έκφρασης. (Τσιγκάκου, Φανή-Μαρία (2001). Ι.

Μόραλης. Άγγελοι, Μουσική, Ποίηση. Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη, σελ. 24)

Άλλωστε, ο ίδιος, αυτή επιδίωκε. «Καλλιτέχνης», έλεγε, «είναι αυτός που δουλεύει

με την καρδιά, με το μυαλό και με το χέρι. […] Δεν ξεκινώ από μια θεωρία. Μπορώ εκ

των υστέρων να βγάλω εγώ ο ίδιος μια θεωρία, αλλά δεν το θεωρώ χρήσιμο. Ούτε

θέλω να ενταχθώ σε ομάδα. Ήθελα πάντοτε να είμαι ελεύθερος». Αυτή η επιλογή του

ομολογώ πως με συγκίνησε από την πρώτη επαφή με το έργο του, αλλά κι επειδή

πάντα με γοητεύουν οι άνθρωποι της τέχνης και του πνεύματος, οι οποίοι χαράσσουν

αυτόνομη πορεία, δημιουργώντας τον δικό τους μοναδικό δρόμο που τους καθιστά

ξεχωριστούς.

Αυτό, όσον αφορά στον Μόραλη, αποδείχθηκε νωρίς! Σε ηλικία μόλις 16 ετών, σε

έκθεση των μαθητών της ΑΣΚΤ τα έργα του τράβηξαν το ενδιαφέρον και ο Δ.

Κόκκινος έγραψε στο περιοδικό Νέα Εστία (1/8/1932) την πρώτη ενθουσιώδη κριτική

για «τον νεαρό κ. Βόραλη», όπως επιμένει να τον αποκαλεί στο άρθρο. Μάλιστα, στη

διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε για την επιμέλεια και την επίδοσή του, ενώ

απέσπασε επαίνους, τόσο στη ζωγραφική όσο και στη χαρακτική, καθώς παράλληλα

με τη φοίτησή του στην ΑΣΚΤ παρακολουθούσε το νέο εργαστήριο χαρακτικής

του  Γιάννη Κεφαλληνού. «Αυτός, ήταν πραγματικός δάσκαλος», έλεγε, «όχι μόνο ως

χαράκτης, μας μάθαινε και για τη ζωγραφική, αυτός ήταν δάσκαλός μου, φίλος μου, τα

πάντα, ήταν ο Κεφαλληνός. Για ό,τι ήθελα, για προβλήματα με κοπέλες, ας πούμε,

πήγαινα σ’ αυτόν. Ήτανε κάποτε μια κοπέλα και εγώ την ήθελα και παντρευόταν. Και

βγάζει ο Κεφαλληνός το πορτοφόλι του και μου δίνει ένα πεντακοσάρικο και μου λέει:

"Κλέφτηνα!"».  

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=306581 (Ζενάκος Αυγουστίνος)

Το 1936 αποφοίτησε από τη Σχολή και υπήρξε ο νεότερος από τους συναδέλφους

του, μόλις 20 ετών, που συμμετείχε σε Έκθεση της Ελληνικής Χαρακτικής στην

Τσεχοσλοβακία, όπου οι ξυλογραφίες του εντυπωσίασαν τους Τσέχους κριτικούς, οι

οποίοι είδαν στο πρόσωπό του «μια μεγάλη ελπίδα της νεοελληνικής Τέχνης» και,

όπως απεδείχθη, δεν έπεσαν έξω.

   Το 1937, συνέβησαν δύο καθοριστικά γι’ αυτόν γεγονότα. Το πρώτο είναι ο

ξαφνικός θάνατος του πατέρα του σε τροχαίο ατύχημα! Πατέρας, που, πέραν άλλων,

με τη στοργή και την παιδεία του είχε συμβάλει καταλυτικά στη διαμόρφωση της

προσωπικότητάς του, αλλά και στην απόφασή του να γίνει καλλιτέχνης. Το άλλο ήταν ότι κέρδισε υποτροφία σε διαγωνισμό της Ακαδημίας Αθηνών, από το κληροδότημα  της Ουρανίας Κωνσταντινίδου, που του επέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του στο  εξωτερικό. Έτσι, αναχώρησε για τη Ρώμη με τον φίλο του Νίκο Νικολάου, αφού  μοιράστηκε την υποτροφία για σπουδές ψηφοθετικής. Αυτή ήταν, άλλωστε, η φιλική

τους συμφωνία, να φύγουν μαζί στο εξωτερικό για σπουδές, όποιος κι αν κέρδιζε την

υποτροφία! Τη Ρώμη διαδέχθηκε το Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα

ζωγραφικής, τοιχογραφίας και ψηφοθετικής.

   Το 1939, με την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στην Ελλάδα και

υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, ενώ το 1940 εξέθεσε σειρά χαρακτικών με

την ομάδα «Ελεύθεροι Καλλιτέχναι» στον Πειραιά -φιλοτέχνησε μάλιστα και το

εξώφυλλο του καταλόγου-, ενώ συμμετείχε στην τελευταία προπολεμική Πανελλήνια

Έκθεση στο Ζάππειο, όπου απέσπασε το χάλκινο μετάλλιο.

 

Το 1941 νυμφεύτηκε τη Μαρία Ρουσσέν, από την οποία χώρισε το 1945.

Νυμφεύτηκε άλλες δύο φορές! Το 1947 με τη γλύπτρια Αγλαΐα Λυμπεράκη, από την

οποία χώρισε το 1955, και απέκτησε μαζί της τον γιο τους Κωνσταντίνο, και το 1996

με την Ιωάννα Βασσάλου. 

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, κέρδιζε τα

προς το ζην από τη συντήρηση έργων τέχνης και ζωγραφίζοντας πορτραίτα. Η Άννα

Τζάνες - Ξηρουχάκη σημειώνει πως «Δεν είναι «προσωπογράφος», όπως

χαρακτηρίστηκε από μερικούς κριτικούς, αλλά η απεικόνιση προσώπων μέσα σ’ ένα

συνθετικό πλαίσιο, πέρα από τη δυνατότητα της άμεσης συγκίνησης και την

αποτελεσματικότητα που παρουσιάζει, υποδηλώνει την αγάπη του για την απόδοση της

ανθρώπινης μορφής και τον προβληματισμό του στην έκφραση μιας ανθρώπινης

ιστορίας.» (Οι Έλληνες ζωγράφοι, 20ος αιώνας, σ. 372, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1976)

Ο ίδιος ο Μόραλης, μάλιστα, λέει στο βραβευμένο ντοκιμαντέρ για το έργο του

που σκηνοθέτησε ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος: «Κάθε φορά που ξεκινούσα ένα

πορτρέτο έπρεπε από κάπου να πιαστώ για να μπορέσω να το κάνω! Και ξέρετε, το

ζωγραφικό γεγονός κάθε φορά είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που ο πίνακας

παριστάνει.»

Το 1947 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο προπαρασκευαστικό τμήμα της ΑΣΚΤ,

ενώ το 1953 έγινε τακτικός καθηγητής του Εργαστηρίου Ζωγραφικής της ίδιας

σχολής, θέση που διατήρησε ως το 1983, διδάσκοντας πολλούς καταξιωμένους

σήμερα καλλιτέχνες. Κι έλεγε, μεταξύ άλλων, γι’ αυτή την εμπειρία του: «Ο

δάσκαλός μου, ο Κεφαλληνός, με πίεσε και με έπεισε τελικά να υποβάλω

υποψηφιότητα. Δίσταζα πολύ. Φοβόμουνα μη γίνω δημόσιος υπάλληλος, μην πάψω να

ζωγραφίζω. Ο Νικολάου μου είπε: Πήγαινε ένα χρόνο, άμα δεν σου αρέσει, φεύγεις.

Τελικά δέχτηκα. Την πρώτη μέρα, ενώ πήγαινα στη Σχολή, έλεγα στον εαυτό μου για να

τον καθησυχάσω: διάβολε, όλοι οι πρόγονοί σου ήταν δάσκαλοι, κάτι θα βρεις να τους

πεις. Οι πρώτες μου λέξεις ήταν: θέλω να με βλέπετε σαν συνάδελφο με λίγο

μεγαλύτερη πείρα. Αν σας πω δεν ξέρω, μην απορήσετε. […]

Κάνοντας τον απολογισμό, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που πήγα στη Σχολή.

Άλλωστε, είχα ορκιστεί να μη γίνω ποτέ Διευθυντής, ούτε να εκφωνήσω λόγους· και το

κράτησα. Ο διάλογος με τους νέους, η επαφή μας με πλούτιζε αδιάκοπα. Αντλούσα

δυνάμεις. Συνειδητοποιούσα βαθύτερα τα προβλήματα της δημιουργίας.» (Μαρίνα

Λαμπάκη - Πλάκα, Τιμή στον Γιάννη Μόραλη, 2011, σ. 24)

Το 1949, «μαζί με τους πρωτοπόρους ζωγράφους της «Γενιάς του ’30», Νίκο

Χατζηκυριάκο - Γκίκα, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκο Νικολάου, Νίκο Εγγονόπουλο, Γιώργο

Μανουσάκη, Λιλή Αρλιώτη, Ανδρέα Βουρλούμη, Έλλη Βοΐλα -τους νεότερους, Κοσμά

Ξενάκη, Νίκο Γεωργιάδη, Παναγιώτη Τσέτη, Μίνω Αργυράκη, Νέλλη Ανδρικοπούλου,

Καίτη Αντύπα, Μαριλένα Αραβαντινού, Ευγένιο Σπαθάρη, και τους γλύπτες Κλέαρχο

Λουκόπουλο, Μπούμπα Λυμπεράκη - Μόραλη, Ναταλία Μελά και Γιώργο Γεωργίου,

σχημάτισαν έναν καλλιτεχνικό όμιλο, τον ΑΡΜΟ», με σκοπό τη δημιουργία σύγχρονης

καλλιτεχνικής κίνησης και τη διάνοιξη μιας νέας αισθητικής γραμμής στην Ελλάδα με

κριτήριο την κοινή αισθητική κατεύθυνση, κάνοντας εκθέσεις στην Αθήνα και τη

Θεσσαλονίκη.» (Οι Έλληνες ζωγράφοι, 20ος αιώνας, σ. 373, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα

1976)

Ο Μόραλης αναζήτησε την προσωπική του τεχνοτροπία που τον έκανε να

ξεχωρίσει και ν’ αφήσει το δικό του στίγμα. Σ’ αυτή την αναζήτηση καθοριστικό

ρόλο είχε η κλασική του παιδεία, η αγάπη του στα πορτρέτα του Φαγιούμ της

ελληνιστικής εποχής, η ζωγραφική της Πομπηίας, τα αρχαία ελληνικά και βυζαντινά

ψηφιδωτά. Στην κατάκτηση του ζωγραφικού του στόχου επικουρήθηκε από την

ήρεμη μελαγχολική διάθεση των επιτύμβιων στηλών, την κλασική αγγειογραφία, την

 

πειθαρχημένη έκφραση της βυζαντινής ζωγραφικής και τον αυθορμητισμό της λαϊκής

τέχνης, χωρίς να αποστασιοποιηθεί από τα νέα ρεύματα στον χώρο της ζωγραφικής.

Και μέσα σ’ όλα αυτά μόνιμη πυροδότηση της καλλιτεχνικής του έκφρασης

αποτελούν το τοπίο και το φως της πατρικής γης, τα μνημεία και η αρχιτεκτονική και

η καλλιτεχνική της παράδοση.

Από νωρίς, ο Μόραλης δείχνει την προτίμησή του σε ορισμένα θέματα, μεταξύ των

οποίων βρίσκεται η ανθρώπινη μορφή και ιδιαίτερα η γυναικεία, την οποία

παρουσιάζει άλλοτε ντυμένη κι άλλοτε γυμνή. Η Άννα Τζάννες - Ξηρουχάκη (Οι

Έλληνες ζωγράφοι, 20ος αιώνας, σ. 376, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1976) αναφέρει

πως «Όλες οι γυναικείες μορφές που ζωγραφίζει είναι όμορφες, με πρόσωπο αόριστο

και μακρινό, κοιτάζουν κατάματα όσους περιεργάζονται την ομορφιά τους ή στρέφουν

στο πλάι περήφανα το κεφάλι τους με κάποια απροσδιόριστη μελαγχολία, αισθησιασμό

και ατάραχη γαλήνη. Τις τοποθετεί σε φόντα μονόχρωμα ή σε κλειστά σκοτεινά

δωμάτια, παραλλάζοντας κάθε φορά τη χρωματική κλίμακα και την τεχνική του. Η

αδιάκοπη επιστροφή του στο θέμα αυτό δε γίνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο, αλλά κάθε

φορά με απλουστευμένα και συνάμα τεχνικά πλουσιότερα εκφραστικά μέσα. Μέσα από

τη συνεχή επανάληψη του ίδιου θέματος διακρίνεται ανάγλυφη η προσπάθεια του

ζωγράφου για την κατάκτηση του ζωγραφικού του οράματος.»

Αντιπροσωπευτικό έργο του, η «Έγκυος γυναίκα» (1948), όπου εικονίζεται η

δεύτερη σύζυγός του. «Το πρόσωπο της έχει μια έκφραση γαλήνης και απροσδιόριστης

προσμονής. Ακουμπά με απαλή, προστατευτική κίνηση το αριστερό της χέρι – άρτια

ζωγραφισμένο – στην κοιλιά της, ενώ στο δεξί κρατά ένα μήλο – άραγε υπαινιγμός του

ζωγράφου για το μυστήριο της ζωής; Χρησιμοποιεί κι εδώ τα αγαπημένα του χρώματα –

το σκούρο μπλε του φορέματος, το πράσινο-μπλε του φόντου, το μαύρο των μαλλιών. Ο

πίνακας φωτίζεται με το κόκκινο που έχει το ύφασμα πάνω στο τραπέζι, πίσω από την

καθιστή γυναίκα. Το μήλο σε έντονο κίτρινο -ώχρα, σπάζει τη μονοτονία του σκούρου

μπλε φορέματος. Πάνω στο μικρό κρυστάλλινο ποτήρι ιριδίζει το φως. Ο Μόραλης σε

μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές του…» (Οι Έλληνες ζωγράφοι, σ. 377)

Το 1951 ο Μόραλης παρουσιάζει στην Πανελλήνια Έκθεση Ζωγραφικής στο

Ζάππειο πίνακα με τον τίτλο «Μορφή» σε μεγαλύτερο μέγεθος από το φυσικό.

Συνέλαβε την ιδέα, όταν η κοπέλα που χρησίμευε ως μοντέλο, κάθισε να

ξεκουραστεί. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το μπλε, το μαύρο και το υπόλευκο.

Η μορφή προβάλλεται από μακριά, γαλήνια και θυμίζει έντονα κλασικές επιτύμβιες

στήλες, συνδέοντας την τέχνη του Μόραλη με τα Αττικά Επιτύμβια.

«Γύρω στο’50,», γράφει η Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, «η θεματική του Μόραλη

αποκρυσταλλώνεται. Αν ο Τσαρούχης έπλεξε τον ύμνο του μελλέφηβου και του νέου, ο

Μόραλης θα τραγουδήσει το ερωτικό μέστωμα του κοριτσιού. Κόρες που κάθονται

αντικριστά ή που αναπαύονται, σχεδιάζοντας «αρχαίες» στάσεις πλάι σε παραστάδες,

μπροστά σε πόρτες. Τα σώματά τους, τα μέλη τους αρθρώνουν μιαν αρχιτεκτονική

γνώριμη. Ο ζωγράφος την είχε μελετήσει στις ναόμορφες στήλες του Κεραμεικού και

του Εθνικού Μουσείου. Τα σώματα προβάλλονται και κάποτε αναδύονται από το

σκοτεινό φόντο, όπως στην ερυθρόμορφη αγγειογραφία ή στην ζωγραφική της

Πομπηίας. Ο Μόραλης ζυγίζει τις φωτεινές και τις σκοτεινές ζώνες. Οργανώνει τη

σύνθεση γεωμετρικά, ρυθμικά, χωρίς βάθος. Ο κλασικός κανόνας, «συμφωνία των

μερών προς άλληλα και προς το όλον», επαληθεύεται αδιάκοπα. Η γκάμα περιορίζεται

στα γαιώδη, στις ώχρες, στις σιένες, στα μπλε, στα μαύρα, σε κάποια ασβεστώδη λευκά.

«Είναι τα χρώματα του Πολύγνωτου», σχολίαζε ο ζωγράφος.»

Το 1958, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον γλύπτη Αντώνη Σώχο,

εκπροσώπησαν την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας και απέσπασαν

σημαντικότατους επαίνους. Ο Ιταλός αρχιτέκτων, τεχνοκριτικός και εκδότης Τζίο

 

Πόντι (Gio Ponti) τους κατέταξε σε κείνους που «ξέρουν να απεικονίζουν την

ανθρώπινη μορφή […]. Να υφίστανται την έλξη της. Να την απεικονίζουν βλέποντας σ’

αυτή την απεικόνιση, σ' αυτή την προσωπογράφηση σαν ακρότατο όριο της έκφρασης

της ανθρωπότητας, την ανθρώπινη ιστορία της αλλά και την ιστορία του εαυτού μας

που περιγράφεται συγχρόνως.» (Οι Έλληνες ζωγράφοι, σ. 378) Χαρακτηριστικό έργο

αυτής της συμμετοχής του είναι η «Σύνθεση» (1958), όπου απεικονίζονται τρεις

απόκοσμες και γαλήνιες γυναικείες μορφές. Στον πίνακα κυριαρχεί η εναλλαγή των

θερμών χρωμάτων του φόντου με τα ψυχρά των σωμάτων, τονίζοντας τη

«μαρμάρινη» σχεδόν παγερότητα της λευκής σάρκας.

Το 1963 ο Μόραλης παρουσιάζει στα εγκαίνια του ξενοδοχείου «Χίλτον»

πρόσφατη ζωγραφική του δουλειά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι πίνακες με τον

γενικό τίτλο «Επιτύμβια Σύνθεσις - Α, Β, Γ, Δ, Ε και Ζ» , όπου αναπαριστώνται στάδια

επεξεργασίας σχεδίου, με ίδιο θέμα: Μια γυμνή γυναικεία μορφή, μισοξαπλωμένη

και πίσω της μια άλλη γυναίκα, σχεδόν μυστηριώδης, μισοκρυμμένη πίσω από ένα

κομμάτι υφάσματος που κρατά. Ίσως να είναι η ζωγραφική μεταφορά της πιο

κοντινής μορφής του έρωτα και του θανάτου, του σφάλματος και της αιδούς, του

Επιτάφιου και της Ανάστασης.

Εκεί παρουσιάζει και τη διακοσμητική του σύνθεση με αρχαϊκά ανάγλυφα για τον

εξωτερικό τοίχο (626 τ.μ.) της ΒΔ πλευράς του ξενοδοχείου, όπου «η «διήγηση»

είναι: «Επάνω, δεξιά, οι δύο κεραίες είναι ο ήλιος, η αρχή. Από τον ήλιο σχηματίζονται

όλα: η γραμμή του αετώματος, πάνω στο αέτωμα η Γλαυξ, αριστερά το χέρι της Αθηνάς

που κρατάει τη Νίκη. Κατεβαίνουμε παρακάτω: αριστερά η Αθηνά με την ασπίδα της.

Δίπλα στην Ασπίδα, ο βωμός και οι Κανηφόρες, δηλαδή η προσφορά προς τον ξένο.

Παρακάτω, οι Αυλητρίδες, δηλαδή «η διασκέδαση». Κάτω είναι το άρμα που

συμβολίζει το ταξίδι, όπως και η τριήρης παρακάτω. Αυτή είναι όλη η ιστορία. Είναι

πολύ απλό και επιπλέον δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να είναι αντίγραφο από

αρχαίο μοτίβο.» 

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2992796/file.pdf

   Το 1972, στην τρίτη ατομική έκθεση στην γκαλερί «Ιόλα - Ζουμπουλάκη»,

παρουσιάζει σειρά έργων του, τα «Επιθαλάμια», στα οποία το στοιχείο της αφαίρεσης

είναι πιο έντονο σε σχέση με το παρελθόν. Ο Μόραλης, αντλώντας από τη μακραίωνη

ζωγραφική παράδοση του τόπου, αποδίδει τις μορφές με τεθλασμένες γραμμές ή

αντίθετες καμπύλες και δεν τον ενδιαφέρει ν’ αποδώσει με ακρίβεια το πρότυπο,

αλλά μέσω της αφαίρεσης να δηλώσει την ουσία της κίνησης και του ρυθμού των

μορφών. Ξεχωριστό έργο της έκθεσης το «Το κορίτσι που ζωγραφίζει» (1971), με

μοντέλο μια μαθήτριά του. Ο ίδιος αφηγείται σχετικά: «Πήγα στο ατελιέ, έκανα το

πρόχειρο σχέδιο του έργου, αλλά δεν είχα τελάρο τετράγωνο. Είχα δύο στενόμακρα, τα

ένωσα και είπα: στο κάτω κάτω, είναι και πιο καλό αυτό. Γιατί; Δεν θέλεις να δεις το

έργο συνέχεια; Το κλείνεις και το ξανανοίγεις!» https://schoolpress.sch.gr/andreou/files/2019/02/Giannis-Moralis-

Andreou-Aikaterini-e-ikastika.pdf

   Για την έκθεση αυτή ο φίλος του, Οδυσσέας Ελύτης, έγραψε μεταξύ άλλων στον

κατάλογο της έκθεσης: «Μ’ ένα ολιγοψήφιο αλφάβητο στα χέρια του, όπου τα στοιχεία

που επανέρχονται περισσότερο είναι οι δύο αντίθετες καμπύλες, η ώχρα και το μαύρο,

επέτυχε ο Μόραλης να μετατρέψει την ομιλία των πραγμάτων σε οπτικό φαινόμενο,

κατά τρόπο μοναδικό μέσα στη σύγχρονη ελληνική τέχνη. Μια ορισμένη αυστηρότητα,

φτασμένη μέσα του υποσυνείδητα, και που σίγουρα έχει την προέλευσή της στην

Ηπειρωτική του καταγωγή, συναντήθηκε με μερικές από τις πιο απαιτητικές μετα-

Σεζανικές Ευρωπαϊκές αναζητήσεις. [...] Τα χρώματα της Αττικής γης και της Αίγινας,

τα σώματα των νέων κοριτσιών, το φως ευγένειας, τα βλέπουμε στα τελευταία έργα του

Μόραλη ν' αναδύονται κάποτε με μεγεθυμένα θραύσματα από αρχαίες, ή σμικρυμένες

 

νωπογραφίες τόπων λατρείας που χάθηκαν για πάντα. […]» (Οι Έλληνες ζωγράφοι, σ.

380)

Ο Μόραλης υπηρέτησε τη ζωγραφική και μέσα από άλλους δρόμους, όπως το

θέατρο. Για πρώτη φορά ασχολήθηκε μ’ αυτό το 1951 που φιλοτέχνησε σκηνικά και

κοστούμια για το μπαλέτο «Έξι λαϊκές ζωγραφιές», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι,

που παρουσίασε το Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. Ακολούθησαν κι άλλες

συνεργασίες για μπαλέτα σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και των Μίκη

Θεοδωράκη, Γιάννου Κόνταλυ και Holim El Dabh. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η

μακροχρόνια συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης και τον Κάρολο Κουν, αλλά και

με το Εθνικό Θέατρο, όπου τα σκηνικά και τα κουστούμια του άφησαν εποχή.

   Σπουδαία είναι, επίσης, η συνεισφορά του στον χώρο του βιβλίου, καθώς αρκετά

κοσμούνται με έργα του. Τη σφραγίδα του φέρουν, για παράδειγμα, το «Έξι και μια

τύψεις για τον ουρανό» και το «Άξιον εστί», του Οδυσσέα Ελύτη, καθώς και τα

«Ποιήματα» (Ίκαρος 1965) του Γιώργου Σεφέρη, με τον ποιητή να χαρακτηρίζει τις

δέκα συνθέσεις του Μόραλη, που τα κοσμούν, «Ζωγραφικά σχόλια στην ποίησή του»,

παρότι είχε ακούσει με δισταγμό την πρόταση του εκδότη να εικονογραφήσει ο

Μόραλης τα ποιήματά του.

   Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η συνεργασία του Γιάννη Μόραλη με αρχιτέκτονες,

όπως ο Πρ. Βασιλειάδης, ο Σ. Στάικος, Γ. Μπόγδανος, Ν. Χατζημιχάλης, Ν.

Βαλσαμάκης, Ε. Βουρέκας και άλλοι, καθώς φιλοτεχνεί για αρχιτεκτονήματα τους,

όπως το «Χίλτον», το ξενοδοχείο «Grand Hotel» της Ρόδου, το ξενοδοχείο «Αμαλία»

στους Δελφούς, σε καταστήματα τραπεζών, στο εστιατόριο «Διόνυσος» στου

Φιλοπάππου, στο Δημαρχείο Αθηνών, στο Σταθμό Πανεπιστήμιο του Μετρό και

άλλα.

Ο Γιάννης Μόραλης συμμετείχε σε εγχώριες και διεθνείς εκθέσεις, διακρίθηκε με

το έργο του και τιμήθηκε γι’ αυτό, και δικαίως, εν ζωή! Ενδεικτικά σημειώνω το

χρυσό μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση Χειροτεχνίας στο Μόναχο το 1973, την εκλογή

του ως τακτικού μέλους του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών (1962), το

παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικα (1979) και το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών

της Ακαδημίας Αθηνών (1979), ενώ το 1996 η Ακαδημία Αθηνών οργάνωσε έκθεση

προς τιμήν του.

   Αγαπητοί φίλοι. Ο ζωγράφος, γλύπτης, χαράκτης και σκηνογράφος, Γιάννης

Μόραλης, πέθανε στα 93 του χρόνια, έχοντας σφραγίσει την πορεία της νεοελληνικής

ζωγραφικής. Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του η Εθνική Πινακοθήκη του αφιέρωσε

τιμητική έκθεση, όπου εκτέθηκαν αντιπροσωπευτικά έργα, ζωγραφικά, σχέδια και

χαρακτηριστικά από έξι δημιουργικές περιόδους της γόνιμης πορείας του (1930-

1980), τα οποία προέρχονται από τη γενναία δωρεά του καλλιτέχνη με 113 έργα προς

την Εθνική Πινακοθήκη. Την έκανε το 1988, μετά το πέρας της πρώτης αναδρομικής

παρουσίασης της δουλειάς του στο Ίδρυμα. Η έκθεση συμπληρώθηκε από 20

μεταγενέστερα της δωρεάς των έργων, από ιδιωτικές συλλογές, που

αντιπροσωπεύουν την τελευταία, γεωμετρική, πιο αφαιρετική περίοδό του. Μάλιστα,

σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Έθνος» (26-4-2011) για την έκθεση

( http://www.ethnos.gr/politismos/arthro/o_moralis_ proteinei_morali-62977080/ ), μεταξύ άλλων, αναφέρεται η

εκτίμηση της διευθύντριας της Πινακοθήκης Μαρίνας Λαμπράκη - Πλάκα πως «Από

νωρίς ο Μόραλης είχε αποφασίσει να κρατήσει τα καλύτερα έργα του και να τα χαρίσει

στην Εθνική Πινακοθήκη» και πως συνειδητοποίησε «το γιατί, όταν είχε πάρει

συνέντευξη μέσα στην αναδρομική έκθεση του '88, στην οποία σχολίαζε κυρίως εκείνα

τα έργα που θα έκανε μετά δωρεά στην Εθνική Πινακοθήκη». Και πράγματι, η Εθνική

Πινακοθήκη τα τίμησε και κάποια τα έχει τοποθετήσει σε περίοπτη θέση, δίπλα πάντα

 

από άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες. Αν κάποια στιγμή επισκεφτείτε την

Πινακοθήκη είμαι βέβαιη πως θα τα θαυμάσετε.

Και στην Άρτα, αν πάτε, πέραν άλλων, αξίζει να επισκεφτείτε τη Δημοτική

Πινακοθήκη, η οποία φέρει, το όνομα του Γιάννη Μόραλη, όπως και η μικρή πλατεία

μπροστά στην Πινακοθήκη, όπου έχει στηθεί προτομή του, που σημαίνει πως η

γενέτειρά του δεν τον λησμόνησε! Δεν τον λησμόνησε, όμως, ούτε η Πρέβεζα, αφού

η Δημοτική Πινακοθήκη φέρει το όνομά του, αλλά, διάβασα πως και για κάποια

πλατεία το ίδιο ισχύει!

   Αγαπητοί φίλοι. Αν υποστηρίξει κάποιος πως μπορεί να παρουσιάσει μέσα σε λίγα

λεπτά της ώρας το έργο του Γιάννη Μόραλη, προφανώς πλανάται. Όσο με αφορά,

προσπάθησα να σας δώσω, μια ιδέα γι' αυτό. Ίσως, μάλιστα, τούτη η βραδιά να γίνει

αφορμή να εντρυφήσουμε περισσότερο στην προσωπικότητα και το έργο του κι ίσως,

ποιος ξέρει, να δούμε μέσα σ’ αυτό αθέατες πλευρές του εαυτού μας. Και, κλείνω,

αναθυμούμενη τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη από το «Άξιον εστί», «Όπου και να

σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,/ όπου και να θολώνει ο νους σας,/ μνημονεύετε Διονύσιο

Σολωμό/ και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη», και πιστεύω πως μπορούμε

δίπλα στα ονόματα του Σολωμού και του Παπαδιαμάντη να τοποθετήσουμε και του

Γιάννη Μόραλη, διότι ό,τι εξέφρασαν αυτοί οι δύο μέσω της πένας τους, αυτός το

αποτύπωσε εξαιρετικά με τις τέχνες που υπηρέτησε.

Σας ευχαριστώ πολύ!