Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

BIBIAN ΦΑΡΜΑΚΗ ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΕΣ

 Γράφει η Βίβιαν Φαρμάκη

                                               Ομιλία της Βίβιαν Φαρμάκη στη Δημοτική Βιβλιοθήκη | Πεμπτουσία                       

 Επιβιώσαντες Ιερολοχίτες μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

 

ΙΕΡΟΛΟΧΙΤΕΣ 

Ζωοποιόν δύναμιν… αποθέσατε

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

              (Αλεξάνδρου Υψηλάντη, προκήρυξη 24 Φεβρουαρίου 1821, 

                                                                                                        Ιάσιο Μολδοβλαχίας)   

                                                                             

 

    Η ώρα ήλθεν ω άνδρες Έλληνες!... ήχησε η πολεμική κραυγή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, προσκλητήριο ελευθερίας, και συγχρόνως η αυτοσυνειδησία μιας εθνικής συλλογικότητας, προσδεδεμένης σε «στενή κοίτη», ορμώντας ακάθεκτα προς τα μπρος

     Ήταν η στιγμή, για τον ελληνισμό, το 1821, της δικής τους εξέγερσης.

    Ένα Έθνος, οι Έλληνες, για χρόνια «θαμμένοι» κάτω από βίαιους εξισλαμισμούς, απαγχονισμούς, γενιτσαρισμούς, εξανδραποδισμούς! Το «πάσχον» έθνος μετουσιώνεται, «εις μέγα παράδειγμα, θείας δυνάμεως», απαιτούσης απόλυτον σεβασμόν προς την ανθρώπινην αξιοπρέπειαν, την τιμήν και την ελευθερίαν του Έθνους του. 

Σε αυτές τις υπάρχουσες συνθήκες όπου το όραμα της ελευθερίας κραδαίνει την εκρηκτική φύση των Ελλήνων επαναστατών, στρατιωτικών αρχηγών, πειθαρχημένων εμπειροπολέμων σωμάτων, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρίγκιπας και υπασπιστής του Τσάρου Αλεξάνδρου, οργανώνει τη διεξαγωγή του Αγώνα. Ως καταλληλότερος χώρος για την κήρυξη της επανάστασης, εν μέσω συγκέντρωσης των σημαντικότερων στελεχών της Εταιρείας, κρίνεται η Μολδοβλαχία (Οκτώβριος 1820), ενώ ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μεταβαίνει στο Ιάσιο, το σχέδιο αυτής της στρατιωτικής επιχείρησης προέβλεπε τη διεκπεραίωση του στρατού στη Βαλκανική με στόχο την άφιξή του στην Ελλάδα.

    Στις 22 Φεβρουαρίου ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, συνοδευόμενος από τους αδελφούς του Γεώργιο και Νικόλαο, διέβη τον Προύθο, όπου τον περιμένει η φρουρά του ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου. 

    Είναι μηδενικός ο χρόνος για την ανθρώπινη ψυχή του αρχηγού των Ελλήνων επαναστατών Αλεξάνδρου Υψηλάντη, και η στιγμή είναι έτοιμη για τον Έλληνα ήρωα επαναστάτη του ’21 να «μπήξει» το μαχαίρι στο απάνθρωπο βλέμμα της Τουρκικής τυραννίας, που τέτμηκε βίαια την «απωλεσθείσα» συνέχεια του Ελληνικού πολιτισμού. 

          Ο Σολωμικός στίχος συλλαμβάνει την καταλυτική της ορμητικότητα:    

    «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, /σε γνωρίζω από την όψη που με βιά μετράει τη γη…».

    «…. Ηχηρός εθνεγερτικός ο λόγος Υψηλάντη: Η Ευρώπη προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς απορεί δια την ακινησίαν μας… Ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν!... Ίδετε … τους οίκους μας ελεεινά ανδράποδα!... Ας καλέσωμεν, εκ νέου, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασσικήν γην της Ελλάδος!... Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμεινώνδα Θηβαίου και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους…».                       (αποσπάσματα από την προκήρυξη του Α. Υψηλάντη)

    Η κύρια μέριμνα του Α. Υψηλάντη υπήρξε η οργάνωση στρατού, ως αρχηγού των Ελλήνων επαναστατών στη Μολδαβία και τη Βλαχία.

    Το κήρυγμα αυτού προς τους Έλληνες εγείρει το αγωνιστικό σθένος της ανθρώπινης φύσης των Ελλήνων επαναστατών, και των άλλων εθνοτήτων της Μολδοβλαχίας, Βουλγάρων, Σέρβων, καθώς και ομάδες εθελοντών Ελλήνων από τις παροικίες της Ν. Ρωσίας. 

     Ο Υψηλάντης ήταν γενναίος άνδρας, αλλά μειονεκτούσε στην ικανότητα στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας.

    Η πρώτη στρατιωτική συγκρότηση από τον Υψηλάντη συνιστά στη δημιουργία δύο μοιρών, τριών ανεξαρτήτων λόχων, μίας ίλης ιππικού και Ιερού Λόχου στη Φωξάνη, πόλη στα όρια της Μολδαβίας με τη Βλαχία. Τούτο θεωρείται δε, ως το πρώτο συντεταγμένο στρατιωτικό σώμα στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, της Ελληνικής Επανάστασης με αρχηγό το Γεώργιο Κατακουζηνό. 

    Το μέγα «κήρυγμα» του Ελληνικού αγώνα απηχεί ένα ρίγος φιλελεύθερης έξαρσης, επάνω στους «βάρβαρους» και την κραυγαλέα φωνή πατριωτισμού επί της «βίας».

    Οι δυνάμεις του Υψηλάντη προελαύνουν στο έδαφος της Μολδοβλαχίας σε μια εργώδη αντιμαχία κατ’ αρχάς με τους πασάδες των φρουρίων του Δούναβη, ακολούθως δε με τα επιτελεία των Οθωμανικών στρατευμάτων. Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με τις καταρρακτώδεις βροχές εκείνων των ημερών ανέκοψε την απειλή για τους Έλληνες επαναστάτες.

    Η πρώτη μεγάλη μάχη, εκτός των συνεχών συμπλοκών, που επιλέγει να δώσει ο Υψηλάντης είναι στην κωμόπολη του Δραγατσανίου, σε μια πυκνόφυτη χαράδρα, εν μέσω της εγκαταστημένης ισχυρής φρουράς των Τούρκων με το ιππικό, κατάλληλη τοποθεσία για ορμητήριο μιας επίθεσης από τους Έλληνες.

… Η αρχή είναι η στιγμή! Ο χρόνος κυλάει χωρίς χρονόμετρο!... Τότε όλα συμβαίνουν αυτόματα, χωρίς τη μεσολάβηση της έλλογης σκέψης!... 

    Αιφνιδιαστική η επίθεση των Τούρκων, πριν την έξοδο αυτών των οχυρωμένων στο Δραγατσάνι, οι Έλληνες ιππείς βρέθηκαν σε «δεινή» θέση, υπέστησαν «σοβαρές απώλειες». Ο κύριος όγκος του Ελληνικού στρατού δεν κινήθηκε, οι ηγέτες αυτού Καραβιάς και Νικόλαος Υψηλάντης, μπροστά στο Δραγατσάνι, βιώνουν την αγωνία να υπάρξουν μέσα στο χώρο, δεν αναρωτιέται πια κανένας μαχητής που «πάω»… η τραγική αναγκαιότητα είναι θεμελιωμένη, ως το αναπότρεπτο… 

    Αυτό το βίωμα του ναυαγισμού, προοικονομεί την τελευταία πράξη του δράματος, το πρόωρο τέλος της Ελληνικής επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.

    Όταν όλα τα τουρκικά σώματα συνενώθηκαν και περικύκλωσαν, στο Δραγατσάνι, το επίλεκτο σώμα των Ιερολοχιτών, οι απειροπόλεμοι νέοι, εθελοντές σπουδαστές των ελληνικών παροικιών της Μολδοβλαχίας και της Οδησσού, τότε εκείνοι βρέθηκαν μόνοι τους σε αναπεπταμένο πεδίο.

    Με προμετωπίδα τη σημαία του «Ιερού Λόχου», τρίχρωμη, το άσπρο, το μαύρο και το κόκκινο, αντίστοιχα το πρώτον με τη σημασία της αθωότητας της δικαίας ημών επιχειρήσεως κατά των τυράννων και το κόκκινο την αυτεξουσιότητα του Ελληνικού λαού, οι Ιερολοχίτες θεώνται την πραγματικότητα να δοκιμάζονται, πάνω στα όρια της ύπαρξής τους. Οργανώθηκε μεγαλοπρεπής τελετή ορκωμοσίας κατά την τσαρική εθιμοτυπία. ο Υψηλάντης με ενθουσιασμό παρέδωσε τη Σημαία του Ιερού Λόχου στον αρχηγό του Λόχου Γεώργιο Καντακουζηνό. Οι ιερολοχίτες, ακολούθως παρέλασαν με βήμα στρατιωτικό, υπό τον ήχον του θουρίου, έργο του Αδαμάντιου Κοραή:

    «Φίλοι μου συμπατριώται, δούλοι ν’ άμεθα ως πότε; …. Η κοινή πατρίς φωνάζει, / με τα δάκρυα μας κράζει! / … δράμετ’ άνδρες τε και νέοι / η είπατε μεγαλοφώνως … / έως πότε η τυραννία; / Ζήτω η Ελευθερία!».

    Ο ήρωας, ο νέος Ιερολοχίτης, θέτει τον εαυτόν του εις τα όρια της ανθρώπινης δυνατότητας, όμως ενταγμένος ο ίδιος μαχητής στον αγώνα οφείλει να εκπληρώσει «εκών» … την πράξη της «ανταρσίας του», γνώρισμα της νεανικής συνείδησης, πράξη «ανδρός αγαθού».

    Η γνώση αυτή τον ενισχύει εις την προσπάθειάν του  να πορευθεί προς την «αριστείαν» και να απαλλαγεί από την «αμηχανίαν», θανασίμως θραύουσα το μεγαλείον της ανθρώπινης ψυχής. 

    Είναι, βεβαίως, αληθές ότι οι μαχητές Ιερολοχίτες θεώνται εαυτούς εις την τραγικότητα αγνώστου κινδύνου έναντι οκταπλάσιων εχθρών. Παρ’ όλα αυτά, παρέμειναν στις θέσεις τους (πλην ελαχίστων) πολεμώντας με ιδιαίτερον θάρρος. Χρησιμοποίησαν και τα πυροβόλα τους, αλλά μικρό το όφελος, εξαιτίας της ανεπάρκειας πυρομαχικών.

    Οι Τούρκοι ιππείς εξαπέλυσαν ομαδόν εφόδους ώστε να διασπάσουν τις γραμμές τους, καθώς οι Ιερολοχίτες συγκεντρωμένοι γύρω από τον αρχηγό τους τις απέκρουαν ακόμη και με τις λόγχες.

    Η αδυναμία του εύψυχου Ιερολοχίτη, οι δυνατότητες αυτού, η ιδιαιτέρα θέση του θανάτου εις την ζωήν του ανθρώπου, η θεία παρουσία και η μεταβολή των πραγμάτων – όλα αδελφώνονται εις ένα συνειδησιακόν αγωνιστικόν σθένος.

    Εδώ υπάρχει ο χώρος για όλους, … εκεί όπου κάτι θα συμβεί…, αυτή είναι η αγωνία για να υπάρξω μέσα στο χώρο, η οποία εγγράφεται ως εύγλωττη σιωπή του Ιερολοχίτη, …. όμως, χωρίς το φόβο, το δισταγμό, είτε την αμφιταλάντευση της όποιας επιλογής άμυνας, απέναντι στους καταιγισμούς του πολέμου. 

    Οι προσδοκίες δεν ορίζονται από τα δρώντα, νεανικά πρόσωπα, μέσω της λογικής και «του συνειδητού» διαλόγου εντός της ομάδας των Ιερολοχιτών.                     

    Δεν υπάρχουν εμπόλεμοι που συμπορεύονται στην πορεία του αγώνα της μάχης…

    Είναι η σπαρακτική φωνή της ψυχής των Ιερολοχιτών κατά της τυραννίας, αυτού που μας ξεπερνά, του υπερβατικού, το «πάθος» κατά του «εγωισμού» και της ανθρώπινης σκληρότητας κατά της ασφυκτικής πίεσης του περιβάλλοντος, αντίρροπος δύναμη του «αγαθού ανδρός» απέναντι σε κάθε πράξη υπό την κυριαρχίαν της ανάγκης…, «αύτη δεν χαρακτηρίζει τον άνθρωπον “ηθικώς”»

    Εις τη συνείδησιν των Ιερολοχιτών, ως δρώντων προσώπων, συνειδησιακός ο εσωτερικός μονόλογος, συγκλονιστικός, απορηματικός: πώς ο μαχητής στην ιστορική αυτή στιγμή θα «δυνηθή» να κρατηθή προ των «απάνθρωπων» δυνάμεων εις την ανθρώπινή του αξιοπρέπειαν» μέσω της πάλης για την ζωή, την πατρίδα και την ελευθερίαν;

    Ο επαναστατικός ενθουσιασμός των μαχητών, των Ιερολοχιτών ερείδεται στην επίγνωση του σκοπού, και πραγματώνεται στη συλλογική αγωνιστικά δράση, που διαμορφώνεται, μέσω της οικειοποίησης της «ιδέας» της εθνικής επανάστασης…. Οι απειροπόλεμοι εθελοντές, η μικρή αυτή δύναμη με το χαλυβδωμένο προσωπικόν τους κύρος, ήσαν ολοκληρωτικά ταγμένοι, ενώ τα καταιγιστικά πυρά του εχθρού συνέχιζαν ν’ αραιώνουν τις τάξεις του… [«… Ήταν άνθρωποι πολλοί / πολλοί άνθρωποι… /

 Κι όταν σκοτείνιασε /

 Ύστερα μείναν λίγοι άνθρωποι /

 Κι ύστερα ακόμα πιο λίγοι…»].
         (Μαν. Αναγνωστάκης, «Ήταν άνθρωποι»)    

    Οι ήρωες Ιερολοχίτες ενωμένοι, «θαρσούντες», ελεύθερη κι η όψη τους «κλυδωνίζεται» στη φθορά της από την οποίαν αρύεται το αμείλικτο πρόβλημα των δύο δυνατοτήτων: αγαθός – κακός με κριτήριον την επιτυχίαν ή αποτυχίαν του «ανθρώπου». Τούτο καθορίζει και την ευδαιμονίαν αυτού εις αυτήν την ηρωικής συλλήψεως συνείδησιν… υψώνεται εύρωστος μαχητής ο νέος Ιερολοχίτης στην ιστορική αυτή περίσταση, γνωρίζει ότι ο αγών δια την «αρετήν» είναι δυσάμβατος, όμως η πολεμική του δράση εμψυχωμένη κινείται, εμφορούμενη από την «ηχώ» του θαυμαστού «παιάνα» τον θούριον… η εσωτερική φωνή της συνείδησης γράφει το σκοπό!... εμάχοντο υπέρ της «ελευθερίας» της Πατρίδας! 

    Σ’ αυτό το χρονόμετρο, όταν ο νέος ήρωας οδηγείται στον άγνωστο κίνδυνο που επέρχεται, ούτε φόβος, ούτε δισταγμός, ούτε οι ψυχικές αμφιταλαντεύσεις καταγράφονται… 

    Η πολιτική πράξη των Ιερολοχιτών με τη γνώση σε ενσυνείδητη αποφασιστικότητα, αποτελεί τη διαδραστική αντιφώνηση της μεγαλοφυίας του ιστορικού Θουκυδίδου:

    «Κράτιστοι δ’ αν την ψυχήν δικαίως κριθείεν οί τα τε δεινά και ηδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες και δια ταύτα μη αποτρεπόμενοι εκ των κινδύνων…» (Θουκυδίδου, Επιτάφιος, κεφ. 3-4).

    … Έτσι, ο ένας μετά τον άλλον φονεύθηκαν, ένα μέρος από τους επιζώντες υποχώρησε προς την είσοδο της χαράδρας…

    Ο επίλογος των νέων Ιερολοχιτών με σθεναρή την έννοιαν του καθήκοντος και το υψηλό ηθικό κρίθηκαν, ως παράδειγμα αυτοθυσίας και ευψυχίας, ωθούμενοι από το φλογερό πατριωτισμόν αυτών.

    «… Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί / τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού, / σαν τα σκουλήκια που πατείς μας…».

 (Κωστής Παλαμάς, ο Δωδεκάλογος του γύφτου).   

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου