Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

ΣΩΤΗΡΗ Ι.ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ:ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ (1910-1975)‘ «Ο λόγος του εκφράζει την ανάγκη απόδρασης’»

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ (1910-1975)‘

               

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ


«Ο λόγος του εκφράζει την ανάγκη απόδρασης’»

 

Ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας γεννήθηκε στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας το 1910, γιος του μεγαλέμπορου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλλονιά.

Το 1914 μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά.

 Στον Πειραιά ο Νίκος τέλειωσε τη γαλλική σχολή του Saint Paul και το Γυμνάσιο.

 Παράλληλα δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

 Γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, μετά το θάνατο του πατέρα του όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας τη συνεργασία του με φιλολογικά περιοδικά.

 Το 1929 μπάρκαρε στο φορτηγό πλοίο Άγιος Νικόλαος και από το 1930 ξεκίνησε η περίοδος των διαρκών ταξιδιών του ως το 1936.

 Το 1932 δημοσίευσε σε συνέχειες την Απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο στην εφημερίδα ‘’Πειραϊκόν Βήμα.’’

Το 1933 εξέδωσε την ποιητική συλλογή ‘’Μαραμπού,’’ που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την κριτική.

 Ακολούθησαν ‘’το Πούσι’’ (1947) και ‘’η Βάρδια’’ (μυθιστόρημα-1954), ενώ μετά το θάνατό του εκδόθηκε και η συλλογή ‘’Τραβέρσο’’ (1975).

Το 1934 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1938 κατατάχθηκε στο στρατό και υπηρέτησε στην Ξάνθη.

 Το 1939 πήρε δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή. Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ.

 Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ. Εντάσσεται, επιπλέον, στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει τότε μόνο ένα βιβλίο, το Μαραμπού, ενώ το όριο ήταν τα τρία βιβλία.

 Είναι όμως ενεργός λογοτεχνικά, γράφοντας ποιήματα, ορισμένα εξ αυτών αντιστασιακά, με πιο χαρακτηριστικό το ποίημα "Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη".

Στις αρχές του 1945 γίνεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση την οποία παραχωρεί στις 6 Οκτώβρη του ίδιου έτους στον Νικηφόρο Βρεττάκο, εξαιτίας της αναχώρησής του από την Ελλάδα με το πλοίο "Κορινθία".

Η ασφάλεια τού έδωσε άδεια, καθώς θεωρείτο ανενεργός κομμουνιστής.

 Το 1953 πήρε το δίπλωμα του Ασυρματιστή Α’. Το 1965 πέθανε η μητέρα του. Το 1968 επισκέφτηκε την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί έγραψε το πεζό Λι.

Η γραφή του υπήρξε κυρίως βιωματική και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία προς την αφαίρεση και τα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής...

 “Οι θαλασσινοί δεν πάνε ούτε στην κόλαση ούτε στον παράδεισο. Βολοδέρνουνε σ’ ένα διάδρομο μεταξύ. Δηλαδή κι εκεί ταξιδεύουνε. Για σκέψου...”. Ο Καββαδίας στο σημείο αυτό διαλέγεται με συγγραφείς, καθώς παρουσιάζει το θάνατο των θαλασσινών σαν το Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας του Δάντη ή ακόμη σαν το “μεσοδιάστημα” μεταξύ δύο αβύσσων του Καζαντζάκη.

 Ο Καββαδίας παρομοιάζει τη ζωή με καράβι και συλλογιζόμενος το Μοιραίο αναρωτιέται “Τα πάμε τα καράβια ή μας πάνε;”

Η μυρουδιά του βαποριού, η μυρουδιά της θάλασσας, η μυρουδιά της φυγής. Την οσφραινόμουνα με τα ρουθούνια αχόρταγα. Έτσι μυρίζουμαι και τα βιβλία. (...) Κι έπειτα το πλοίο φεύγει και ξαναβρίσκω τον εαυτό μου τον ποιητή, το ναύτη, το θαλασσόβιο”.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Καββαδίας μέσα από την ποίησή του καταφέρνει να προσδιορίσει τον εαυτό του είναι θαυμαστός και συνάμα αξιοπερίεργος. Από τον πρώτο κιόλας στίχο του προλογικού ποιήματος “Μαραμπού”

 

Λένε γιὰ μένα οἱ ναυτικοὶ ποὺ ἐζήσαμε μαζὶ

πὼς εἶμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,

πὼς τὶς γυναῖκες μ ̓ ἕνα τρόπον ὕπουλο μισῶ

κι ὅτι μ ̓ αὐτὲς νὰ κοιμηθῶ ποτέ μου δὲν πηγαίνω.

Ἀκόμα, λένε πὼς τραβῶ χασίσι καὶ κοκό,

πὼς κάποιο πάθος μὲ κρατεῖ φριχτὸ καὶ σιχαμένο,

κι ὁλόκληρο ἔχω τὸ κορμὶ μὲ ζωγραφιὲς αἰσχρές,

σιχαμερὰ παράξενες, βαθιὰ στιγματισμένο.

Ἀκόμα, λένε πράματα φριχτὰ πάρα πολύ,

ποὺ εἶν ̓ ὅμως ψέματα χοντρὰ καὶ κατασκευασμένα,

κι αὐτὸ ποὺ ἐστοίχισε σὲ μὲ πληγὲς θανατερὲς

κανεὶς δὲν τό ̔μαθε, γιατὶ δὲν τό ̔πα σὲ κανένα.

Μ ̓ ἀπόψε, τώρα ποὺ ἔπεσεν ἡ τροπικὴ βραδιά,

καὶ φεύγουν πρὸς τὰ δυτικὰ τῶν Μαραμποὺ τὰ σμήνη,

κάτι μὲ σπρώχνει ἐπίμονα νὰ γράψω στὸ χαρτί,

ἐκεῖνο, ποὺ παντοτινὴ κρυφὴ πληγή μου ἐγίνη.

 

της πρώτης του ομώνυμης ποιητικής συλλογής, διαχωρίζει τη θέση του από τους “άλλους”, στην προκειμένη περίπτωση τους στεριανούς. Παράλληλα, μέσα από τα μάτια ανθρώπων που έχουν την ίδια ιδιότητα με αυτόν, χαρακτηρίζει μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα, δηλαδή αυτή των ναυτικών.

 Πιο συγκεκριμένα, οι “άλλοι” είναι οι συνάδελφοί του και ουσιαστικά, όσα παρουσιάζει να λέγονται για τον ίδιο μέσα από το στόμα τους, χαρακτηρίζουν όλη την κοινωνική ομάδα.

Στο ποίημα αυτό περιγράφεται τραχιά αλλά γλαφυρά ο αντιπροσωπευτικός τύπος των ναυτικών, άρα και ο ίδιος ο Καββαδίας, που πρώτα από όλα ήταν γνήσιος θαλασσινός.

Στο σύνολό τους παρουσιάζονται να είναι δύστροποι, διεστραμμένοι, μισογύνηδες, ύπουλοι, χρήστες ουσιών, στιγματισμένοι σε ολόκληρο το κορμί με αισχρές ζωγραφιές αλλά και ψεύτες

 

.“πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο

Πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπο ύπουλο μισώ

Κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω”

 

”Όμως ο Καββαδίας διαφοροποιεί την εικόνα του από το σύνολο· παραλληλίζει τον εαυτό του με το μοναχικό πουλί Μαραμπού.

 

        Και πώς όχι αφού, σε αντίθεση με τους άλλους, είναι ποιητής και συχνά κάτι τον σπρώχνει επίμονα να γράψει στο χαρτί για μια κρυφή πληγή του παρελθόντος.

 

 Δεν είναι τυχαίο πως η εσωτερική ανάγκη του ναυτικού-ποιητή για συγγραφή και έκφραση όσων των πληγώνουν, συνδυάζεται με την αποδημία των Μαραμπού, δηλαδή με τη φυγή, που για το θαλασσινό σημαίνει μια νέα περιπέτεια.

Στο ίδιο ποίημα, ο Καββαδίας έντεχνα περιδιαβαίνει από το εγώ στο εσύ. Μια γυναίκα -μετέπειτα πόρνη- που ερωτεύτηκε στο καράβι, θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπείο του ποιητή, το οποίο εφευρίσκει για να εκφράσει την τραγική ειρωνεία της ζωής αλλά και στοιχεία του χαρακτήρα του, που ευρηματικά αποδίδει σε αυτήν: μελαγχολική φύση, ταξίδι ως απόπειρα λησμονιάς δυσάρεστου γεγονότος, ανάγνωση και απαγγελία θλιμμένων γαλλικών στίχων, ατένιση της θάλασσας.

 “ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές

μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει

 (...)συχνά στίχους απάγγλενε θλιμμένους γαλλικούς κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση κοιτούσε ”Σε αυτό το σημείο ο ποιητής συμπληρώνει την εικόνα του ναυτικού παρουσιάζοντας τον να αφηγείται τη δυστυχία του αποχωρισμού και να αναπολεί το παρελθόν με αφορμή τη φωτογραφία του αγαπημένου προσώπου.

 Στα περισσότερα ποιήματα αφορμή αναπόλησης του ναυτικού αποτελεί απλά μια ανάμνηση - χωρίς την ανάγκη ύπαρξης ενός αντικειμένου.

Δε θα ήταν υπερβολή να θεωρήσουμε ότι η λογοτεχνική παραγωγή του Καββαδία αποτελεί μεν εσωτερική ανάγκη και κατάθεση ψυχής αλλά από την άλλη το πηγαίο μοίρασμα με τον αναγνώστη θυμίζει απαλλαγή από το άχθος εσωτερικού φορτίου.

 Είναι γεγονός πως σε πολλά σημεία του ποιητικού του έργου κυριαρχεί η μελαγχολία, γιατί ο Καββαδίας εκτός από ανθρωποκεντρικός είναι και ανθρώπινος· πέρα από πονετικός είναι και πονεμένος “αγκάλιασε ολόκληρο το νεώτερο άνθρωπο, με τις αδυναμίες του, την αρρωστημένη του χάρη.

 Ο Καββαδίας στην στεριά νιώθει σαν ψάρι έξω από το νερό. Μοιάζει να χρειάζεται τον μπούσουλα για να προσανατολιστεί περισσότερο ως στεριανός παρά ως θαλασσινός.

 Όσο και αν σκέφτεται τις χαρές της στεριάς, και κυρίως την ιερή και εμβληματική μορφή της μάνας, ξέρει ότι εκείνος δεν μπορεί να βιώσει τα εγκόσμια με όλη του την καρδιά, γιατί μακριά από τη θάλασσα είναι μισός· είναι άχρωμος.

 Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι ακόμα και όταν βρίσκεται μέσα στο καράβι ονειρεύεται βάρκες, κι ας είναι χάρτινες. Στοχάζεται, μελαγχολεί, απλώνει το χέρι, αναμετράται με τον εαυτό του φλερτάρει με την σκέψη (όχι την πράξη) της αυτοκτονίας, αποζητά την προσαρμογή όπως το φίδι και βουτά στη συνείδηση για να καταφέρει ν’ αντέξει τους (από)χωρισμούς“

Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.(...)

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι(...)

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,

Όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές. Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει. Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

 ”Η γοητεία του έργου του Καββαδία συνοψίζεται σε περιστατικά αναδυόμενα από μια ναυτική μυθολογία· σε ποιήματα-φωτογραφίες ασυνήθιστων ανθρώπων - καθορισμένων από τη μοίρα, τη μοναξιά, το πάθος, την απελπισία και τη νοσταλγία.

Αυτή η ψηλαφιστή αναπαράσταση ανθρώπων, που σκέφτονται ή ενεργούν όντας σε οριακές καταστάσεις, αποπνέει έντονα το μπωντλαιρικό spleen.

Η ναυτική καθημερινότητα, που επιβάλλει την αποπνικτική ζωή στην πλώρη, τρέπει τον ταλαντούχο Καββαδία σε ευφάνταστο κοσμουργό, που με τη γραφή του διαρρηγνύειτο συμβατικό ναυτικό διάκοσμο και υπαινίσσεται έναν καινούριο μεταξύ ονειροφαντασίας και πραγματικότητας.

 Ενδεικτικά της διάχυτης μελαγχολικής διάθεσης είναι τα αθησαύριστα κείμενα του Καββαδία.

 Η παραδοχή της μοναξιάς με τη φράση “Δε με συνδέει τίποτα με τον άνθρωπο δίπλα μου”, ενώ είναι περιτριγυρισμένος από δεκάδες ναύτες, καταδεικνύει την ερήμωση που νιώθει βαθιά μέσα του.

 Ο ναυτικός μπορεί να βρει συντροφιά στην στεριά, όπως ο ποιητής στα εγκόσμια αλλά επιλέγει τη θάλασσα με ό,τι αυτή συνεπάγεται.

Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά σε ένα διαχωρισμό του Καββαδία: στους επαγγελματίες ναυτικούς και σε αυτούς που είναι μαγεμένοι από τη θάλασσα

Ο Καββαδίας ανήκει στους δεύτερους και δε διστάζει να δηλώσει πως αγαπά σαν τρελός τη θάλασσα.

Παρόλα αυτά νιώθει έντονο το φορτίο της ευθύνης.  Συμπεραίνοντας, ο Καββαδίας μέσα από τις τρεις ποιητικές συλλογές του φέρνει στο φως το ναυτικό κόσμο, που αποτελεί τη βασική θεματική της ποιητικής παραγωγής του, ιδωμένο μέσα από τα μάτια του καλλιτέχνη. Χάρη στο πηγαίο ταλέντο του αναδύεται ένας κόσμος ανθρωποκεντρικά πλασμένος - μα όχι επίπλαστος.

 Ο Καββαδίας όντας συνθεμένος από ανθρώπους, στοιχεία ξωτικά και εγκατεστημένα στην ψυχή θαλασσινά στοιχειά, αναδεικνύει τη ρευστότητα των καταστάσεων που βιώνει καθημερινά. Είναι γεγονός ότι τα καθήκοντα του ναυτικού προσγειώνουν ανώμαλα τον ποιητή και κονιορτοποιούν την απρόσμενη ποιητική στιγμή. Συγκεκριμένα, ενώ το ταλέντο ορτσάρει, η τραχιά ζωή επιβάλλει το πόδισμα και ο Καββαδίας εκ των πραγμάτων νιώθει πρωταρχικά επαγγελματίας ασυρματιστής. Παράλληλα, η μνήμη, καθώς δεν μπορεί να αποφύγει υφάλους και ξέρες του παρελθόντος, θαλασσοδέρνεται περισσότερο από τον Πυθέα και αποτελεί βασική πηγή έμπνευσης.

 Με αφορμή το ταξίδι άλλοτε αναζητά κάποιο καινούριο τόπο και κάποιες φορές μια κοιτίδα που να θυμίζει θαλπωρή νόστου αλλά δεν πετυχαίνει πάντα τον στόχο του. Ο ποιητής βουτά σε κύματα υπόγεια, που τον ξεβράζουν σε μια οπιούχα ψευδαισθησιακή ουτοπία, όπου το ονειρικό μπλέκεται με την παραίσθηση ενώ άλλοτε καταλήγει στην αποθήκη της μνήμης. Συχνά, γράφει ως πρωταγωνιστής της ζωής του και άλλες φορές δημιουργεί ως κομπάρσος, τοποθετώντας στο επίκεντρο αλλοεθνείς ή περιθωριακούς (π.χ. πόρνες) συνανθρώπους του. Όμως, σχεδόν πάντα υιοθετεί ένα διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και το έργο ή στα πρόσωπα που παρελαύνουν και τον ίδιο αλλά και ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα, εφόσον είναι ασυρματιστής. Όσον αφορά τη γυναίκα, είναι πανταχού παρούσα στο έργο του: μάνα, νόμιμη σύζυγος, πληρωμένη πόρνη, ξεθωριασμένη, άυλη, αλλοτινή, αλλοεθνής, υπαρκτή ή φανταστική.

 Ενώ οι ναυτικοί χρησιμοποιούν τις γυναίκες των λιμανιών, για να χορτάσουν την ερωτική επιθυμία τους, ο Καββαδίας τις φιλτράρει μέσα από μια ουμανιστική οπτική, αντιμετωπίζοντάς τες πάντα ως

μοναδικά όντα με ιδιαίτερη προσωπικότητα και όχι ως απλά κορμιά.

 Κάθε γυναίκα, οπτασία ή μη, χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη του και δε διαφέρει πολύ από τη δυική ψυχή του: πλαγκτή από τις ενοχές αλλά και καθαρή από την αυθεντικότητα. ἈΓΑΠΑΩ

Ἀγαπάω τ ̓ ὅτι θλιμμένο στὸν κόσμο.

Τὰ θολὰ τὰ ματάκια, τοὺς ἀρρώστους ἀνθρώπους,

 τὰ ξερὰ γυμνὰ δέντρα καὶ τὰ ἔρημα πάρκα,

τὶς νεκρὲς πολιτεῖες, τοὺς τρισκότεινους τόπους.

Τοὺς σκυφτοὺς ὁδοιπόρους ποὺ μ ̓ ἕνα δισάκι

γιὰ μία πολιτεία μακρυνὴ ξεκινᾶνε,τοὺς τυφλοὺς μουσικοὺς τῶν πολύβουων δρόμων, τοὺς φτωχούς,

 τοὺς ἀλῆτες,  αὐτοὺς ποὺ πεινᾶνε.

 

Τὰ χλωμὰ τὰ κορίτσια ποὺ πάντα προσμένουντ ὸν ἱππότην ποὺ εἶδαν μία βραδιὰ στ ̓ ὄνειρό τους,νὰ φανῇ ἀπ ̓ τὰ βάθη τοῦ ἀπέραντου δρόμου. Τοὺς κοιμώμενους κύκνους πάνω στ ̓ ἀσπρόφτερό τους. Τὰ καράβια ποὺ φεύγουν γιὰ καινούρια ταξίδια καὶ δὲν ξέρουν καλὰ -ἂν ποτὲ θὰ γυρίσουν πίσω ἀγαπάω, καὶ θά ̔θελα μαζί τους νὰ πάω κι οὔτε πιὰ νὰ γυρίσω.

 Ἀγαπάω τὶς κλαμμένες ὡραῖες γυναῖκες ποὺ κυττᾶνε μακριά, ποὺ κυττᾶνε θλιμμένα ...ἀγαπάω σὲ τοῦτον τὸν κόσμο -ὅ,τι κλαίει γιατὶ μοιάζει μ ̓ ἐμένα.

 Ο ποιητής φλερτάρει με την τρέλα και την αμαρτία σαν άλλος oceanbohemian  έχοντας τη θάλασσα ως όπιο και λάβδανο ενώ όντας γνήσιο παιδί του spleen, περιθωριοποιείται και απομακρύνεται από τη στεριά επιλέγοντας μια ζωή γεμάτη στερήσεις και μοναξιά.

Πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση επαγγελματία ερασιτέχνη: η σχέση του με αμφότερες την ποίηση και τη θάλασσα είναι ζωτική και βιωματική - όχι συναλλακτική.

        Ο Νίκος Καββαδίας, υποκείμενος στο διπλό θυσιαστήριο της γραφής και της ποίησης, όσο σκλαβώνεται άλλο τόσο ελευθερώνεται.

 Παρά το αναμφισβήτητο ποιητικό του ταλέντο, δεν υποτάσσει τη γραφή του σε μορφικούς και λυρικούς κανόνες.

Ορμώμενος από ενδότερα ένστικτα δε θέλει σε καμία περίπτωση ν’ αφαλατώσει τη θάλασσα από την αρμύρα της και μέσα από τους στίχους του μοιάζει να ψιθυρίζει “με συγχωρείτε, τί να κάνω, οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις”

 

Πέθανε στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

 Ο Νίκος Καββαδίας ανήκει σχηματικά στη γενιά του τριάντα, στο χώρο της οποίας όμως κατέχει μια ιδιότυπη θέση.

        Ο ποιητικός του λόγος εξέφρασε την ανάγκη απόδρασης από τη σύγχρονη του ποιητή ελληνική πραγματικότητα κυρίως μέσα από τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού και του εξωτισμού.

 

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΓΝΩΜΗ Πατρών

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου